| <-3. Ντίμμι-δουλεία: Νομοθετική θεμελίωση και ιστορική προετοιμασία | 5. Σχέσεις μεταξύ ντίμμι κοινοτήτων-> |
4. Τα κατακτημένα εδάφη: Διαδικασίες εξισλαμισμού
Ο όρος «εξισλαμισμός» εδώ υποδηλώνει μια σύνθετη πολιτική, οικονομική, πολιτιστική, θρησκευτική και εθνοτική διαδικασία, κατά την οποία εξισλαμισμένοι Άραβες ή Τούρκοι αντικατέστησαν αυτούς τους ντόπιους λαούς, πολιτισμούς και θρησκείες στις χώρες στις οποίες εισέβαλαν. Σε αυτή τη διαδικασία διακρίνονται παράγοντες μίξης —απορρόφηση τοπικών πολιτισμών από τους εισβολείς, μεταστροφές των ντόπιων στο Ισλάμ— και αντικρουόμενοι παράγοντες: σφαγές, υποδούλωση, εκτοπισμός και συστηματική καταστροφή των πολιτιστικών και θρησκευτικών εκφράσεων των γηγενών πολιτισμών. Αυτή η εξέλιξη δεν αποκλείει την ταυτόχρονη συνύπαρξη καταστάσεων τόσο σύγκρουσης όσο και μίξης.
Φαίνεται ότι ο εξισλαμισμός των κατακτημένων εδαφών αναπτύχθηκε σε δύο στάδια. Η πρώτη φάση αποτελείται από μια στρατιωτική σύγκρουση που ορίζεται από συγκεκριμένους κανόνες, τη τζιχάντ. Η δεύτερη φάση αντιπροσωπεύει τη ντίμμα, ή τη διακυβέρνηση των κατακτημένων λαών. Ενώ η τζιχάντ όριζε τους τρόπους διανομής της λείας (γης, ιδιοκτησίας, κατακτημένων λαών) μεταξύ των πολεμιστών, η ντίμμα αναθέτει μια μακροπρόθεσμη οικονομική λειτουργία στους ντίμμι, η οποία συνίσταται στην κάλυψη των αναγκών της μουσουλμανικής κοινότητας. Μέσα σε αυτή τη λειτουργική οικονομική δομή αναπτυσσόταν, όπως σε μήτρα, η διαδικασία εξισλαμισμού.
Η εξάλειψη των ντίμμι λαών ήταν συνέπεια ενός πλήθους σύνθετων παραγόντων, είτε κυμαινόμενου είτε μόνιμου χαρακτήρα. Αυτοί οι παράγοντες ρίζωναν σε ένα αλληλένδετο σύνολο που περιλάμβανε: Τη τζιχάντ, όπως ήδη αναφέρθηκε. Τις αρπαγές των νομάδων σε ζώνες καθιστικής (εγκατεστημένης) κατοίκησης. Τη σταθεροποίηση της ισλαμικής δικαιοδοσίας στα εδάφη της ντίμμι-δουλείας.
Οι νομάδες: Παράγοντες εξισλαμισμού
Η αραβική κατάκτηση του 7ου αιώνα πραγματοποιήθηκε με την παράδοση των νομαδικών πολέμων μεγάλης κλίμακας, των οποίων οι πρακτικές, γνωστές από την αρχαιότητα, ενσωματώνονταν από τους ισλαμιστές κατακτητές σε μια θρησκευτική έννοια: τη τζιχάντ. Ο καθαγιασμός της νομαδικής εξουσίας στο αραβο-ισλαμικό κράτος και, ιδιαίτερα, η εξάρτηση του κράτους αυτού από τους νομάδες που παρείχαν τις στρατιωτικές δυνάμεις για κατακτήσεις και εξαραβισμό,1 εξάλειφε τα εμπόδια που προστάτευαν τους καθιστικούς πολιτισμούς από τις συνηθισμένες επιδρομές (ράζζια). Ο εξισλαμισμός των νομάδων μετέτρεπε τη μόνιμη σύγκρουσή τους με τους εγκατεστημένους πληθυσμούς σε θρησκευτική σύγκρουση: Άραβες μουσουλμάνοι αφενός και από την άλλη οι Λαοί του Βιβλίου, εναντίον των οποίων το ισλαμικό κράτος έκανε διακρίσεις.
Παρόλο που μια νομολογία, κωδικοποιημένη δύο αιώνες μετά την κατάκτηση, εξασφάλιζε θεωρητικά στους ντίμμι το υπό όρους απαραβίαστο της ζωής και της περιουσίας τους, την πραγματική κατάσταση καθόριζε η βία και όχι η ηθική. Παρόλο που στις πόλεις οι ντίμμι μπορούσαν να ζητήσουν δικαιοσύνη αν προέκυπτε η ανάγκη, μέσω του διαμεσολαβητή των ηγετών τους ή συχνά να την αγοράσουν από έναν βεζίρη ή έναν καδή που ήταν σε θέση να εφαρμόσει τον νόμο, η προσφυγή σε τέτοια άτομα ήταν ελάχιστα δυνατή στις επαρχίες ή σε πόλεις μακριά από την πρωτεύουσα.
Τα έθιμα των Βεδουΐνων και των νομάδων γενικότερα έχουν περιγραφεί άφθονα από την αρχαιότητα μέχρι τον 19ο αιώνα. Καθώς ο τρόπος ζωής τους παρέμενε σταθερά αμετάβλητος για χιλιετίες, δεν υπάρχουν λόγοι για να φανταστούμε ότι η διαδικασία εξαραβισμού των εδαφών της ντίμμι-δουλείας πραγματοποιήθηκε βάσει «συμφωνίας κυρίων». Αδιαμφισβήτητες ιστορικές και αρχαιολογικές πηγές επιβεβαιώνουν ότι ήταν ίσως η μεγαλύτερη επιχείρηση λεηλασίας στην ιστορία.
Οι τομείς που σφετερίστηκαν οι Άραβες εισβολείς δεν περιορίζονταν μόνο σε κτηματικές περιουσίες που ανήκαν στα κατακτημένα κράτη. Περιλάμβαναν επίσης την περιουσία και τις κατοικίες τεράστιων πληθυσμών που αναφέρονται στις πηγές, οι οποίοι σφαγιάστηκαν, υποδουλώθηκαν, απελάθηκαν ή αναγκάστηκαν να φύγουν ή να εξοριστούν. Οι συνθήκες συνθηκολόγησης συχνά αναφέρουν ότι οι μισές εκκλησίες και σπίτια των γηγενών παραχωρούνταν στους μουσουλμάνους και θα ήταν αφελές να πιστεύουμε ότι οι τελευταίοι είχαν οποιαδήποτε τύψη για την ταχεία έξωση των οικοδεσποτών τους. Οι απαλλοτριώσεις περιουσιών γηγενών ντίμμι, είτε από το ισλαμικό κράτος είτε από φυλές που ενεργούσαν εν αγνοία του κράτους —ή επίσης από άτομα κατά τη διάρκεια πολέμων, εξεγέρσεων φυλών ή θρησκευτικών διώξεων— ήσαν ενδημικές στο νταρ αλ-Ισλάμ μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα.
Από την αρχή της κατάκτησης, όπως ήδη σημειώθηκε, ο Ομάρ Ιμπν αλ-Χατάμπ πίεζε τις αραβικές φυλές, ιδιαίτερα εκείνες που είχαν εξισλαμιστεί, να μεταναστεύσουν στις κατακτημένες χώρες, ως μέσο διασφάλισης του ελέγχου και της νομιμοφροσύνης αυτών των φυλών.2 Τους απένειμε γη και συντάξεις που έπαιρνε από την περιουσία των ντίμμι. Αυτός ο εξαραβισμός άρχισε το 638 και επεκτάθηκε συστηματικά υπό τον χαλίφη Οθμάν.
Στη Μεσοποταμία, την Εγγύς Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική και την Ισπανία, η τζιχάντ προηγήθηκε των μακροχρόνιων διαδικασιών παρακμής και οπισθοδρόμησης που ακολούθησαν την εμφύτευση ποιμενικών λαών σε κατοικημένες και καλλιεργημένες περιοχές. Από την άλλη πλευρά, στη φάση της τουρκο-ισλαμικής επέκτασης, τα ίδια φαινόμενα —γεωργική υποβάθμιση, εγκατάλειψη και καταστροφή πόλεων— προηγήθηκαν και διευκόλυναν τη τζιχάντ. Τον 12ο αιώνα η Άννα Κομνηνή, αδελφή του Βυζαντινού αυτοκράτορα, περιγράφει πόλεις και περιοχές, που από τη Σμύρνη μέχρι την Αττάλεια είχαν μετατραπεί σε ακατοίκητη έρημο από Τούρκους νομάδες.3 Ένας σύγχρονος, ο ιστορικός Νικήτας, αναφέρει Τούρκους οι οποίοι, ενώ βοσκούσαν τα κοπάδια τους γύρω από το Δορύλαιον, έκαιγαν χωριά και καλλιέργειες και ερήμωναν την ύπαιθρο.4 Μελετώντας προσεκτικά πολυάριθμες πηγές, ο Σπύρος Βρυώνης ανέλυσε σχολαστικά τα αίτια και τις συνέπειες του νομαδισμού στην Ανατολία, την αλληλεπίδρασή τους με τη τζιχάντ και τον εξισλαμισμό των κατακτημένων εδαφών. Παρόλο που η τεκμηρίωση σχετικά με την αραβική κατάκτηση είναι λιγότερο άφθονη, προσφέρει ωστόσο ενδιαφέρον πεδίο για παρόμοια μελέτη. Οι συριακές και οι αρμενικές πηγές ειδικότερα, αλλά και οι αραβικές, περιέχουν πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία παρακμής στις αγροτικές περιοχές της Αραβικής Αυτοκρατορίας. Σημειώνει κανείς ότι η δημογραφική μείωση των ντίμμι πληθυσμών, η γεωργική παρακμή, η εγκατάλειψη χωριών και χωραφιών και η σταδιακή ερημοποίηση των επαρχιών —πυκνοκατοικημένων και εύφορων κατά την προ-ισλαμική περίοδο— είναι φαινόμενα που συνδέονται με τη μετανάστευση των αραβικών, βερβερικών (στην Ισπανία) και αργότερα τουρκομανικών νομαδικών φυλών.
Η εξάπλωση των νομάδων προκαλούσε ανασφάλεια, πληθυσμιακή ερήμωση και λιμό. Το 750 επιδρομές Βερβέρων, το κάψιμο καλλιεργειών και η αρπαγή σκλάβων προκάλεσαν τέτοιο λιμό στη βορειοδυτική Ισπανία, που οι κατακτητές χρειάστηκε να επιστρέψουν στο Μαγρέμπ. Την ίδια περίοδο η Παλαιστίνη και η Συρία, έδρες του χαλιφάτου των Ουμαγιάντ και συνεπώς υποκείμενες σε ισχυρό αραβικό αποικισμό, αποδυναμώνονταν από επιδημίες που προκαλούνταν από τον λιμό. Τα κάποτε ακμάζοντα χωριά του Νέγκεβ είχαν ήδη εξαφανιστεί περί το έτος 700, ενώ στα τέλη του 8ου αιώνα ο πληθυσμός είχε εγκαταλείψει το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής που εκτείνεται από τα νότια της Γάζας μέχρι τη Χεβρώνα, φεύγοντας προς τα βόρεια, εγκαταλείποντας ερειπωμένες εκκλησίες και συναγωγές.5 Οι ίδιες μάστιγες —θηριωδίες, φυλετικοί πόλεμοι, επιδημίες και λιμός— έπλητταν τη Μεσοποταμία υπό τον τελευταίο χαλίφη των Ουμαγιάντ, τον Μαρβάν Β’ (744-50).
Ιδού, το σπαθί των Αράβων έχει <στραφεί> εναντίον τους. Ιδού, τέτοια απαξίωση, που ήταν αδύνατο να βγεις έξω χωρίς να σε ληστέψουν και να σου αφαιρέσουν τα υπάρχοντα. Ιδού, ο λιμός μαίνεται έξω και μέσα. Αν ένας άνθρωπος μπει στο σπίτι του, συναντά την πείνα και την επιδημία. Αν βγει έξω, τον ακολουθούν το ξίφος και η αιχμαλωσία. Από κάθε πλευρά δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρά σκληρή καταπίεση, αξιοθρήνητη θλίψη, βάσανα και αναστάτωση.6
Στην Αρμενία (749-50) στην περιοχή του Μογκ και της Αρζανηνής, Άραβες από το Μαϊφερκάτ απλώθηκαν σε ολόκλήρη την περιοχή και άρχισαν να κάνουν πολύ κακό στους κατοίκους του βουνού και σε ολόκληρη την ύπαιθρο.7
Ο χρονικογράφος περιγράφει προσπάθειες των Αράβων να αρπάξουν την περιουσία Αρμενίων και την εκτέλεση των προκρίτων τους. Ο Ιωάννης Μπαρ Νταντάι (Μαμικονιάν;) συγκέντρωσε τους κατοίκους και
τους μίλησε με αυτά τα λόγια: «Σήμερα, όπως γνωρίζετε, δεν υπάρχει βασιλιάς για να εκδικηθεί το αίμα μας από τα χέρια αυτών των ανθρώπων. Αν τους επιτρέψουμε να κάνουν αυτό που θέλουν, θα ενώσουν τις δυνάμεις τους εναντίον μας και θα μας πάρουν μακριά από εδώ σε αιχμαλωσία, εμάς και ό,τι είναι δικό μας».8

Ναός Αγίου Θεοδώρου (6ος αιώνας). Αβντάτ, έρημος Νέγκεβ, Ισραήλ
Εγκαταλείφθηκε περί τον 7ο-8ο αιώνα
Οι εκβιασμοί και τα βασανιστήρια οδήγησαν τους Αρμένιους σε εξέγερση υπό την ηγεσία του Μουσέγκ Μαμικονιάν.
Από εκείνη τη στιγμή, κακά προστέθηκαν στα κακά. Οι κάτοικοι του βουνού και οι Άραβες επιτίθεντο συνεχώς και σκότωναν ο ένας τον άλλο. Οι κάτοικοι του βουνού κατέλαβαν τα φαράγγια και κανένας Άραβας δεν φαινόταν πια στο βουνό.9
Η σκληρότητα του Αμπού Τζαφάρ αλ-Μανσούρ, κυβερνήτη της Αρμενίας, της Τζαζίρα και της Μοσούλης (750-54), και ο λιμός που προέκυψε από την καταστροφή των συγκομιδών προκάλεσαν μετανάστευση μεγάλης κλίμακας.
Ολόκληρη η Αρμενία μετανάστευσε για να ξεφύγει από τον λιμό που συνέβη και [οι κάτοικοί της] εισέβαλαν στη Συρία, οδηγούμενοι από τον φόβο ότι αυτοί και τα παιδιά τους θα πέθαιναν από την πείνα […] Βγήκαν και γέμισαν ολόκληρη τη γη: πόλεις, μοναστήρια, χωριά, ύπαιθρο. Πωλούσαν ό,τι είχαν για να αγοράσουν ψωμί και προκαλούσαν λιμό στη χώρα.10
Η αναρχία ευνοούσε τη ληστεία. Κάποιος Ιμπν Μπουχτάρι από την περιοχή της Έδεσσας στη Μεσοποταμία,
επαναστάτησε και έκανε μεγάλο κακό σε μεγάλο αριθμό ανδρών, ιδιαίτερα στο Μπέιτ Μαάντα, όπου συνέλαβε τους προκρίτους […] Για να βάλει στα χέρια του τον χρυσό τους, σκότωσε, αιχμαλώτισε ή προκάλεσε θάνατο μεγάλου αριθμού ανθρώπων. Κατέστρεψε όλα τα μοναστήρια στην περιοχή της Έδεσσας, της Χαρράν και της Τέλα [μεταξύ Μαρντίν και Έδεσσας], άρπαξε όλη την περιουσία τους και σκότωσε τους ηγουμένους τους, καίγοντάς τους στους πασσάλους.11
Η εγκατάσταση Αράβων αποίκων στο Ερζερούμ (Θεοδοσιούπολη) (756), η εισβολή (760) στρατευμάτων από το Χορασάν του Αββασίδη χαλίφη και στη συνέχεια η απέλαση των κατοίκων του Μαράς και των Σαμοσάτων (769) από τους Άραβες οδήγησαν τους Αρμένιους σε εξέγερση το 771-72. Ηττήθηκαν στο Μπαγκραβάν.12
Η κατάσταση στις δυτικές επαρχίες ήταν ελάχιστα καλύτερη. Στις αρχές του 9ου αιώνα οι φυλές Κάις, οι οποίες είχαν εγκατασταθεί στο αιγυπτιακό δέλτα, κρατούσαν τους ντόπιους αιχμάλωτους για λύτρα. Οι συνθήκες επιδεινώθηκαν το 814-15, όταν δεκαπέντε χιλιάδες Άραβες από την Κόρδοβα (Ανδαλουσία), χωρίς να υπολογίζονται γυναίκες και παιδιά, αποβιβάστηκαν στην Αλεξάνδρεια. Ο εμίρης αλ-Χακάμ των Ουμαγιάντ, αφού έσφαξε προδότες, τους έδωσε τρεις ημέρες για να φύγουν από την Ισπανία, με την απειλή της σταύρωσης. Αυτοί οι Άραβες κατέλαβαν την Αλεξάνδρεια και εγκαταστάθηκαν στα σπίτια των χριστιανών και των Εβραίων, που όλοι τους διώχτηκαν από την πόλη. Την περίοδο εκείνη,
ολόκληρη η πόλη [Αλεξάνδρεια] ήταν ήδη ερειπωμένη. Από όλες τις πλευρές δεν απέμεναν παρά απομεινάρια από τα διάφορα μέρη, τους περίφημους ναούς και τα σπίτια – που τα περιέβαλλαν μερικά ανθρώπινα καταλύματα καθώς και μερικά χωριά.13
Αυτοί οι Άραβες από την Ισπανία έφυγαν από την Αλεξάνδρεια (827) και στη συνέχεια ρήμαξαν την Κρήτη, την οποία πέρασαν από φωτιά και σπαθί. Μετά τον θάνατο του Μουταβακίλ (861) και κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου μεταξύ του αλ-Μουσταΐν και του αλ-Μουτάζ (862-66), όπως τόνιζε ο Κόπτης χρονικογράφος: «Όλες οι φυλές ήσαν χαρούμενες λόγω του φόβου που επικρατούσε στη χώρα, επειδή οι Άραβες στη γη της Αιγύπτου (Μισρ) είχαν καταστρέψει (τη χώρα)».14 Είχαν ερημώσει την Άνω Αίγυπτο, λεηλατώντας και σκοτώνοντας, ενώ είχαν καταστρέψει τα μοναστήρια, συμπεριλαμβανομένων εκείνων στο Φαγιούμ και το Δέλτα.
Έκαψαν τα φρούρια και λεηλάτησαν τις επαρχίες και σκότωσαν πλήθος αγίων μοναχών που βρίσκονταν σε αυτά [τα μοναστήρια] και παραβίασαν πλήθος παρθένων καλογριών και σκότωσαν μερικές από αυτές με το σπαθί.15

Ντάιρ αλ-Αμπιάντ, Κοπτικό μοναστήρι (5ος αιώνας).
Σόχαγκ, Άνω Αίγυπτος
Ήταν περίπου στα μέσα του 9ου αιώνα, όταν τα περισσότερα μοναστήρια που συνόρευαν με την έρημο εγκαταλείφθηκαν. Στην πραγματικότητα, καθώς οι Άραβες γνώριζαν τις ημερομηνίες των χριστιανικών θρησκευτικών εορτών, κατέβαιναν από την Άνω Αίγυπτο κρυφά για να τους επιτεθούν και να πάρουν λάφυρα και σκλάβους από τους προσκυνητές. Συγκινητική περιγραφή μιας από αυτές τις επιδρομές έχει αφήσει ένα θύμα της, ο πατριάρχης Σενουτί Α’. Κατά το Πάσχα του 866 οι Άραβες λεηλάτησαν όλα τα μοναστήρια στο Ουάντι Νατρούν. Άδειασαν τους τόπους και μετέφεραν ό,τι περιείχαν, συμπεριλαμβανομένων των επίπλων και των τροφίμων. Οι μοναχοί ληστεύτηκαν και οι περισσότεροι προσκυνητές οδηγήθηκαν μακριά με την απειλή του σπαθιού. Αφού έφυγαν με τη λεία τους, οι Άραβες επέστρεψαν αρκετές φορές για να παρενοχλήσουν τους μοναχούς και να τους αναγκάσουν να αποστατήσουν, κλέβοντας τα πάντα μέχρι τα ρούχα τους και πληγώνοντας με σπαθιά όσους αντιστέκονταν. Το χρονικό συνεχίζεται με περιγραφή των γεγονότων των επομένων ημερών και του τρόμου των Κοπτών πολιορκούμενων από Άραβες, που απειλούσαν να τους σκοτώσουν ή να τους οδηγήσουν στη σκλαβιά.16 Ο πατριάρχης σημειώνει ότι οι δυσκολίες δεν σταματούσαν για τις εκκλησίες της Αιγύπτου.17
Το ίδιο χρονικό δίνει αξιόπιστη περιγραφή της συμπεριφοράς των νομάδων στις χώρες στις οποίες εισέβαλλαν. Εκείνη την περίοδο ένας μουσουλμάνος από την Αλεξάνδρεια δημιούργησε ομάδα, στην οποία συγκεντρώθηκε μεγάλος αριθμός Βεδουΐνων. Έβαζαν φωτιά σε πόλεις, σκότωναν τους ανθρώπους και εισέπρατταν φόρους από τις περιοχές που έλεγχαν. «Ήσαν μεγαλύτεροι δολοφόνοι από οποιουσδήποτε άλλους ανθρώπους και δεν μπορούσαν να τους αντισταθούν».18 Άρπαζαν την περιουσία και τα εδάφη των εκκλησιών, τις οποίες λεηλατούσαν στην περιοχή της Αλεξάνδρειας και σε άλλα μέρη.
Αφού διέπραξαν καταπιέσεις και αδικίες και αύξησαν τον πλούτο τους, τους άνδρες τους, τα ζώα τους, τις γυναίκες τους, τα παιδιά τους και τις κατοικίες τους, εκείνος που ήταν αρχηγός τους καθώς και οι πολεμιστές που ήσαν μαζί του, τους οποίους εκείνος είχε επιλέξει, αποφάσισαν να πολιορκήσουν την πόλη της Αλεξάνδρειας. Απαίτησε να του παραδοθεί για λεηλασία, όπως είχε λεηλατήσει τις άλλες πόλεις. Πήρε αιχμάλωτα τα παιδιά και τις γυναίκες, και σκότωσε τους άνδρες και άρπαξε τα χρήματα.19
Καθώς δεν είχαν τον απαραίτητο πολιορκητικό εξοπλισμό για να επιτεθούν στις οχυρώσεις της πόλης, οι Βεδουΐνοι την περικύκλωσαν. Όποιος ταξίδευε από το ένα μέρος στο άλλο με ένα μόνο ντιράμ πάνω του, κινδύνευε να πεθάνει για το νόμισμα εκείνο. Ο μόνος τρόπος για να ταξιδεύει κανείς με ασφάλεια ήταν να φοράει κουρέλια.20
Αυτές οι εξεγέρσεις προέκυπταν από την πολιτική γης των Αββασιδών, η οποία στερούσε από τις αραβικές φυλές τα εδάφη που είχαν λάβει από τους Ουμαγιάντ κατά τη διάρκεια των κατακτήσεων ή κατά τη διάρκεια του εξαραβισμού της Εγγύς Ανατολής. Αυτά τα μέτρα επιδεινώθηκαν το 833 με την κατάργηση των συντάξεων (άτα) που τους καταβάλλονταν από το μουσουλμανικό κράτος. Στερημένες από τα μέσα ύπαρξής τους, οι αραβικές φυλές επιτέθηκαν στους εκπροσώπους του χαλίφη και αποζημιώθηκαν για τις απλήρωτες συντάξεις λεηλατώντας τους πληθυσμούς των ντίμμι. Αυτή η αναρχία επηρέαζε κυρίως την Παλαιστίνη και τη Συρία, τις πιο εξαραβισμένες περιοχές, αλλά η Αίγυπτος και το Ιράκ υπέφεραν επίσης.
Παρά την περίοδο σταθερότητας υπό τον Ιμπν Τουλούν και τον διάδοχό του (866-96), η γενική κατάσταση στην Αίγυπτο επιδεινωνόταν συνεχώς. Τα πολυάριθμα σώματα στρατιωτών σκλάβων, με τα οποία περιστοιχίζονταν οι κυβερνήτες, αποτελούνταν από στοιχεία που μπορούσαν εύκολα να ανατραπούν από τις αντίπαλες παρατάξεις. Στη Συρία και την Παλαιστίνη η παρακμή των αστικών και αγροτικών οικισμών, που είχε ήδη αρχίσει υπό τους Ουμαγιάντ, αυξήθηκε με τη μεταφορά της πρωτεύουσας στο Ιράκ και την εξαφάνιση, γύρω στα μέσα του 8ου αιώνα, ενός κάποτε ανθηρού εμπορίου της Μεσογείου.
Μια σύντομη ιστορική περίληψη απαιτείται εδώ, για να κατανοηθεί η σημαντική μείωση του αυτόχθονος αγροτικού πληθυσμού, δηλαδή των Λαών του Βιβλίου. Μάλιστα αυτή η εξέλιξη μπορεί να εξηγηθεί μόνο με την ενσωμάτωσή της στην επέκταση των νομαδικών πληθυσμών σε όλες τις καλλιεργούμενες εκτάσεις από τον 8ο έως τον 9ο και τον 10ο αιώνα.
Δεχόμενη διεισδύσεις από τους Βεδουΐνους από όλες τις πλευρές, η Αίγυπτος γινόταν το θήραμα πολέμου φυλών, ενώ περί το 861 οι περισσότερες πόλεις και πεδιάδες της Συρίας και της Παλαιστίνης έπεσαν στα χέρια των φυλών Τάγι, ντόπιων της βόρειας Αραβίας. Η συμμαχία τους με τους Καρμάθιους, αιρετικούς Βεδουΐνους από τις ανατολικές αραβικές ακτές, αύξανε την πίεση από την έρημο στις αρχές του 10ου αιώνα. Η Χομς και η Δαμασκός λεηλατήθηκαν (902), στη συνέχεια οι πόλεις της βόρειας Συρίας (903), και οι Χαουράν και Τιβεριάς σε αρκετές περιπτώσεις μεταξύ 906 και 969. Η επικράτηση των Τζαραχιτών —νομάδων κτηνοτρόφων από τη φυλή Τάγι που είχαν εγκατασταθεί σταθερά στην Παλαιστίνη— μετέτρεψε ολόκληρη την περιοχή από την Αραβία μέχρι τις ακτές της Παλαιστίνης σε απέραντη έκταση κατακλυζόμενη από νομάδες, οι οποίοι έκλεβαν και αποσπούσαν υπερβολικό φόρο από τους ντόπιους κατοίκους.
Οι επιδρομές των Καρμαθίων και των Τάγι, που επιδεινώθηκαν γύρω στα μέσα του 10ου αιώνα από τις εισβολές των Φατιμιδών Βερβέρων, κατέστρεψαν τη Συρία, την Παλαιστίνη, την Αίγυπτο και το κάτω Ιράκ. Οι συρο-παλαιστινιακές οάσεις που καλλιεργούνταν από την αρχαιότητα, τα γεωργικά και αστικά κέντρα του Νέγκεβ, του Ιορδάνη και των κοιλάδων του Ορόντη, του Τίγρη και του Ευφράτη —ιδιαίτερα το Σαουάντ, κέντρο της Εβραϊκής και Νεστοριανής Βαβυλωνίας— είχαν εξαφανιστεί, είχαν γίνει πόλεις-φαντάσματα, εγκαταλειμμένες στη βοσκή, όπου κατσίκες και καμήλες έβοσκαν ανάμεσα στα ερείπια.
Στο βόρειο Ιράκ οι Χαμντανίδες κυβερνήτες από τη φυλή Μπάνου Ταγλίμπ πολεμούσαν ενάντια στους στρατούς της Βαγδάτης και συνέτριβαν τους εγκατεστημένους πληθυσμούς της Τζαζίρα, αποσπώντας χρήματα με σκοπό να συντηρούν την πολυτελή τους αυλή, τους γκούλαμ και τις πολιτοφυλακές σκλάβων. Αυτή η κατάσταση γινόταν πιο μελανή από τις βυζαντινές κατακτήσεις —του Χαλεπιού (962), της Αντιόχειας (969) και της βόρειας Παλαιστίνης (972)— που αύξαναν τις ταλαιπωρίες των ντόπιων κατοίκων και μετέβαλλαν ελάχιστα τη γενική εθνογεωγραφική ανάπτυξη, η οποία αντιπροσωπευόταν από την πλήρη κυριαρχία των Βεδουΐνων επί των καλλιεργούμενων εδαφών. Αυτή η νομαδική ώθηση προς τα βόρεια, με στόχο ουσιαστικά την απόκτηση λείας,21 έθετε την Εύφορη Ημισέληνο υπό τον έλεγχο δυναστειών Βεδουΐνων τον 10ο αιώνα: των Χαμντάν και των Ουκαΐλ (Τζαζίρα), των Νουμαΐρ (Χαουράν), των Κάλμπι (Δαμασκός), των Τανούχ, Λαχμ, Τζουδάμ και Ταγλίμπ (Συρία), των Τάγι (Παλαιστίνη), των Ταμίμ και Σαϋμπάν (Ιράκ) και των Ασάντ (Κούφα).
Μάλιστα οι χαλίφηδες προσπαθούσαν να ειρηνεύσουν αυτές τις περιοχές και να επιβάλουν τάξη με πολλές εκστρατείες. Η αναταραχή παρέμενε ενδημική, αφού οι νομάδες όχι μόνο εισέβαλλαν στις περιοχές, αλλά επίσης σφετερίζονταν τον πολιτικο-στρατιωτικό μηχανισμό μέσω της εμφάνισης ημιανεξάρτητων δυναστειών Βεδουΐνων στη Συρία και την άνω Μεσοποταμία. Η συνεχής διείσδυση του νομαδο-αραβικού κόσμου έφτασε στο αποκορύφωμά του με την εισβολή των Μπάνου Χιλάλ τον 10ο αιώνα. Αυτές οι φυλές, προερχόμενες από την αραβική χερσόνησο, μείωναν την εγκατεστημένη κατοίκηση ακόμη περισσότερο, καταστρέφοντας μια περιοχή που εκτεινόταν από το Σουδάν προς την Εγγύς Ανατολή και μέχρι το Μαγρέμπ.
Αυτή η γενική κατάσταση επικρατούσε σε όλο το νταρ αλ-Ισλάμ, από την Ισπανία μέχρι την Αρμενία. Τα χρονικά αναφέρουν ότι ακόμη και αν οι κατακτημένοι πληθυσμοί θεωρητικά απολάμβαναν προστατευόμενο καθεστώς βάσει των συνθηκών, υπόκεινταν στην πραγματικότητα στη λεηλασία και βία επαναστατημένων ή ανεξέλεγκτων αραβικών φυλών, όταν τέτοιες επιθέσεις δεν προέρχονταν από την ίδια την κυβέρνηση, όπως υπαγόρευαν στρατηγικές ή πολιτικές ανάγκες. Είτε πρόκειται για την Αρμενία, τη Μεσοποταμία, τη Συρο-Παλαιστινιακή περιοχή, την Αίγυπτο, την Ανατολία ή την Ισπανία, λεπτομέρειες σχετικές με αυτήν την ατελείωτη λεία που κατασχόταν από τους ντίμμι χωρικούς γεμίζουν τις σελίδες των χρονικογράφων, οι οποίοι περιγράφουν τις αδιάκοπες εξεγέρσεις και τους εμφύλιους πολέμους μέσα στο νταρ αλ-Ισλάμ.
Στη Μεσοποταμία τα χωριά των ντίμμι μετατρέπονταν σε απομονωμένους και διασκορπισμένους πυρήνες. Αυτή η κατάσταση παρέμενε αμετάβλητη για περισσότερο από μια χιλιετία. Τον 19ο αιώνα ανασφάλεια επικρατούσε σε όλες τις περιοχές που ελέγχονταν από τους νομάδες, είτε στην Αρμενία, το Κουρδιστάν, την κοιλάδα του Ευφράτη, τη Συρο-Παλαιστίνη ή το Μαγρέμπ. Οι ξένοι, ακόμη και οι ντόπιοι ντίμμι και οι μουσουλμάνοι, ταξίδευαν μόνο υπό ένοπλη συνοδεία ή σε καραβάνι και κανένας δεν γλίτωνε από τα «χρήματα προστασίας» που εισπράττονταν από κάθε αρχηγό για το τμήμα της επικράτειας που έλεγχε.
Δουλεία: Δημογραφικές, θρησκευτικές και πολιτιστικές πτυχές
Σε αυτό το τμήμα θα αναφερθεί μόνο μια έρευνα του ισλαμικού συστήματος σκλάβων, όπως αυτό επηρέαζε μια κατηγορία θυμάτων τζιχάντ, και όχι το ίδιο το δουλεμπόριο.
Το σύστημα σκλάβων της τζιχάντ περιλάμβανε μεγάλες ομάδες και των δύο φύλων, που παραδίδονταν ετησίως από κυρίαρχους που ήσαν φόρου υποτελείς του χαλίφη, σύμφωνα με τις συνθήκες υποταγής. Όταν ο Αμρ κατέκτησε την Τρίπολη (Λιβύη) το 643, ανάγκασε τους Εβραίους και τους χριστιανούς Βερβέρους να δώσουν τις γυναίκες και τα παιδιά τους ως σκλάβους στον αραβικό στρατό, ως μέρος της τζίζγια τους. Από το 652 μέχρι την κατάκτησή της το 1276, η Νουβία αναγκαζόταν να στέλνει ετήσιο σώμα σκλάβων στο Κάιρο. Συνθήκες που είχαν συναφθεί με πόλεις της Υπερωξιανής, του Σιτζιστάν, της Αρμενίας και του Φεζάν (Μαγρέμπ) υπό τους Ουμαγιάντ και τους Αββασίδες όριζαν την ετήσια αποστολή σκλάβων και των δύο φύλων.22
Όμως κύριες πηγές για την προμήθεια σκλάβων παρέμεναν οι τακτικές επιδρομές σε χωριά εντός του νταρ αλ-χαρμπ και οι στρατιωτικές εκστρατείες που σάρωναν βαθύτερα στα εδάφη των απίστων, αδειάζοντας πόλεις και επαρχίες από τους κατοίκους τους. Αυτή η στρατηγική, που εφαρμοζόταν από την αρχή της αραβο-ισλαμικής επέκτασης από τους πρώτους τέσσερις χαλίφηδες και στη συνέχεια από τους Ουμαγιάντ και τον διάδοχό τους, παρέμενε σταθερή σε όλες τις περιοχές που καλύπτονταν από τη τζιχάντ. Η πληθυσμιακή μείωση και η απερήμωση των κάποτε ευημερουσών και πυκνοκατοικημένων περιοχών, που περιγράφεται πλήρως από μουσουλμάνους και χριστιανούς χρονικογράφους, ήταν το αποτέλεσμα της μαζικής απέλασης αιχμαλώτων. Ο Μούσα μπιν Νουσάιρ έφερε πίσω τριάντα χιλιάδες αιχμαλώτους από τις εκστρατείες του στην Ισπανία (714).23 Το 740 ο κυβερνήτης της επαρχίας Ταγγέρης προκάλεσε εξέγερση από τους μουσουλμάνους Χαρατζίτες Βερβέρους, όταν ήθελε να «επιβάλει τον φόρο ενός πέμπτου στους Βερβέρους, με το πρόσχημα ότι αυτό οι άνθρωποι ήσαν λάφυρο που είχαν αποκτήσει οι μουσουλμάνοι». Ο χρονικογράφος δηλώνει ότι κανένας εμίρης δεν είχε τολμήσει να επιβάλει το ένα πέμπτο σκλάβων σε νικημένους που είχαν εξισλαμιστεί και καταλήγει: «Οι κυβερνήτες επέβαλλαν αυτόν τον φόρο μόνο σε πληθυσμούς που αρνιούνταν να ασπαστούν το Ισλάμ» 24 Στην Ανδαλουσία ο Αμπντ αλ-Ραχμάν Α’ (756-88) είχε πάνω από σαράντα χιλιάδες μη μουσουλμάνους σκλάβους μεταξύ των στρατευμάτων του. Ο διάδοχός του Χισάμ λέγεται ότι πήρε σαρανταπέντε χιλιάδες. Επιδρομές (ράζζια) και διαρκείς στρατιωτικές εκστρατείες στην Ισπανία προμήθευαν σημαντικό αριθμό αιχμαλώτων που υποβιβάζονταν σε σκλαβιά.
Στο άλλο άκρο του νταρ αλ-Ισλάμ, επτά χιλιάδες Έλληνες εκτοπίστηκαν στην αιχμαλωσία όταν αλώθηκε η Έφεσος (781). Κατά την πτώση του Αμορίου (838) ο αλ-Μουτάσιμ «διέταξε να βγουν οι αιχμάλωτοι σε πλειστηριασμό μόνο τρεις φορές», ώστε να επιταχυνθεί η πώληση. Όντας τόσο πολυάριθμοι, πωλούνταν σε ομάδες των πέντε και δέκα.25 Στην άλωση της Θεσσαλονίκης (903) εικοσιδύο χιλιάδες χριστιανοί μοιράστηκαν μεταξύ Αράβων αρχηγών ή πουλήθηκαν σε σκλαβιά. Το 924 μια ναυτική εκστρατεία «έφερε πίσω χίλιους αιχμαλώτους, οκτώ χιλιάδες κεφάλια βαριών βοοειδών, είκοσι χιλιάδες ελαφριά βοοειδή και μεγάλη ποσότητα χρυσού και αργύρου». 26 Κατά τη διάρκεια της καλοκαιρινής εκστρατείας εναντίον του Αμορίου τον Αύγουστο του 931:
Οι μουσουλμάνοι μπήκαν στον τόπο και βρήκαν μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων και προμηθειών, τις οποίες άρπαξαν. Έβαλαν φωτιά σε όλα τα κτίρια των εχθρών, στη συνέχεια διείσδυσαν περαιτέρω στο βυζαντινό έδαφος, πραγματοποιώντας λεηλασίες, δολοφονίες και καταστροφές, και ήρθαν στην Άγκυρα, πόλη που σήμερα ονομάζεται Ανκουρίγια [Άνκαρα]. Επέστρεψαν με επιτυχία και χωρίς να έχουν συναντήσει την παραμικρή εχθρότητα. Η αξία των αιχμαλώτων έφτανε τις εκατόν τριανταέξι χιλιάδες δηνάρια.27
Το 1064 ο Σελτζούκος σουλτάνος Αλπ Αρσλάν (1063-72) σκέπασε τη Γεωργία και την Αρμενία με ερείπια, διέπραξε σφαγές, εξάλειψε πληθυσμούς και πήρε αμέτρητους αιχμαλώτους, «φέρνοντας τον θάνατο και τη σκλαβιά παντού».28 Όλος ο ανδρικός πληθυσμός της Ανί σφαγιάστηκε και οι γυναίκες και τα παιδιά απελάθηκαν. Τον 13ο αιώνα οι Μαμελούκοι της Αιγύπτου πέρασαν το βασίλειο της Αρμενίας Κιλικίας από φωτιά και σπαθί. Στην εκστρατεία του σουλτάνου Ρουχ-αντ-ντιν Μπαϊμπάρς το 1266, εικοσιδύο χιλιάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν στη Σις. Οι Αιγύπτιοι πυρπόλησαν την πόλη, κατέστρεψαν τα περίχωρα και οδήγησαν τους πληθυσμούς των Αδάνων, της Αγιάς και της Ταρσού στην αιχμαλωσία.
Οι κατακτητές, έχοντας διεισδύσει στην πόλη Σις, την κατέστρεψαν από πάνω μέχρι κάτω. Έμειναν σε αυτήν την περιοχή για μερικές ημέρες, απλώνοντας φωτιά και σφαγή παντού και παίρνοντας μεγάλο αριθμό αιχμαλώτων. Στη συνέχεια ο εμίρης Ουγκάν (Ιγκάν) στράφηκε προς τη γη των Ρουμ [Βυζάντιο] και ο εμίρης Καλαούν προς τη Μασισάχ, τα Άδανα, την Αγιάς και την Ταρσό. Και οι δύο έσφαζαν τον πληθυσμό, αιχμαλώτιζαν, κατέστρεφαν μεγάλο αριθμό οχυρών και έβαζαν φωτιά σε όλα.29
Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας τους το 1268 οι Μαμελούκοι πέρασαν όλους τους άνδρες της Αντιόχειας από το σπαθί και συνέλαβαν όλες τις γυναίκες και τους νέους. Η πόλη μετατράπηκε σε σωρό ακατοίκητων ερειπίων.30 Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του 1275 ο Μπαϊμπάρς και τα στρατεύματά του διέπραξαν σφαγές παντού και μάζεψαν σημαντική λεία. Η Μοψουεστία πυρπολήθηκε και ο πληθυσμός της εξολοθρεύτηκε. Η Σις λεηλατήθηκε και πάλι.
Σύμφωνα με τον Συριακό χρονικογράφο Μπαρ Εβραίο, εξήντα χιλιάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν και ανυπολόγιστος αριθμός γυναικών, νέων και παιδιών εκτοπίστηκαν ως σκλάβοι.31

Πώληση χριστιανικής οικογένειας στην Κωνσταντινούπολη
Ellendigh (1663)
Οι πληθυσμοί που υποδουλώνονταν μέσα στη γεωγραφική περιοχή που καλύπτει αυτή η έρευνα ήσαν κυρίως χριστιανικοί, αλλά περιλάμβαναν επίσης Βυζαντινούς και Ευρωπαίους Εβραίους. Εκτοπιζόμενες οικογένειες χωρίζονταν τυχαία σε δέσμες που μοιράζονταν μεταξύ στρατιωτών ή σε πλειστηριασμούς σκλάβων και απελαύνονταν σε μακρινές, άγνωστες χώρες. Αυτή η αιχμάλωτη ανθρωπότητα, που αναπληρωνόταν συνεχώς μέσω τζιχάντ, εξαφανίζεται με τον συλλογικό γενικό όρο «λεία», τη μουσουλμανική φάι. Άτομα που είχαν διασκορπιστεί από την απώλεια της οικογενειακής, θρησκευτικής και κοινωνικής αλληλεγγύης μέσω υποδούλωσης και εκτοπισμού, αυτοί οι αιχμάλωτοι σχημάτιζαν τις ορδές των μαουάλι (χειραφετημένων σκλάβων) που γέμιζαν αραβικούς στρατιωτικούς καταυλισμούς στην αρχή της κατάκτησης. Αυτή η δημογραφική αύξηση, που προέκυπτε από τα λάφυρα πολέμου, ξεκινούσε τη διαδικασία αστικοποίησης η οποία εμφανιζόταν από τον 8ο αιώνα. Τα χρονικά μιλούν για επαρχίες και ολόκληρες πόλεις του νταρ αλ-χαρμπ που άδειαζαν από τους κατοίκους τους.
Όμως ο ιστορικός ρόλος αυτών των ορδών, που απομακρύνθηκαν από το νταρ αλ-χαρμπ από τους κατακτητές μουσουλμανικούς στρατούς, δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Οι χριστιανοί και Εβραίοι που εκδιώκονταν από τις μεσογειακές χώρες και την Αρμενία —λόγιοι, γιατροί, αρχιτέκτονες, τεχνίτες και αγρότες, κάτοικοι της υπαίθρου και των πόλεων, επίσκοποι, μοναχοί και ραβίνοι— ανήκαν σε πιο σύνθετους πολιτισμούς από εκείνους των αραβικών ή τουρκικών φυλών. Η στρατιωτική και οικονομική δύναμη των χαλίφηδων επιτυγχανόταν και η διαδικασία εξισλαμισμού πραγματοποιούνταν μέσω της εκμετάλλευσης αυτού του υπόδουλου εργατικού δυναμικού.
Οι αιχμάλωτοι κατευθύνονταν προς επαρχίες και πόλεις που είχαν ερημωθεί από πόλεμο. Αναβίωναν την εγκαταλειμμένη γη και καλλιεργούσαν τα φέουδα που οι μουσουλμάνοι είχαν οικειοποιηθεί στις κατακτημένες περιοχές. Η ικανότητά τους, η εμπειρία σε παραδοσιακές τεχνικές και η επιδεξιότητά τους στα διάφορα επαγγέλματα πρόσθεταν στον πλούτο της ούμμα. Οι πιο λαμπροί ανέβαιναν σε υψηλά αξιώματα μέσω της επιρροής που αποκτούσαν επί των κυρίων τους. Διεισδύοντας σε κάθε κοινωνικό επίπεδο, υπηρετώντας σε χαρέμια και στρατιωτικές πολιτοφυλακές, οι περισσότεροι εξισλαμίστηκαν. Μερικοί εκμεταλλεύονταν την προνομιακή τους θέση για να προστατεύουν τους πρώην ομοθρήσκους τους, όπως, για παράδειγμα, ο ευνούχος —πρώην χριστιανός από την Αντιόχεια, που πιθανότατα απήχθη κατά τη διάρκεια επιδρομής ή πουλήθηκε ως λάφυρο πολέμου— ο οποίος έγινε κυβερνήτης της Μοσούλης το 1171.
Έχοντας ευνοϊκή διάθεση απέναντι στους χριστιανούς, όπως ο Μορντεχάι στους παλαιούς χρόνους απέναντι στους συμπολίτες του, αντιμετωπιζόταν με δυσμένεια από τη ζήλια των Ταϊγιάγιε [των Αράβων]. […] Ο ίδιος ο Νουρ αλ-Ντιν έλεγε ότι ο ζήλος του [η οργή του] είχε ξεσηκωθεί και ότι είχε έρθει στη Μοσούλη εξαιτίας αυτού του ανθρώπου. […] Όταν αυτός ο άνδρας έφυγε [1173] για τη Βέρροια [Χαλέπι], προκλήθηκε θλίψη στους χριστιανικούς πληθυσμούς που βρίσκονταν στην Ασσυρία και τη Μεσοποταμία.32
Χωρικοί που συλλαμβάνονταν από τους αντάρτες, ταξιδιώτες που ήσαν θύματα πειρατείας, αιχμάλωτοι που αποτελούσαν λάφυρα πολέμου προς διάθεση σε στρατιώτες ή στο πέμπτο που προοριζόταν για τον χαλίφη, δούλευαν στα χωράφια, κατοικούσαν στις πόλεις, γέμιζαν τη διοίκηση και τον στρατό και μερικές φορές ανέβαιναν στις υψηλότερες θέσεις στο κράτος.
Ο αριθμός των αιχμαλώτων, μερικών Εβραίων αλλά κυρίως χριστιανών —ευνούχων, ανδρών, γυναικών και παιδιών— ήταν τόσο μεγάλος, που η εξαγορά τους ξεπερνούσε τους οικονομικούς πόρους των φτωχών κοινοτήτων. Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με εβραϊκές και χριστιανικές πηγές, ορισμένοι πλησίαζαν τους ομοθρήσκους τους, τους εξαγόραζαν και τους απελευθέρωναν. Στη συνέχεια προσχωρούσαν στις κοινότητες ντίμμι. Όταν ο Ζάνγκι κατέλαβε την Έδεσσα (1144-45), πέντε έως έξι χιλιάδες θανατώθηκαν, ενώ μεταξύ των δέκα χιλιάδων νέων που είχαν υποδουλωθεί, ο Σύριος πατριάρχης του Μαρντίν εξαγόρασε και απελευθέρωσε μεγάλο αριθμό.33
Το φράγμα μεταξύ της κοινωνικής κατηγορίας των ντίμμι και εκείνης των σκλάβων δεν ήταν σχεδόν ποτέ αδιαπέραστο, αφού αρπαγές ντίμμι γυναικών και παιδιών, ράζζια σε χωριά ή περιοχές ντίμμι, εξεγέρσεις φυλών ή μη πληρωμή του φόρου τζίζγια, αρκούσαν για τη μεταφορά ατόμων, από τη μία ημέρα στην άλλη, από την κατηγορία του ντίμμι σε εκείνη του σκλάβου. Τίποτε δεν θα μπορούσε να είναι πιο απατηλό, από το να φανταζόμαστε ότι οι πληθυσμοί των ντίμμι απολάμβαναν οριστική εγγυημένη και σταθερή κατάσταση. Αντίθετα, η ιστορία της ντίμμι-δουλείας δείχνει πόσο εύθραυστες ήσαν οι συνεχώς απειλούμενες νομικές δομές που την προστάτευαν. Έτσι ο Χαρούν αλ-Ρασίντ (πεθ. 809) έπαιρνε σημαντικό αριθμό σκλάβων αντί για χαράτζ.34 Ο Μαμούν υποβίβασε χιλιάδες Κόπτες ντίμμι της Κάτω Αιγύπτου σε σκλαβιά και τους απέλασε στην περιοχή του κάτω Ιράκ.
Το κράτος δεν ήταν το μόνο που αντλούσε τα εφόδιά του σε σκλάβους από τους πληθυσμούς των ντίμμι. Οι νομάδες επίσης ανανέωναν τα αποθέματά τους μέσω επιδρομών (ράζζια) και ενεδρών. Ένα συγκινητικό ποίημα του Ιωσήφ Ιμπν Αμπιτούρ περιγράφει τη λεηλασία, τις σφαγές, τη σοδομία και την υποδούλωση που επέβαλλαν στους Παλαιστίνιους Εβραίους το 1024 οι Τάγι Βεδουΐνοι, με επικεφαλής τον Χασάν μπιν Τζάραχ, ο οποίος έλεγχε την περιοχή. Αυτές οι αναταραχές, που προκαλούνταν από την αποδυνάμωση της εξουσίας των Φατιμιδών ύστερα από τον θάνατο του αλ-Χακίμ, διασπούσαν επίσης τη Συρία. Ωστόσο αυτοί οι ντόπιοι Παλαιστίνιοι και Σύριοι, θύματα φυλετικών αναταραχών, ήσαν ντίμμι των οποίων η ζωή και η περιουσία θεωρητικά προστατεύονταν. Αυτά τα λίγα παραδείγματα δείχνουν τη διαφορά μεταξύ της αφηρημένης, απλοϊκής θεωρίας των νομικών κειμένων και της πραγματικότητας της καθημερινής ζωής. Επιπλέον, όπως δείχνει η πολυπλοκότητα του ιστορικού ιστού, η ντίμμι-δουλεία δεν μπορεί να οριστεί σε αποκλειστικά θρησκευτικό πλαίσιο, επειδή εισβάλλει σε εθνοτικές, πολιτιστικές και οικονομικές συγκρούσεις και, κυρίως —λόγω του εξισλαμισμού των Αράβων και Τούρκων νομάδων— στον ανταγωνισμό μεταξύ νομάδων και καθιστικών πληθυσμών.
Οι πηγές που σχετίζονται με την Παλαιστίνη, την Αίγυπτο, τη Μεσοποταμία, την Αρμενία, και αργότερα την Ανατολία, τα Βαλκάνια και τη Σαφαβιδική Περσία αναφέρουν ότι υποτελείς οικογένειες, που δεν ήσαν σε θέση να πληρώσουν τους ισλαμικούς φόρους, αναγκάζονταν να παραδώσουν τα παιδιά τους ως μερική πληρωμή της τζίζγια τους. Ταξιδεύοντας στην Αρμενία, ο Ταβερνιέ παρατηρεί ότι οι Αρμένιοι, πολύ φτωχοί για να πληρώνουν τον κεφαλικό τους φόρο, καταδικάζονταν σε σκλαβιά μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους.35 Στην Κύπρο, όπου μπήκε σε λιμάνι το 1651, έμαθε ότι: «κατά τη διάρκεια των τελευταίων τριών ή τεσσάρων μηνών, περισσότεροι από τετρακόσιοι χριστιανοί είχαν γίνει μωαμεθανοί επειδή δεν μπορούσαν να πληρώσουν το χαράτζ τους, το οποίο είναι ο φόρο υποτέλειας που επιβάλλει ο Μεγάλος Άρχοντας σε όλους τους χριστιανούς στις πολιτείες του».36 Στη Βαγδάτη, το 1652, οι χριστιανοί είχαν μπει σε τέτοια έξοδα, «που όταν έπρεπε να πληρώσουν τα χρέη τους ή το χαράτζ τους, αναγκάζονταν να πωλούν τα παιδιά τους στους Τούρκους για να το καλύψουν».37 Ιστορικές πηγές για συλλογικές ομάδες, επίσημα έγγραφα, ατομική συμπεριφορά την οποία η ιστορία έχει διατηρήσει τυχαία — όλα παρέχουν άφθονα στοιχεία, που δείχνουν ότι οι απόγονοι των ντίμμι θεωρούνταν δεξαμενή σκλάβων για οικονομικούς ή πολιτικούς σκοπούς.
Το 1836 ο Οθωμανός σουλτάνος διέταξε τη μετατόπιση Αρμενόπουλων:
Με βασιλικό διάταγμα, πολλές [χιλιάδες από] παιδιά Αρμενίων [από οκτώ έως δεκαπέντε ετών] από τη Σεβάστεια [Σίβας] και από άλλες πόλεις της Ανατολίας συγκεντρώθηκαν στο Ερζερούμ και οδηγήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη για καταναγκαστική εργασία στο ιπλίχανε [κλωστήριο], στο ναυπηγείο του σουλτάνου, για την κατασκευή πανιών για πλοία και στο [χυτήριο] σφυρηλάτησης ζεστού σίδερου. Τους έδιναν ψωμί και ρούχα, αλλά όχι μισθό. Και αυτή η εντολή ανανεώνεται χρόνο με τον χρόνο και μαζεύουν εκατοντάδες Αρμενόπουλα από κάθε πόλη, στερώντας τα από τους γονείς τους και την πατρίδα τους, ενώ κατά τη διάρκεια αυτής της τριάντα ημερών πορείας [ταξιδιού] με γυμνά πόδια και κουρέλια, τα μεταφέρουν στην Κωνσταντινούπολη. Αρκετά πεθαίνουν από κρύο και φτώχεια στον δρόμο και αργότερα από την τυραννία των κυρίων τους, ενώ άλλα εξισλαμίζονται, ελπίζοντας έτσι να αποκτήσουν την ελευθερία τους. Κανένας από τους Αρμένιους ηγέτες δεν τολμά να διαμαρτυρηθεί στην κυβέρνηση ενάντια σε αυτό το διαβολικό κακό. 38
Στο φιρμάνι της 13ης Φεβρουαρίου 1841 ο σουλτάνος Αμπντούλ Μετζίντ επικύρωνε την ανάθεση της διοίκησης των αφρικανικών επαρχιών Νταρφούρ, Νουβίας, Κορντοφάν και Σενάρ στον υποτελή του Μοχάμεντ Άλη και πρόσθετε:
Οι επιδρομές που συνηθίζουν να κάνουν τα στρατεύματα κατά καιρούς στα χωριά των προαναφερθεισών χωρών και ως συνέπεια των οποίων δυνατοί νεαροί άνδρες, που παίρνονται ως σκλάβοι, παραμένουν στα χέρια των στρατιωτών ως πληρωμή του μισθού τους, οδηγούν αναγκαστικά στην καταστροφή και ερήμωση αυτών των εδαφών και είναι αντίθετες με τον Άγιο Νόμο μας και τις αρχές της δικαιοσύνης.39
Τα χρονικά μαρτυρούν αυτές τις αρπαγές από τους ντόπιους πληθυσμούς που γίνονταν από τακτικά στρατεύματα, αντάρτες ή νομάδες σε περιοχές του νταρ αλ-Ισλάμ, είτε κοντά στην κεντρική κυβέρνηση είτε μακριά από αυτήν. Είναι αδύνατο να εκτιμηθεί ο αριθμός των χριστιανών και των Εβραίων που πέρασαν από τη ντίμμι-δουλεία στη σκλαβιά κατά τη διάρκεια των αιώνων. Η τελευταία σημαντική ομάδα ήσαν οι χιλιάδες Οθωμανές Αρμένιες γυναίκες και παιδιά το 1915-17.
Ντεβσιρμέ
Μια άλλη σημαντική διαδικασία εξισλαμισμού ήταν το ντεβσιρμέ.40 Αυτή η πρακτική, που εισήχθη από τον Οθωμανό σουλτάνο Ορχάν (1326-59), συνίστατο σε τακτική εισφορά, ως φόρο υποτέλειας, του ενός πέμπτου των χριστιανόπουλων από τις κατακτημένες βαλκανικές περιοχές. Το διάστημα μεταξύ εισφορών μεταβαλλόταν ανάλογα με τις ανάγκες. Ορισμένα μέρη εξαιρούνταν: Κωνσταντινούπολη, Γιάννινα, Γαλατάς, Ρόδος. Αυτοί οι νέοι, ηλικίας μεταξύ δεκατεσσάρων και είκοσι ετών, εξισλαμίζονταν και έμπαιναν στο σώμα των γενιτσάρων, στρατιωτικών πολιτοφυλακών που σχηματίζονταν σχεδόν αποκλειστικά από χριστιανούς. Οι περιοδικές εισφορές, που πραγματοποιούνταν σε ομάδες των χιλίων, έγιναν στη συνέχεια ετήσιες. Τα χριστιανόπουλα επιτάσσονταν από την ελληνική, τη σερβική, τη βουλγαρική, την αρμενική και την αλβανική αριστοκρατία και από τα παιδιά των ιερέων. Σε καθορισμένη ημερομηνία κάθε πατέρας έπρεπε να συγκεντρωθεί με τους γιους του στο κεντρικό μέρος του χωριού. Οι στρατολόγοι, γενίτσαροι και οι ίδιοι, επέλεγαν στη συνέχεια τους πιο όμορφους και πιο δυνατούς παρουσία του καδή. Κανένας πατέρας δεν μπορούσε να αποφύγει αυτόν τον φόρο αίματος, απειλούμενος από σκληρή τιμωρία.

Ντεβσιρμέ. Συγκέντρωση χριστιανόπουλων για Δουλεία. Βαλκανία
«Και είναι ντροπιαστικό όταν οι αξιωματικοί του ηγεμόνα συγκεντρώνουν αυτά τα παιδιά, αφού πρώτα δουν το χαρτί από τους ιερείς και ακούσουν τους πατέρες και τις μητέρες να ορκίζονται, και επιλέγουν τα πιο δυνατά και τα πιο όμορφα. […] Ήταν ο σουλτάνος Σελήμ, ο πρώτος αυτού του ονόματος, εκείνος που εισήγαγε αυτήν την κακή και καταραμένη διάταξη, για να γνωρίζουν ότι κάθε τρία χρόνια άνθρωποι θα πήγαιναν σε κάθε σπίτι των προαναφερθέντων χριστιανών, στις επαρχίες που υπάγονταν σε αυτόν, και θα έπαιρναν ένα από κάθε πέντε παιδιά. Αλλά συχνά στην πραγματικότητα παίρνουν δύο, ακόμη και τρία από κάθε σπίτι, πέρα από τον πατέρα και τη μητέρα, και σήμερα [αυτοί] το τηρούν αυτό ακόμη πιο στενά από ποτέ. Αλλά αν οι γονείς εκφράσουν έστω και την παραμικρή άρνηση, ο Θεός ξέρει πώς τους χτυπούν, τους σφυροκοπούν, μερικές φορές ακόμη και τους σκοτώνουν, όσο σπουδαίοι και πλούσιοι κι αν είναι. Και ακόμη δεν παραμελούν να δένουν και να σέρνουν αυτούς τους φτωχούς εφήβους πίσω τους, με τον τρόπο που φαίνεται στην παρούσα εικόνα, βγαλμένη από τη ζωή».
Thevet (1575), τομ. 2, βιβλ. 18, fol. 818
Αυτές οι εισφορές παιδιών προκαλούσαν καταχρήσεις, καθώς οι στρατολόγοι έπαιρναν παραπάνω παιδιά, για να τα πουλήσουν πίσω στους γονείς τους. Αν οι χτυπημένες από τη φτώχεια οικογένειές τους δεν μπορούσαν να τα εξαγοράσουν, τα παιδιά παρέμεναν σκλάβοι. Για να αποθαρρύνονται αποδράσεις, μετέφεραν τα παιδιά σε απομακρυσμένες επαρχίες και τα ανέθεταν σε μουσουλμάνους φεουδάρχες, που τα αντιμετώπιζαν σκληρά ως σκλάβους. Αυτοί οι στρατιώτες, που απομακρύνονταν από τις οικογένειές τους, σκληραγωγούνταν από οδυνηρές εμπειρίες και φανατίζονταν από την εκπαίδευσή τους, γίνονταν το πιο σκληρό όπλο εναντίον του λαού τους. Σύμφωνα με τον βυζαντινό ιστορικό Δούκα, οι γενίτσαροι στην προσωπική φρουρά του Βαγιαζήτ Α’ (1389-1402) «προσλαμβάνονταν και συγκεντρώνονταν από διάφορα χριστιανικά έθνη».41
Λειτουργούσε κι ένα άλλο παράλληλο σύστημα πρόσληψης. Προέβλεπε την εισφορά παιδιών ηλικίας έξι έως δέκα ετών (ιτσογλάνι), που προορίζονταν για τα σεράι των σουλτάνων. Περιορισμένα στα παλάτια και εμπιστευμένα στους ευνούχους, υποβάλλονταν σε τυραννική εκπαίδευση για δεκατέσσερα χρόνια και παρείχαν την υψηλότερη ιεραρχία αξιωματούχων στο οθωμανικό κράτος. Αυτή η τακτική αιμορραγία από τους κατακτημένους λαούς αύξανε τον μουσουλμανικό πληθυσμό και αντίστοιχα μείωνε εκείνον των χριστιανών. Το ντεβσιρμέ καταργήθηκε θεωρητικά το 1656, αλλά η στρατολόγηση των ιτσογλάνι συνεχιζόταν μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα.
Πολιτική αστάθεια
Σε μια τόσο τεράστια αυτοκρατορία που κατακτήθηκε με το σπαθί, ο αγώνας για την εξουσία και οι εξεγέρσεις νομαδικών φυλών που απογοητεύονταν από την κατανομή της λείας (γης και σκλάβων) προκαλούσαν —από τον θάνατο του Προφήτη και μετά— πολιτικο-θρησκευτικά σχίσματα, εμφύλιους πολέμους και ενδημική αναρχία, από τα οποία οι πληθυσμοί των ντίμμι υπέφεραν περισσότερο. Μάλιστα αυτοί οι λαοί, με τα εδάφη, την περιουσία και τον πλούτο τους, παρέμεναν το διακύβευμα στον αγώνα για εξουσία μέσα στις αραβικές φυλές. Η περίοδος των Ουμαγιάντ, η οποία ξεκίνησε εντατικό αραβικό αποικισμό, ιδιαίτερα στη Συρία και την Παλαιστίνη, ήταν περίοδος εμφυλίου πολέμου, αναρχίας και ανασφάλειας.
Οι αντιπαραθέσεις μεταξύ σιιτών, σουνιτών και άλλων αποσχιστικών παρατάξεων ξεπερνούσαν το αυστηρά θρησκευτικό πλαίσιο σχετικά με τη διαδικασία εκλογής του χαλίφη, καθώς τα καθήκοντά του δεν περιορίζονταν αποκλειστικά στον θρησκευτικό τομέα. Περιλάμβαναν επίσης τον πολιτικό και οικονομικό έλεγχο εκτεταμένης αυτοκρατορίας, τη διαχείριση του τεράστιου πλούτου της και τους φόρους που πλήρωνε τεράστιος υποτελής πληθυσμός. Η αποδυνάμωση της εξουσίας ενός χαλίφη, που αμφισβητούνταν από εξεγερμένες φυλές, συνεπαγόταν την καταστροφή των οικονομικών θεμελίων της δύναμής του και τον σφετερισμό των εδαφών του, καθώς και του εργατικού δυναμικού από το οποίο αντλούσε τα έσοδά του. Κατά συνέπεια οι πολιτικο-θρησκευτικές διαμάχες μεταξύ αραβικών φυλών δημιουργούσαν άναρχη κατάσταση στις κατακτημένες χώρες, τις οποίες διεκδικούσαν αντίπαλες φατρίες. Χωράφια και χωριά πυρπολούνταν και οι φόρου υποτελείς πληθυσμοί αιχμαλωτίζονταν ή κρατούνταν όμηροι για λύτρα, προκειμένου να εφοδιάζουν τα στρατεύματα και να τους παρέχουν στέγη. Σε περίοδο κατά την οποία η ισλαμική νομοθεσία δεν είχε ακόμη διατυπωθεί ή τυποποιηθεί σε μια περιοχή κατακερματισμένη από τις αποσχιστικές τάσεις επαρχιακών κυβερνητών ή αιρετικών φυλών, οι φόρου υποτελείς αποδέχονταν τη σχετική ασφάλεια που εξασφάλιζαν οι πελατειακές σχέσεις ελλείψει δικαιοδοσίας. Αυτή η κατάσταση, παρατηρημένη και βιωμένη από έναν σύγχρονο, περιγράφεται καλά για τη Μεσοποταμία του 8ου αιώνα στο χρονικό του ψευδο-Διονυσίου.
Οι πρώτοι Αββασίδες προσπαθούσαν να διαλύσουν τις εστίες της εξέγερσης, αλλά όταν πέθανε ο Χαρούν αλ-Ρασίντ (809), οι γιοι του αλ-Αμίν (809-13) —υποστηριζόμενος από τους Άραβες— και αλ-Μαμούν (813-33) φιλονικούσαν για την αυτοκρατορία του. Ο Αμρ, ένας δολοφόνος επικεφαλής ληστών, «πήγε στην Παλαιστίνη όπου άρχισε να λαφυραγωγεί, να σκοτώνει και να λεηλατεί».42 Ο Αμρ ενώθηκε με τον Νασρ μπιν Σαμπάτ από τη φυλή Κάις, η οποία έπαιρνε αιχμαλώτους και λάφυρα στη Τζαζίρα και σε όλες τις περιοχές της Δαμασκού και της Έμεσας, και
έσφαζαν και λεηλατούσαν ανελέητα, βίαζαν παντρεμένες γυναίκες, παρθένες και παιδιά. Αφαιρούσαν τον πλούτο από αυτές τις χώρες και έρχονταν στη Χαρράν και στην Έδεσσα. Έκαιγαν χωριά, εκκλησίες και μοναστήρια.43
Οι χριστιανοί της Έδεσσας γλίτωσαν πληρώνοντας βαριά λύτρα. Οι Άραβες αντάρτες ρήμαζαν τη Μεσοποταμία, τη Συρία και την Παλαιστίνη.
Στη συνέχεια εμφανίστηκαν αντάρτες και αρχηγοί ληστών σε όλη τη Δύση, στην Αίγυπτο και στην Αφρική. Την περιουσία των χριστιανών την πήραν οι Γιαμανάγιε, οι Ακουλάγιε, οι Γκανναουάγιε <ι;>, οι Σουλαϊμανάγιε, που επέφεραν την καταστροφή των χριστιανών σε κάθε μέρος.44
Ο χαλίφης έστειλε τον στρατό του για να τους υποτάξει, υπό τη διοίκηση του Αμπντάλα μπιν Ταχρίρ, ο οποίος
ανάγκασε τους κατοίκους να μαζέψουν το καλαμπόκι και το άχυρο που απαιτούνταν για τον στρατό του, ενώ πολιορκούσε το Καϊσούμ. Όλη η Τζαζίρα και η Δύση [Συρία] βρίσκονταν κάτω από τέτοια καταπίεση, που παρακαλούσαν για θάνατο. Πιέζονταν τόσο πολύ, που μάζεψαν το σιτάρι, το κριθάρι και άλλα δημητριακά πριν από την κατάλληλη εποχή, τα αλώνισαν και τα παρέδωσαν [στον Αμπντάλα]. Ο Νασρ πήγαινε πέρα-δώθε, έσφαζε τους θεριστές και έκαιγε ό,τι υπήρχε [για να εμποδίσει τον στρατό του χαλίφη να αποκτήσει προμήθειες].45
Όταν ο Αμπντάλα πήγε να πολιορκήσει το Καϊσούμ (824-25), το φρούριο του Νασρ: «Υπήρχε μεγάλη καταπίεση σε ολόκληρη τη χώρα επειδή οι κάτοικοι [ντίμμι] αναγκάζονταν να φέρνουν εφόδια στο στρατόπεδο. Και σε κάθε μέρος ήταν εποχή πείνας και έλλειψης πραγμάτων όλων των ειδών».46 Για να προστατευτούν από τις μπάλες των κανονιών των επιτιθέμενων εναντίον τους, ο Νασρ και τα αραβικά του στρατεύματα χρησιμοποίησαν ένα στρατήγημα που είχε ήδη δοκιμαστεί στην πολιορκία του Μπαλίς: έβαλαν τις χριστιανές γυναίκες και τα παιδιά τους να ανέβουν στα τείχη, έτσι ώστε να εκτίθενται ως στόχοι για τους Πέρσες, οι οποίοι, με εντολή του Αμπντάλα, στόχευαν μόνο στα τείχη.47 Ο Νασρ ανανέωσε αυτές τις τακτικές στη δεύτερη πολιορκία του Καϊσούμ.
Το 842 ένας υποστηρικτής των Ουμαγιάντ από τη φυλή αλ-Γιαμάν, με το παρατσούκλι Αμπού Χαρμπ, συγκέντρωσε στρατό ληστών και ξεκίνησε σφαγή και λεηλασία στην Παλαιστίνη και τη Συρία. Ανέβηκε στην Ιερουσαλήμ, απ’ όπου τράπηκαν σε φυγή Εβραίοι, χριστιανοί, ακόμη και Άραβες. «Ο πατριάρχης του έστειλε πολύ χρυσάφι». Με τον θάνατο του αλ-Μουτάσιμ (842) η εξέγερση έφτασε στη Δαμασκό. Στάλθηκε στρατός στη βόρεια Μεσοποταμία, όπου επικρατούσαν ληστές και επιδρομές.
Οι εξεγέρσεις και η συνεχής επιδίωξη της τζιχάντ απαιτούσαν συνεχείς μετακινήσεις στρατευμάτων στην περιοχή. Η υποχρέωση των ντίμμι να φιλοξενούν αυτούς τους πολυάριθμους στρατούς και να καλύπτουν τις ανάγκες τους κατέστρεφε τους χωρικούς που συχνά ληστεύονταν από τους εκείνους τους οποίους φιλοξενούσαν.
Το 997 στη Ντακούκα (νότια του Κιρκούκ) δύο χριστιανοί νομομαθείς διοικούσαν την περιοχή. Ντόπιοι Άραβες ανέβηκαν στους στρατιώτες, που ετοιμάζονταν να βγουν για να λεηλατήσουν τη γη των Ελλήνων, και τους ρώτησαν: «Γιατί είναι απαραίτητο να πάτε τόσο μακριά; Ιδού, έχουμε εδώ δύο χριστιανούς, που μας κάνουν πράγματα που είναι πολύ χειρότερα από οτιδήποτε μας έκαναν ποτέ οι Ρομάγιε [Βυζαντινοί]». Οι χριστιανοί αντιμετωπίστηκαν ανάλογα.48 Το 1001 οι Άραβες ξεσήκωσαν εξεγέρσεις εναντίον των χριστιανών της Βαγδάτης, των οποίων οι εκκλησίες καταστράφηκαν και λεηλατήθηκαν.
Τα χρονικά αφθονούν με τέτοια περιστατικά, τα οποία επαναλαμβάνονταν με τα χρόνια. Μερικές φορές Τούρκοι, Κούρδοι ή Άραβες λεηλατούσαν τους ντίμμι, παίρνοντας μαζί τους γυναίκες, νέους και γελάδια. Άλλες φορές κατηγορίες από αποστάτες προκαλούσαν διωγμούς. Τα έγγραφα αναφέρουν συχνά διώξεις και εκβιασμούς που διαπράττονταν εναντίον των ντίμμι από ημιανεξάρτητους κυβερνήτες ή εμίρηδες.
Η δημιουργία πολιτοφυλακών Τούρκων σκλάβων από τον αλ-Μουτάσιμ (833-42) εισήγαγε ένα επιπλέον στοιχείο εθνοτικής σύγκρουσης και αναρχίας. Από τον 9ο αιώνα οι ηγέτες αυτού του ένοπλου όχλου έλεγχαν την κυβέρνηση με συνωμοσίες και εξεγέρσεις. Επαρχιακοί κυβερνήτες, που προέρχονταν από αυτή τη στρατιωτική κάστα, ακολουθούσαν αργότερα πολιτική μονοπώλησης της γης και ελέγχου του οικονομικού συστήματος.
Από τον 10ο αιώνα η συνεχής διείσδυση Τούρκων και εξισλαμισμένων Κούρδων ερήμωνε τις αστικές και αγροτικές περιοχές της Αιγύπτου, Συρίας, Μεσοποταμίας, Αρμενίας, Γεωργίας και Ανατολίας, οι οποίες ήσαν το πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ των πολυάριθμων φυλών Τουρκομάνων που ίδρυαν αυτόνομα, αντίπαλα εμιράτα και σουλτανάτα. Έτσι, όταν ο σουλτάνος Τουγρίλ Μπεγκ (1038-1065) είδε το άδειο του ταμείο και τα πεινασμένα του στρατεύματα κατά τη διάρκεια των εκστρατειών του στο Ιράκ το 1057, λεηλάτησε την πόλη Μπαλάντ στον Τίγρη, κοντά στη Μοσούλη.49 Οι πληθυσμοί απέφευγαν τη λεηλασία πληρώνοντας λύτρα σε χρυσό. Στο μοναστήρι Νεστοριανών του Αχμούλ εκατόν είκοσι από τους τετρακόσιους μοναχούς σκοτώθηκαν και οι υπόλοιποι εξαγοράστηκαν με την καταβολή καταστροφικού ποσού λύτρων. Όταν ο Μασούντ, σουλτάνος του Ικονίου (στην Ανατολία), πολιορκούσε τη Μελιτηνή το 1143 αφού είχε καταστρέψει την πόλη Σεβάστεια και διώξει τον Γιακούμπ Αρσλάν, ο Άιν αντ-Ντάουλα, ο οποίος υπερασπιζόταν τη Μελιτηνή, απέσπασε υπερβολικά λύτρα από τους χριστιανούς ηγέτες προκειμένου να πληρώσει τα στρατεύματά του.50 Αυτές οι καταστάσεις επαναλήφθηκαν το 1152 και το 1170.
Στον αγώνα τους κατά τον 12ο αιώνα για τον έλεγχο των εδαφών και των πόλεων της Ανατολίας, της Γεωργίας, της Αρμενίας, της Συρίας και του Ιράκ, διάφοροι εμπόλεμοι Τούρκοι και Κούρδοι ηγεμόνες στο νταρ αλ-Ισλάμ λεηλατούσαν τα χωριά των αντιπάλων τους και εκτόπιζαν τους ντίμμι πληθυσμούς τους, για να τους επανεγκαταστήσουν στους δικούς τους τομείς, οι οποίοι είχαν απογυμνωθεί.51 Τα θύματα αυτών των μέτρων δεν ήσαν οι εχθρικοί πληθυσμοί μέσα στο νταρ αλ-χαρμπ, αλλά οι ντόπιοι ντίμμι του νταρ αλ-Ισλάμ. Η πόλη Ταγκρίτ (Ιράκ), που ανήκε στους Σελτζούκους, καταστράφηκε ολοσχερώς από τον χαλίφη αλ-Μουκτάφι το 1153 (;). Τόσο βίαιο ήταν το μίσος που έτρεφε ο Τακί αλ-Ντιν Ομάρ, κυβερνήτης της Αρμενίας και ανιψιός του Σαλάχ αλ-Ντιν για τους χριστιανούς, που, σύμφωνα με τον χρονικογράφο, «έχυνε χωρίς έλεος το αίμα των καταπιεσμένων Αρμενίων αγροτών στη χώρα του Τζαμπάλ Τζουρ».52
Η συνεχιζόμενη τζιχάντ εναντίον των χριστιανών επιδείνωνε τον φανατισμό. «Εκείνη την εποχή [1140] οι Τούρκοι σκότωναν κάθε χριστιανό που ανέφερε το όνομα του βασιλιά των Ελλήνων ή των Φράγκων, έστω και άθελά του. Και εξαιτίας αυτού πολλοί από τους ανθρώπους της Μελιτηνής χάθηκαν».53 Μετά την ήττα των Φράγκων (1149) από τον Νουρ αντ-Ντιν, «οι Τούρκοι πήραν φεύγοντας ολόκληρη τη χώρα [την περιοχή της Αντιόχειας] σε αιχμαλωσία».54 Μετά τις νίκες του Σαλάχ αλ-Ντιν, ο χρονικογράφος Μπαρ Εβραίος σχολιάζει: «Και είναι αδύνατο για τις λέξεις να περιγράψουν την έκταση του χλευασμού, της κοροϊδίας και της προσβολής που υφίσταντο εκείνη την εποχή οι χριστιανοί που ζούσαν κάτω από την κυριαρχία των Αράβων».55
Η εκτίμηση που έτρεφαν οι Μογγόλοι για τους χριστιανούς —ιδιαίτερα τους Νεστοριανούς— έκανε τους μουσουλμάνους να τους μισούν ιδιαίτερα. Το 1261 οι μουσουλμάνοι της Μοσούλης λεηλάτησαν και σκότωσαν όλους εκείνους που δεν εξισλαμίστηκαν. Αρκετοί μοναχοί και ηγέτες της κοινότητας και άλλοι απλοί άνθρωποι αποκήρυξαν τη θρησκεία τους. Οι Κούρδοι κατέβηκαν από τα βουνά και επιτέθηκαν στους χριστιανούς της περιοχής, σφάζοντας πολλούς από αυτούς. Λεηλάτησαν το μοναστήρι του Μαρ Ματάι και αποσύρθηκαν μόνο αφού απέσπασαν μεγάλο ποσό λύτρων από τους μοναχούς.56
Το 1273 ληστές από το Αϊντάμπ και τη Μπίραχ στη Συρία διείσδυσαν στην περιοχή της Κλαυδίας (άνω Ευφράτη) και οδήγησαν σε αιχμαλωσία μεγάλο μέρος του πληθυσμού —γυναίκες και πλήθος νέων.57 Το 1285 ορδή εξακοσίων περίπου ληστών —Κούρδων, Τούρκων και Αράβων νομάδων— έπεσαν στο Άρμπιλ [Άρβηλα], λεηλατώντας και σφάζοντας τους ντίμμι στα γύρω χωριά. Αφού κατέστρεψαν ολόκληρη την περιοχή του Μαρντίν, έφυγαν με μεγάλη λεία σε κοπάδια και υποδούλωσαν γυναίκες και παιδιά. Το επόμενο έτος άλλη δύναμη τεσσάρων χιλιάδων ληστών, αποτελούμενη από Κούρδους, Τουρκομάνους και Άραβες, κατέστρεψε και λεηλάτησε ολόκληρη την περιοχή γύρω από τη Μοσούλη.58 Το 1289 ληστές επιτέθηκαν σε μεγάλο χωριό Νεστοριανών επί του Τίγρη. Αφού σκότωσαν πεντακόσιους άνδρες και λεηλάτησαν τον τόπο, αποχώρησαν παίρνοντας λεία, γελάδια και μερικές χιλιάδες αιχμαλώτους —άνδρες, γυναίκες και παιδιά.59
Αυτά τα λίγα παραδείγματα, που προέρχονται από χριστιανικά και μουσουλμανικά χρονικά, μαρτυρούν τη μονιμότητα αυτής της κατάστασης. Μία από τις αιτίες —πιθανώς η κύρια— για την εξαφάνιση των ντόπιων κοινοτήτων ντίμμι δεν ήταν μόνο η μόνιμη κατάσταση πολέμου εναντίον των εξωτερικών απίστων (χάρμπι), αλλά και οι δια-μουσουλμανικοί πόλεμοι και η αναρχία εντός του ίδιου του νταρ αλ-Ισλάμ.
Χαλίφηδες, σουλτάνοι, εμίρηδες ή επαρχιακοί κυβερνήτες —είτε Άραβες είτε Τούρκοι— ενθάρρυναν τη μετανάστευση και την εγκατάσταση των φυλών τους στα κατεχόμενα εδάφη, προκειμένου να εδραιώσουν την εξουσία τους απέναντι στους αντιπάλους τους. Οι νομάδες, των οποίων ο αριθμός αυξανόταν συνεχώς, μπορούσαν να συντηρούν τις βασικές τους ανάγκες μόνο λεηλατώντας χωριά και κωμοπόλεις, κατάσχοντας αγαθά, αποσπώντας χρήματα με βασανιστήρια και ελευθερώνοντας με πληρωμή λύτρων ή παίρνοντας μαζί τους υπόδουλη τη νεολαία, που ήταν εμπορεύσιμο αγαθό και πηγή πλούτου ως σκλάβοι. Απομακρυσμένοι από την κεντρική εξουσία, της οποίας οι στρατοί πολεμούσαν στα σύνορα του νταρ αλ-χαρμπ, αυτοί οι ληστές κατέστρεφαν ατιμώρητα μια εύφορη και πυκνοκατοικημένη επαρχία, αφήνοντας μόνο ερείπια και παρασύροντας τον πληθυσμό στη σκλαβιά. Οι πόλεις προσέφεραν περισσότερη ασφάλεια από την ύπαιθρο, αν και η αναρχία και η αγάπη για λάφυρα παρέμεναν συνεχής παρότρυνση για λεηλασία και πυρπόληση ή αιχμαλωσία για λύτρα σε περιοχές των ντίμμι.
Οι ίδιες διαδικασίες εμφανίστηκαν κατά τον εκτουρκισμό της Ανατολίας και των Βαλκανίων. Τα εδάφη της Ανατολίας, τα οποία οι Σελτζούκοι σουλτάνοι είχαν οικειοποιηθεί με τζιχάντ, σχημάτιζαν κράτη γαζήδων που προσέλκυαν εισροή ημι-νομαδικών τουρκομανικών φυλών.60 Στην κοινωνία αυτών των «παραμεθόριων κρατών» κυριαρχούσε η ισλαμική έννοια του ιερού πολέμου και οι προδιαγραφές της σαρία για τους απίστους και την περιουσία τους.61 Το πνεύμα γαζή και ο δημογραφικός αντίκτυπος της τουρκικής μετανάστευσης στην Ανατολία και τα Βαλκάνια συνέβαλλαν στην επέκταση του μουσουλμανικού πληθυσμού.62 Κατά συνέπεια ο δημογραφικός χάρτης των επαρχιών Θράκης και Αϊδινιού άλλαξε εντελώς τον 15ο αιώνα από τη μαζική μετανάστευση μουσουλμάνων, οι οποίοι, τότε, αποτελούσαν το ογδόντα τοις εκατό του πληθυσμού.
Καθώς ο ιερός πόλεμος αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο του οθωμανικού κράτους63 και την πηγή της επέκτασης, της δύναμης και του πλούτου του, η κυβέρνηση και η διοίκηση της αυτοκρατορίας κυριαρχούνταν εξ ολοκλήρου από στρατιωτικές επιταγές. Όταν η αντίσταση των Αψβούργων στην κεντρική Ευρώπη και της Περσίας στην Ανατολή σταμάτησε την οθωμανική επέκταση τον 16ο και 17ο αιώνα, η πολεμική μηχανή έχασε τις εξωτερικές της ζώνες μάχης και εξερράγη, καταστρέφοντας το έδαφος της ίδιας της αυτοκρατορίας. Όπως στην αραβική περίοδο, όταν μια αναρχική φάση ακολουθούσε μια περίοδο κατακτήσεων, έτσι και η μετανάστευση ημι-νομαδικών φυλών προκαλούσε ανεξέλεγκτες αναταραχές στην Ανατολία, την Αρμενία και τα Βαλκάνια. Τούρκοι μετανάστες, τυχοδιώκτες, φυγάδες σκλάβοι και αγρότες, διωγμένοι από τα εδάφη τους ή εκτοπισμένοι, σχημάτιζαν έναν αιωρούμενο, χωρίς ρίζες πληθυσμό, που ζούσε από ληστείες. Οι αρχηγοί ανταρτών στρατολογούσαν τους στρατιώτες τους και τους υποτακτικούς τους από τέτοιες ομάδες.64
Το κίνημα των Τζελαλή (1595-1628), αποτελούμενο από απολυμένους αξιωματούχους της Πύλης, έβαλε την Αρμενία στη φωτιά και το σπαθί. Ενώθηκαν με τις ομάδες τους κουρδικές ή τουρκομανικές φυλές και ρήμαζαν τις πόλεις και την ύπαιθρο της Μικράς Ασίας και της Αρμενίας, λεηλατώντας και σκοτώνοντας, προκαλώντας λιμό και έξοδο πληθυσμών:
Έδεναν και κρεμούσαν τους ανθρώπους, άλλους από τα πόδια τους, άλλους από τα χέρια τους, άλλους από τους όρχεις τους, τους χτυπούσαν ανελέητα και τους άφηναν μισοπεθαμένους, μόλις αναπνέοντας. Μερικοί πέθαιναν κατά τη διάρκεια των βασανιστηρίων. Από μερικούς έβγαζαν τα μάτια. Άλλοι παρέλαυναν με ένα βέλος μέσα από τα ρουθούνια τους και αναγκάζονταν από τον φρικτό πόνο να αποκαλύπτουν τα αποθέματά τους σε κριθάρι και καλαμπόκι, και τις κρυψώνες στις οποίες ήταν κλειδωμένος ο πλούτος και η περιουσία τους. Δάπεδα σπιτιών και κτιρίων σκάβονταν για να βρεθούν οι θησαυροί. Τοίχοι γκρεμίζονταν, κρυψώνες σε στέγες εξερευνούνταν από εκείνους που αναζητούσαν περιουσίες. Το αποτέλεσμα ήταν γενική καταστροφή.65
Οι άνθρωποι έφευγαν και κρύβονταν σε άντρα, βουνά και σπηλιές. «Έτσι όλα τα χωριά του Αραράντ λεηλατήθηκαν, καταστράφηκαν και αφαιρέθηκαν όλα τα σιτηρά, καθώς και οι κάτοικοι».66
Οι εθνοτικές αλλαγές συνοδεύονταν από τη μεταβίβαση στο μουσουλμανικό κράτος της ιδιοκτησίας γης (φάι), της θρησκευτικής περιουσίας, των κτιρίων (εκκλησιών και συναγωγών που είχαν γίνει τζαμιά) και της μη μεταβιβάσιμης ακίνητης περιουσίας (βακφ). Με αυτές τις επαναλαμβανόμενες διεισδύσεις οι γηγενείς ομάδες εισέρχονταν σε φάση μη αναστρέψιμης εξαφάνισης, την οποία προκαλούσε η φυγή, η ερήμωση, η καταστροφή των παραδοσιακών τρόπων ζωής και της ομοιογένειας του ανθρώπινου, κοινωνικού, πολιτιστικού και θρησκευτικού ιστού.
Ο Σπύρος Βρυώνης έχει διεξαγάγει λεπτομερή ανάλυση αυτών των διαδικασιών, που εκτείνονται από τον 11ο μέχρι τον 15ο αιώνα στην Ανατολία και την Αρμενία. Οι δικές του μέθοδοι διερεύνησης και ανάλυσης θα οδηγούσαν στα ίδια συμπεράσματα, αν εφαρμόζονταν στον αραβικό κύκλο εξισλαμισμού στη Μεσοποταμία, την Ισπανία και την Ανατολική Μεσόγειο. Η γενική εικόνα που προκύπτει από αυτή τη μεταβατική περίοδο του 9ου έως 10ου αιώνα στη Μέση Ανατολή θυμίζει εκείνη μιας χριστιανικής κοινωνίας που είναι ακόμη πλούσια και αποτελεί την πλειοψηφία, αλλά παραιτημένη σε διαδικασία αποσύνθεσης μέσω της παράδοσης του πολιτικού της μέλλοντος και της ασφάλειάς της σε λαούς που τελικά θα την αντικαταθιστούσαν.
Οι ντίμμι: Οικονομική λειτουργία
Η οικονομική λειτουργία των μη μουσουλμάνων είναι κρίσιμος και θεμελιώδης παράγοντας που διέπει τη σχέση νταρ αλ-Ισλάμ – νταρ αλ-χαρμπ. Οι απαιτήσεις για φόρο υποτέλειας ήσαν εκείνες που εξαπέλυαν τη τζιχάντ. Η πληρωμή αυτού του φόρου από τους νικημένους ήταν εκείνη που την τερμάτιζε. Η προέλευση και η νομική αιτιολόγηση του φόρου υποτέλειας βασιζόταν σε έναν στίχο του Κορανίου (9: 29) και στον φόρο υποτέλειας που επέβαλε ο Προφήτης στους Εβραίους και χριστιανούς χωρικούς στην Αραβία. Ο φόρος υποτέλειας ήταν η κύρια πηγή πλούτου της ούμμα, η οποία την έσωζε από τη φτώχεια. Ο φόρος υποτέλειας σε μετρητά, σε είδος και σε ανθρώπινο δυναμικό επενδυόταν συνεχώς στον εξοπλισμό πολέμου και κατάκτησης τον οποίο τροφοδοτούσε, ενισχύοντας έτσι τη δύναμη και την κυριαρχία του. Στην Αίγυπτο, η οποία αρνήθηκε να πληρώσει τον φόρο που ζητήθηκε, έγινε και δεύτερη εισβολή και ο φόρος υποτέλειάς της τριπλασιάστηκε. Η Συρία, η Μεσοποταμία και η Αρμενία υπόκεινταν σε φόρο υποτέλειας, όπως και τα ελληνικά νησιά και οι παράκτιες πόλεις δυτικότερα. Λάφυρα και φόρος υποτέλειας ήσαν τα βασικά θεμέλια του πολιτικο-θεολογικού συστήματος της τζιχάντ και δικαιολογούσαν επιδρομές και ράζζια. Γίνονταν εισβολές σε πόλεις, περιοχές, επαρχίες και χώρες, σύμφωνα με τον φόρο που απαιτούνταν. Οι πολιορκούμενοι αποκτούσαν ειρήνη μόνο αν γίνονταν υποτελείς σε φόρο, ποσό που καταβαλλόταν τακτικά από τους κατακτημένους λαούς, που ήσαν θωρακισμένοι από λεηλασία, θάνατο ή σκλαβιά όσο παρέμεναν φόρου υποτελείς. Ο φόρος υποτέλειας ήταν εκείνος που θεωρητικά εξασφάλιζε τη ζωή και την ασφάλεια του πλήθους: εργατών, τεχνιτών, εμπόρων, χωρικών και κατοίκων των πόλεων, είτε χριστιανών —Νεστοριανών, Ιακωβιτών, Μελχιτών— είτε ζωροαστρικών ή Εβραίων, που κατοικούσαν σε εδάφη εξισλαμισμένα από τη τζιχάντ. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο φόρος υποτέλειας συνδέει την έννοια της τζιχάντ με εκείνη της ντίμμα. Προφανώς ο φόρος υποτέλειας που επιβαλλόταν σε υποτελή κράτη ή με τη μορφή προσωπικών φόρων υπήρχε πάντοτε, αλλά δεν ενσωματωνόταν σε θεολογική αντίληψη κατάκτησης.
Η νομαδική πρακτική της κράτησης (αιχμαλωσίας) εγκατεστημένου πληθυσμού για λύτρα ήταν καλά εδραιωμένη στην Αραβία και περιλάμβανε την αρχή της πελατειακής σχέσης. Σφράγιζε τη συμμαχία μεταξύ του εγκατεστημένου πληθυσμού —εργατών ή τεχνιτών— και των νομάδων, βοσκών και πολεμιστών. Οι τελευταίοι, με την καταβολή λύτρων σε χρήμα ή σε είδος, απέφευγαν να λεηλατούν τον εγκατεστημένο πληθυσμό και τον προστάτευαν από άλλες φυλές. Η απελευθέρωση των ντίμμι με πληρωμή λύτρων ήταν θεμελιώδες συστατικό της ντίμμι-δουλείας και συνεχιζόταν κατά τη διάρκεια των αιώνων με ποικιλία μορφών. Σε μια χώρα όπως η Παλαιστίνη, όπου κυριαρχούσαν νομάδες από την αρχή της κατάκτησης, οι Εβραίοι πλήρωναν λύτρα προστασίας μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα στις αραβικές και τουρκομανικές φυλές που περιπλανούνταν σε όλη την Ιουδαία, τη Σαμάρεια και τη Γαλιλαία.

Εκκλησία και μονή Αγίου Συμεών Στυλίτη (5ος αιώνας) Καλάτ Σιμάν, έρημος βόρειας Συρίας
Εγκαταλείφθηκε μετά την κατάκτηση των Αράβων
de Vogüé, τόμ. 2 (1877), εικ. 145
Από τον 7ο έως τον 19ο αιώνα και ακόμη και στις αρχές του 20ού —είτε μελετά κανείς την κατάσταση των Εβραίων, των Αρμενίων ή των Συρίων που εγκαταστάθηκαν στην Ανατολή, είτε των Ελλήνων και των Σλάβων στην Ανατολία και την Ευρώπη— το σύστημα κράτησης φόρου υποτελών πληθυσμών για λύτρα, ακόμη και αν ασκούνταν εν αγνοία της κυβέρνησης και ενάντια στα συμφέροντά της, κάλυπτε ολόκληρο το νταρ αλ-Ισλάμ και διείσδυε σε όλα τα επίπεδα και σε όλες τις πτυχές της ντίμμι-δουλείας. Επιδρομές σε χωριά και περιοχές ντίμμι, φυλάκιση και βασανισμοί προκρίτων, απαγωγές γυναικών και παιδιών —πλούσια στοιχεία μαρτυρούν κάθε μορφή εκμετάλλευσης. Η απέλαση των πληθυσμών της Αρμενίας και του Καραμπάχ από τον Σαχ Αμπάς Α’, για παράδειγμα, βασιζόταν σε οικονομικά κίνητρα.
Η απόσπαση οικονομικών πόρων στην οποία επιδίδονταν αρχηγοί φυλών ή κυβερνήτες αποτελούσε πιο σημαντικό διαβρωτικό παράγοντα για την καταστροφή των κοινωνιών ντίμμι, απ’ ό,τι οι υπερβολικοί φόροι τους οποίους επέβαλλε το κράτος.67 Επιπλέον η γεωγραφική δημογραφία της ντίμμι-δουλείας επιβεβαιώνει αυτό το κρίσιμο οικονομικό φαινόμενο, το οποίο όμως απουσιάζει από τους επίσημους κυβερνητικούς κανονισμούς.
Εκτός από τα οικονομικά και εθνοτικά του χαρακτηριστικά, ο φόρος υποτέλειας είχε θρησκευτικό ρόλο, που καθόριζε την αντίληψη και τον προορισμό του. Αυτή η θεολογική διάσταση, η οποία υπερέβαινε την οικονομική πτυχή, αποκλείει κάθε εξομοίωση με την αρχή της φορολόγησης.
Ο φόρος υποτέλειας: Παράγοντας ανάκαμψης και συμπαιγνίας
Ύστερα από την αραβική κατάκτηση οι χριστιανοί πρόκριτοι διατηρούσαν την οικονομική και διοικητική εξουσία, ενώ η εκτελεστική, πολιτική και στρατιωτική εξουσία γινόταν αποκλειστικά ισλαμική. Η πλειοψηφία του πληθυσμού ήσαν ντόπιοι και χριστιανοί, η μειονότητα ξένοι και Άραβες-μουσουλμάνοι. Οι Σύριοι χρονικογράφοι ξεχωρίζουν τους χριστιανούς στις διάφορες ισλαμικές επαρχίες με τους ακόλουθους όρους: Αιγύπτιοι, Σύριοι, Μεσοποτάμιοι, Αρμένιοι. Η Παλαιστίνη ονομαζόταν ακόμη χώρα των Εβραίων. Ο όρος «Ταϊγιάγιε» (Μπάνου Τάγι) προσδιόριζε Άραβες-μουσουλμάνους, οι οποίοι διακρίνονταν δεόντως από τους ντόπιους.
Η συλλογή διαφορετικών μορφών φόρου υποτέλειας ανετίθετο στους θρησκευτικούς ηγέτες των ηττημένων λαών. Αυτοί κατένειμαν το συνολικό οφειλόμενο ποσό στις κοινότητές τους και πλήρωναν στο ισλαμικό ταμείο το καθορισμένο ποσό, αφού αφαιρούσαν το δικό τους μέρος. Η εξαφάνιση του βυζαντινού κράτους μετέφερε έτσι στα πατριαρχεία τα κοσμικά, δικαστικά και οικονομικά καθήκοντα, που το χριστιανικό κράτος δεν αναλάμβανε πλέον.
Ο χαλίφης έδινε τη σφραγίδα του στον διορισμό του προκρίτου ή πατριάρχη, που δεσμευόταν να αποσπάσει τον υψηλότερο φόρο υποτέλειας από την κοινότητά του. Έτσι το μουσουλμανικό κράτος κέρδιζε διπλά από την αντιπαλότητα μεταξύ των προκρίτων κάθε κοινότητας: όχι μόνο αύξανε τον πλούτο του ως αποτέλεσμα της οικονομικής πλειοδοσίας από τους ηγέτες των φόρου υποτελών, αλλά κέρδιζε και προσήλυτους.
Στο εξής οι χριστιανοί θρησκευτικοί ηγέτες, υποβοηθούμενοι από τους προκρίτους, διαχειρίζονταν τα κολοσσιαία έσοδα που συνιστούσαν οι φόροι που επιβάλλονταν στους ομοθρήσκους τους. Υπό τους Ουμαγιάντ αυτός ο οικονομικός ρόλος που είχε ανατεθεί στις θρησκευτικές αρχές συνέβαλλε στον εμπλουτισμό εκκλησιών και μοναστηριών και στη συσσώρευση σημαντικών περιουσιών από χριστιανούς προκρίτους και επισκόπους. Ο ταμίας του Αμρ μπιν αλ-Ας ήταν χριστιανός με το όνομα Σαμπουντζί, που είχε υποστηρίξει τους Άραβες εισβολείς κατά την κατάκτηση της Αιγύπτου, αν και ήταν Μελχίτης. Ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες του, διορίστηκε ταμίας στον χαλίφη, αξίωμα που παρέμεινε στην οικογένειά του και κληρονόμησε ο εγγονός του, επίσκοπος Ιωάννης της Δαμασκού [Δαμασκηνός].
Ο Μιχαήλ Σύριος παραθέτει το παράδειγμα κάποιου Αθανασίου, δασκάλου του Αμπντ αλ-Αζίζ, εμίρη της Αιγύπτου, νεότερου αδελφού του χαλίφη των Ουμαγιάντ Αμπντ αλ-Μαλίκ. Μονοφυσίτης από την Έδεσσα, συγκέντρωνε αμέτρητο πλούτο και έχτιζε εκκλησίες. Όταν καταγγέλθηκε, ο χαλίφης του είπε: «Αθανάσιε, δεν κρίνουμε ότι είναι σωστό να έχει ένας χριστιανός τόσο μεγάλο πλούτο. Δώσε μας ένα μέρος του». Ο Αθανάσιος πλήρωσε, χωρίς να γίνει φτωχός.68
Στο χρονικό του, ο ψευδο-Διονύσιος αναφέρει τη δυστυχία των χωρικών και τον πλούτο των προκρίτων, των τραπεζιτών, των εμπόρων, των ιεραρχών και άλλων που εκμεταλλεύονταν τους ομοθρήσκους τους. Ως ενδιάμεσοι μεταξύ του χαλίφη και της μάζας των φόρου υποτελών, οι ηγέτες της κοινότητας και οι πρόκριτοι συσσώρευαν δύναμη και κύρος, πλούτιζαν από τη φοροσυλλογή, την πώληση επισκοπών και εκκλησιαστικών αξιωμάτων. Επιπλέον, το εμπόριο και η τραπεζική δραστηριότητα τους επέτρεπαν να διαδραματίζουν σημαντικό οικονομικό ρόλο.
Αυτή η πολύ ισχυρή τάξη των προκρίτων και εκκλησιαστικών επέζησε καθ’ όλη τη μακρά περίοδο της ντίμμι-δουλείας, της οποίας ήσαν το απαραίτητο υποπροϊόν. Όντας οι ευεργετούμενοι από τη μουσουλμανική εξουσία, παρέμεναν πάντοτε πιστοί σε αυτήν. Πίσω από το παραπέτασμά της, που εξαλειφόταν με το πέρασμα των αιώνων, κατασκευάζονταν τα γρανάζια μιας σχέσης ανάμεσα στη χριστιανική οικονομική εξουσία και την ισλαμική πολιτική εξουσία. Η εξέλιξη αυτής της σχέσης, που τροποποιήθηκε από ιστορικές συνθήκες, επρόκειτο να κορυφωθεί με την κατάπνιξη του Ανατολικού Χριστιανισμού και την ανατροπή των δημογραφικών αναλογιών των δύο δυνάμεων. Η επιτυχία και επιβίωση της ισλαμικής κατάκτησης εξαρτιόταν ακριβώς από τον συνδυασμό συμφερόντων μεταξύ των ηγετών των υποταγμένων λαών και των χαλίφηδων: οι πρώτοι πλούτιζαν από την υποτέλεια του λαού τους. Οι δεύτεροι εδραίωναν τη δύναμή τους μέσω της ενδοτικότητας των ντίμμι ηγετών.
Το χαλιφάτο: Προστατευτική δύναμη των ντίμμι
Η εξελισσόμενη παλίρροια της μετανάστευσης των Αράβων στην Ανατολή, κύμα μετά το κύμα, δεν ήταν ειρηνικό φαινόμενο. Για χρόνια, ακόμη και για αιώνες κάθε φορά, οι επαρχίες καταστρέφονταν από επαναλαμβανόμενους πολέμους. Η στρατολόγηση πολιτοφυλακών Κούρδων και Τούρκων σκλάβων για τη τζιχάντ επέκτεινε τις καταστροφικές επιθέσεις στη Μικρά Ασία, τα Βαλκάνια και στην καρδιά της Ευρώπης.
Σε αυτή τη βίαιη αναταραχή, ο χαλίφης αντιπροσώπευε την τάξη, την εξουσία και τη σταθερότητα. Με την ιδιότητά του ως ηγεμόνα, ξεκινούσε ειρήνη ή πόλεμο μέσα στο νταρ αλ-Ισλάμ, έκρινε τις συγκρούσεις μεταξύ των ντίμμι και εξασφάλιζε την εφαρμογή του νόμου. Ο χαλίφης προστάτευε τους υπηκόους του απέναντι στις ορδές μεταναστών που άφηναν την άγονη Αραβία για τα πλούσια εδάφη της λείας. Καθώς ποθούσαν τον πλούτο των φόρου υποτελών που κατοικούσαν στις πόλεις και την ύπαιθρο της αυτοκρατορίας, οι φιλοδοξίες τους συγκρούονταν με την πολιτική του χαλίφη, του οποίου οι οικονομικοί πόροι εξαρτώνταν από τη σταθερότητα και την παραγωγική εργασία των κατακτημένων λαών. Καταπολεμώντας την αρπακτικότητα των νομάδων, προστατευόταν η καλλιέργεια του εδάφους και διασφαλίζονταν οι εμπορικές ανταλλαγές στις πόλεις, καθώς και η είσπραξη φόρων. Γιατί όχι μόνο οι Άραβες επωφελούνταν από ένα προνομιακό οικονομικό σύστημα, αλλά επιπλέον οι καταστροφές και οι επιδρομές τους στους καθιστικούς υποτελείς υπονόμευαν τα κρατικά έσοδα. Αυτή η σύγκρουση ανάμεσα στους χαλίφηδες και στη συνέχεια τους σουλτάνους, προστάτες των κατακτημένων χριστιανών και Εβραίων, και από την άλλη των αραβικών και στη συνέχεια των κουρδικών και τουρκικών νομαδικών φυλών, διαπερνά όλη την περίοδο της ντίμμι-δουλείας.
Αυτός ο αγώνας ξεκίνησε στην αρχή της κατάκτησης με τη συζήτηση μεταξύ του Ομάρ Ιμπν αλ-Χατάμπ και των Αράβων πολεμιστών, οι οποίοι ζητούσαν αμέσως το μερίδιό τους από τους αγροτικούς πληθυσμούς και την περιουσία τους. Η σύγκρουση εκφράζεται σε μεγάλο αριθμό χαντίθ, που αντικατοπτρίζουν τις ανησυχίες των μουσουλμάνων ηγεμόνων τις πρώτες ημέρες της ισλαμικής κυριαρχίας. Τι θα έκαναν οι Άραβες, όταν δεν θα μπορούσαν πια να βασίζονται σε «ένα δηνάριο ή ένα ντιρχάμ πληρωμένου φόρου;»69 Και αυτή θα ήταν η αναπόφευκτη συνέπεια αν, ως αποτέλεσμα κακής χρήσης, «ο Θεός σκληρύνει τις καρδιές των υποτελών, που θα αρνηθούν να πληρώσουν τον φόρο επί της περιουσίας τους».70 Αυτή η οικονομική επιταγή βρίσκεται πίσω από τις πολυάριθμες συστάσεις που αποδίδονται στον Ομάρ, οι οποίες υπαγορεύουν στους Άραβες να σέβονται τα δικαιώματα των υποτελών, οι οποίοι «φροντίζουν για τη διατροφή των οικογενειών σας».71 Ο Αμπού Γιουσούφ, στη νομική του πραγματεία, εξέφραζε την ίδια επιφυλακτική πολιτική απέναντι στους φόρου υποτελείς, ενώ εξακολουθούσε να τους «καταβροχθίζει εντός των νόμιμων ορίων». Έτσι το χαλιφάτο εμφανιζόταν ως η αρχή που προστάτευε τους ντόπιους υποτελείς απέναντι στις απαιτήσεις των φυλών Βεδουΐνων.
Αυτή η σύγκρουση μεταξύ του κράτους και των νομάδων, που ανανεωνόταν επί γενιές σε ολόκληρο το νταρ αλ-Ισλάμ, εξηγεί την τάση των χριστιανών και Εβραίων ντίμμι να αναφέρονται με ευγνωμοσύνη στην ανώτατη ισλαμική εξουσία, η οποία αντιπροσώπευε και εγγυόταν την τάξη και τη συνέχεια —τα θεμέλια του πολιτισμού— ενάντια στην αναρχία και την καταστροφή. Ήταν αρχαία σύγκρουση εθνικής, πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής φύσης, στην οποία το Ισλάμ απένειμε θεολογική διάσταση μέσω ενός δικαίου που καθόριζε τα προνόμια των μουσουλμάνων και την κυριαρχία τους επί των Λαών του Βιβλίου. Όποια κι αν ήσαν τα πολιτικά ζητήματα στους επαναλαμβανόμενους πολέμους και εξεγέρσεις, οι ντίμμι ζούσαν πάντοτε υπό την προστασία της παράταξης που βρισκόταν στην εξουσία, εμπιστευόμενοι την ασφάλεια και τα δικαιώματά τους στα θρησκευτικά και δικαστικά όργανα του μουσουλμανικού κράτους: τη σαρία και τη ντίμμα. Αυτό το αίσθημα ευγνωμοσύνης και εμπιστοσύνης προς τον χαλίφη, ή τον εκπρόσωπο της εξουσίας, μπορεί να αλιευθεί από τα χρονικά των Σύριων πατριαρχών.
Επιπλέον η αδιαλλαξία του Βυζαντίου, που ακολουθούσε την πολιτική του της θρησκευτικής ενοποίησης, ωθούσε τις διωκόμενες χριστιανικές κοινότητες να ζητούν ισλαμική προστασία. Η αναγκαστική αλλαγή θρησκεύματος των Εβραίων που διατάχθηκε από τον αυτοκράτορα Λέοντα Γ’ Ίσαυρο (717-41), ο διωγμός Μονοφυσιτών, Αρμενίων, Συρίων και Νεστοριανών, προκαλούσαν μετανάστευση στο νταρ αλ-Ισλάμ. Ο χαλίφης, όχι μόνο καλωσόριζε Εβραίους και χριστιανούς, θύματα Βυζαντινού φανατισμού, αλλά προστάτευσε κιόλας τους Λαούς του Βιβλίου από την αρπακτικότητα των ομάδων λεηλασίας. Με τη διαμεσολάβηση των εκπροσώπων τους, οι ντίμμι μπορούσαν να υποβάλλουν τα παράπονά τους στον χαλίφη και να προσφεύγουν σε αυτόν για δικαιοσύνη. Δεν ήταν εύκολο έργο να ξεδιαλύνουν την αλήθεια από το ψέμμα ούτε να κατανοήσουν τις μηχανορραφίες και επομένως είναι ακόμη πιο αξιοσημείωτο ότι, παρά το βάρος μιας τεράστιας αυτοκρατορίας, χαλίφηδες και σουλτάνοι προσπαθούσαν να επιλύσουν δίκαια τα παράπονα των υποτελών υπηκόων τους.72

Αρμένιος πατριάρχης (1720)
Costumes turcs
Συχνά η μουσουλμανική αρχή παρέμβαινε επίσης αμερόληπτα σε συγκρούσεις μεταξύ κοινοτήτων —Ιακωβιτών εναντίον Μελχιτών, Μελχιτών εναντίον Νεστοριανών, χριστιανών εναντίον Εβραίων και αντίστροφα— ακόμη και σε συγκρούσεις μέσα σε κάθε κοινότητα. Έχει δοθεί μεγάλη έμφαση στον τρόπο με τον οποίο το χαλιφάτο εκμεταλλευόταν σχίσματα για να καταστρέφει κοινότητες. Φαίνεται όμως πιο πιθανό ότι οι διαφορετικές κοινότητες αυτοκαταστρέφονταν από την ένταση του μίσους και του φανατισμού που τοποθετούσε τη μία εναντίον της άλλης, ακόμη και πριν από την προέλαση του Ισλάμ. Μάλιστα δεν πρέπει να ελαχιστοποιούνται ούτε η περιοριστική δράση που αναλάμβανε το μουσουλμανικό κράτος σε αυτές τις αντιπαραθέσεις, ούτε ο θετικός του ρόλος στην αλληλεπίδραση των συγκρούσεων μεταξύ των ντίμμι.
Υπάρχουν άφθονα αποδεικτικά στοιχεία για την καλή θέληση των ισλαμικών αρχών, χαλίφηδων ή περιφερειακών κυβερνητών, απέναντι στους ντίμμι προκρίτους που εκπροσωπούσαν την κοινότητά τους: υψηλόβαθμους αξιωματούχους, γιατρούς, αστρολόγους και διαχειριστές. Σε αυτό το επίπεδο είναι εμφανής η πολυθρησκευτική συμβίωση στο νταρ αλ-Ισλάμ. Βασιζόταν σε κοινότητα συμφερόντων, συμμετοχή στην κυβέρνηση μέσω της διαχείρισης της διοίκησης και της οικονομίας από ισχυρή τάξη εμπόρων και λογίων που ζούσαν στις πόλεις, κοντά στη δύναμη που έπαιρνε τις αποφάσεις. Έχοντας κερδηθεί από το καθεστώς, αυτή η τάξη μπορούσε να επιβιώνει και να προχωρεί μόνο στη σκιά του, μέσω της προστασίας του και της καλής του θέλησης. Έτσι, σε αυτήν την αντιφατική σχέση προστασίας και καταπίεσης, που καθοριζόταν από οικονομικούς, ιδεολογικούς και πολιτικούς παράγοντες, η κατάσταση της ντίμμι-δουλείας διαιωνιζόταν στην ιστορία, με θετικές ή αρνητικές παραλλαγές.
Καταπίεση και συνεργασία
Η ισλαμική κυριαρχία επί των χριστιανικών πληθυσμών επιβαλλόταν και εδραιωνόταν με επιτυχία λόγω στενής συνεργασίας μεταξύ του μουσουλμανικού κράτους και των ηγετών των ντίμμι, οι οποίοι συνδύαζαν πνευματική και κοσμική εξουσία.
Σε γενικές γραμμές ολόκληρο το σύστημα της ντίμμι-δουλείας βασιζόταν στον συνδυασμό των σχέσεων μεταξύ της κυριαρχίας από την ούμμα και της υποταγής των νικημένων, πράγμα που συνεπαγόταν συνεργασία. Η συνεργασία ήταν αναπόφευκτη, καθώς ο διορισμός των πολιτικών ή θρησκευτικών ηγετών των ντίμμι λαών υπόκειτο στην έγκριση της μουσουλμανικής εξουσίας, η οποία έτσι εξασφάλιζε την πίστη πολύτιμων βοηθών.
Στους πρώτους αιώνες της αραβικής κατάκτησης κυρίως χριστιανοί και ζωροαστρικοί πρόκριτοι, αλλά και Εβραίοι —καθώς και αμέτρητοι μαουάλι και χριστιανοί και Εβραίοι σκλάβοι που προέρχονταν από τα λάφυρα πολέμου— κατείχαν σημαντικές θέσεις, όχι μόνο κοντά στους χαλίφηδες αλλά και στη διοίκηση και τον στρατό. Υπό το χαλιφάτο του Αμπντ αλ-Μαλίκ (685-705): «Χριστιανοί ηγέτες εξακολουθούσαν να διευθύνουν όλες τις κυβερνητικές δραστηριότητες στις πόλεις και την ύπαιθρο».73 Στην Ανδαλουσία ο επικεφαλής της χριστιανικής κοινότητας της Κόρδοβας, ο κόμης Ραμπί, διοικούσε τις πολιτοφυλακές σκλάβων —όλων χριστιανών— του αλ-Χακάμ Α’ (796-822). Κατ’ απαίτηση του Αμπντ αλ-Ραχμάν Β’ (822-52), ο μητροπολίτης Σεβίλλης Ρεκαφρέντ και οι επίσκοποι της επισκοπής της Ανδαλουσίας αποκήρυξαν τη αντίσταση των χριστιανών Μοζαράμπ. Εκπρόσωπος του χαλίφη ήταν ένας χριστιανός αξιωματούχος στην οικονομική διοίκηση, ο κόμης γιος του Αντωνιανού, ο οποίος αργότερα εξισλαμίστηκε.
Γραφείς, γραμματείς, θησαυροφύλακες, λογιστές, αρχιτέκτονες, τεχνίτες, αγρότες, γιατροί, λόγιοι, διπλωμάτες, μεταφραστές και πολιτικοί, οι χριστιανοί αποτελούσαν τη βάση, την υφή, την ελίτ και τα σπλάχνα της μουσουλμανικής αυτοκρατορίας. Είναι πιθανό ότι χωρίς τη συνεργασία τους η δημιουργία και επέκταση αυτής της αυτοκρατορίας δεν θα ήταν δυνατή. Οι κατακτημένες χριστιανικές μάζες έθεταν όλους τους πόρους —όλη την ικανότητα, τη συσσώρευση τεχνικών δεξιοτήτων και επιστημών που είχαν δημιουργήσει προηγούμενοι πολιτισμοί— στην υπηρεσία νομάδων αρχηγών ή ημινομάδων Αράβων και, αργότερα, των Τούρκων. Η ισλαμική λογοτεχνία, επιστήμη, τέχνη, φιλοσοφία και νομολογία γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν όχι στην Αραβία, μέσα σε έναν αποκλειστικά αραβικό και μουσουλμανικό πληθυσμό, αλλά εν μέσω κατακτημένων λαών, τρεφόμενες από το σθένος τους και από το ετοιμοθάνατο, χωρίς αίμα σώμα της ντίμμι-δουλείας. Η ισλαμική εξουσία ήξερε πώς να αναγνωρίζει αυτήν τη νομιμοφροσύνη και αφοσίωση. Οι στενότεροι συνεργάτες του χαλίφη —οι σύμβουλοί του— ήσαν συχνά εξισλαμισμένοι ζωροαστρικοί, αλλά κυρίως χριστιανοί, ενώ η προσωπική του πολιτοφυλακή, η ραχοκοκαλιά του στρατού του, σχηματιζόταν από χριστιανούς αιχμαλώτους. Όχι μόνο ήσαν πιο έξυπνοι και πιο επιδέξιοι από τους άλλους, αλλά και το γεγονός ότι ήσαν ευάλωτοι ως ντίμμι ή σκλάβοι, του εξασφάλιζε πίστη που δεν θα εύρισκε μεταξύ των ομοθρήσκων του.
Η ισχυρή κατηγορία των ντίμμι προκρίτων, εμπόρων, τραπεζιτών και εμπόρων μεγάλωνε και ευημερούσε στις πρωτεύουσες —Βαγδάτη και Δαμασκό— κατά την περίοδο της αποδιοργάνωσης των αγροτικών ζωνών, που ξεκίνησε υπό τους Ουμαγιάντ και επιταχύνθηκε υπό τους Αββασίδες. Ο πλούτος και η οικονομική δύναμη αυτής της τάξης και η επιρροή της στην αυλή απέκρυπταν τη διαδικασία αποσύνθεσης των αγροτικών τάξεων. Εξεγέρσεις αγροτών, όπως στην Αίγυπτο, παρέμεναν τοπικές. Χωρίς την ηγεσία και την υποστήριξη των επιφανών, ήσαν καταδικασμένες σε αποτυχία και οι αγρότες προορισμένοι για σφαγή. Όσο αντιχριστιανική κι αν ήταν η πολιτική τους, οι μουσουλμάνοι ηγέτες χρησιμοποιούσαν πάντοτε τις υπηρεσίες διακεκριμένων χριστιανών στο στενότερο περιβάλλον τους. Για παράδειγμα, ο Νασρ, ο οποίος τρομοκρατούσε τους χριστιανούς της Μεσοποταμίας την εποχή του Μαμούν, είχε Νεστοριανό γραμματέα.
Αυτή η προνομιακή τάξη εμπόρων, τραπεζιτών, διπλωματών ή συμβούλων επιζούσε για αιώνες, παραμένοντας μόνιμη στη δομή της, ενώ μεταβαλλόταν στη σύνθεσή της. Κάτω από τους Οθωμανούς, Έλληνες και Αρμένιοι αντικαθιστούσαν γενικά τους Εβραίους, χριστιανούς και ζωροαστρικούς που είχαν υπηρετήσει τους Άραβες χαλίφηδες. Παρούσα από τις απαρχές της Αραβικής Αυτοκρατορίας, αυτή η τάξη αναγνωρίζεται στην αυστηρή αλλά αξιόπιστη περιγραφή του Αμπντολονίμ Ουμπιτσίνι, σύγχρονου παρατηρητή το 1840, κατά την παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μάλιστα όπως έχει τονιστεί συχνά, οι χριστιανοί ηγέτες και οι Εκκλησίες προσαρμόζονταν εύκολα στην κυριαρχία του Ισλάμ, που επέτρεπε σε μια προνομιούχα μειοψηφία να πλουτίζει με τη φοροσυλλογή και στις Εκκλησίες να διατηρούν τα τελετουργικά τους και τον οικονομικό, νομικό και πνευματικό έλεγχο των κοινοτήτων τους. Αυτή η κατάσταση άντεχε, ακόμη και αν ιστορικές συγκυρίες —που δεν ήταν δυνατό να προβλεφθούν κατά τη διάρκεια της ζωής κάποιου— μείωναν τη δύναμή τους στις απολιθωμένες παραδόσεις φανταστικών λαών κατά τη διάρκεια της μακράς παρακμής τους μέσω της ντίμμι-δουλείας.
Παρόλο που οι πηγές για την αραβική περίοδο περιέχουν άφθονες πληροφορίες για αυτή τη σχέση, η συμβίωση σε οικονομικές και πολιτικές σχέσεις —μεταξύ των Τούρκων κατακτητών και των Ελλήνων και Σλάβων εκπροσώπων των υποταγμένων λαών— μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητή από τον πλούτο και την ποικιλία των Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων που αφηγούνται την ιστορία των Βαλκανίων κατά τον Μεσαίωνα. Αυτή η συνεργασία, που προηγήθηκε και διευκόλυνε τις τουρκικές νίκες, ήταν μόνο η φυσική συνέχεια συμμαχιών μεταξύ διαφόρων σουλτάνων και χριστιανών ηγεμόνων.74
Λιγότερο εκπληκτική από την αραβική κατάκτηση των ανατολικών βυζαντινών επαρχιών, η τουρκική προέλαση προς τα κέντρα του Χριστιανισμού —το Βυζάντιο και τη Ρώμη— κάλυψε χρονικό διάστημα περισσότερων από τέσσερις αιώνες. Αυτή η μακρά περίοδος σημαδεύτηκε από πολέμους και συμμαχίες μεταξύ πληθυσμών που περνούσαν από την αντιπαράθεση στη συνεργασία. Μπορεί λοιπόν κανείς να διακρίνει ένα αυτοδιαιωνιζόμενο ρεύμα χριστιανών ισλαμόφιλων που διατρέχει συνεχώς στην ιστορία, ακόμη και αυξάνοντας τις τάξεις των ισλαμικών στρατών, τους οποίους ενίσχυε και οδηγούσε στην κατάκτηση των πρώην πατρίδων τους. Ηγεμόνες, τυχοδιώκτες και απογοητευμένοι φιλόδοξοι άνδρες έρρεαν σε συνεχές κύμα προς τους σουλτάνους, τους οποίους συμβούλευαν και στους οποίους έδιναν ακριβείς πληροφορίες για την κατάσταση των χριστιανικών επαρχιών. Η ισλαμική προέλαση, υποβοηθούμενη σε μεγάλο βαθμό από τη συμβολή χριστιανών λιποτακτών και αποστατών, παρέκαμπτε τις σφοδρές άμυνες, προχωρώντας σε εναλλασσόμενη ακολουθία καταπατήσεων, ειρηνικών εισβολών και πολέμου.
Στα Βαλκάνια ο κατακερματισμός των σερβικών και βουλγαρικών εδαφών σε αριθμό αντίπαλων, ανεξάρτητων επικρατειών και οι διχογνωμίες μεταξύ της σερβικής, ελληνικής και βουλγαρικής εθνικής Εκκλησίας οδήγησαν σε πολλές συμμαχίες μεταξύ χριστιανών ηγεμόνων και Τούρκων εμίρηδων. Στην Κωνσταντινούπολη δυναστικές διαμάχες έκαναν τον ίδιο τον θρόνο εξαρτημένο από τους τουρκικούς στρατούς. Οι συμμαχίες σφραγίζονταν από γάμους και αποστολή πριγκήπων-ομήρων και Ελλήνων συμβούλων στην αυλή των σουλτάνων. Η αναρχία ήταν ακόμη μεγαλύτερη στη Βοσνία, όπου εξεγέρσεις εναντίον της μοναρχίας από φεουδάρχες πυροδοτούνταν από θρησκευτική διαμάχη μεταξύ των οπαδών του Βογομιλισμού και των Καθολικών.75
Αυτή η χριστιανο-ισλαμική συνεργασία, ενσωματωμένη στους αγώνες και τους στόχους για εξουσία, δεν περιοριζόταν στο πεδίο της πολιτικής. Υπήρχε στα υψηλότερα επίπεδα της Ορθόδοξης θρησκευτικής ιεραρχίας, αγωνιώντας να προστατέψει από τον Καθολικό προσηλυτισμό τους πολυάριθμους λαούς που έλεγχε. Η παλαιά αντιπαλότητα μεταξύ του παπισμού και του πατριαρχείου, η αδιαλλαξία των θέσεων που υιοθετούνταν και ο φανατισμός και η σκληρότητα των αντιπαραθέσεων μεταξύ χριστιανών δημιουργούσαν μια ισχυρή λατινοφοβική και τουρκόφιλη παράταξη μέσα στον ελληνορθόδοξο κλήρο. Ο Μεχμέτ Β’ (1451-81) επιβράβευσε τον τούρκοφιλο ζήλο του Γεννάδιου Σχολάριου, σφοδρού εχθρού της ένωσης με τη Ρώμη, αναθέτοντάς του την πολιτική και θρησκευτική διοίκηση όλων των χριστιανών στα Βαλκάνια.
Συνεργασία σημειωνόταν επίσης στο στρατιωτικό επίπεδο καθώς και στον πολιτικό και θρησκευτικό τομέα. Ισπανοί, Έλληνες, Σλάβοι και Αρμένιοι μισθοφόροι ενίσχυαν σημαντικά τα αραβικά και τουρκικά στρατεύματα. Χριστιανοί ηγεμόνες, υποβαθμισμένοι σε υποταγή στους Οθωμανούς, πλήρωναν φόρο υποτέλειας και έπρεπε να παρέχουν σώματα χριστιανών στρατιωτών για να πολεμούν στο πλευρό των Τούρκων. Είτε πρόκειται για στρατιωτικό, οικονομικό, θρησκευτικό, πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο στις σχέσεις μεταξύ κρατών είτε για παρατεταμένες σχέσεις υποταγής σε ντίμμι-δουλεία, η συνεργασία και η συμμαχία, η σύντηξη και η ολοκλήρωση, συνιστούσαν δυναμική συγκρητισμού και εξέλιξης που διέσχιζε και διαμόρφωνε την ιστορία.
Άλλες διαδικασίες εξισλαμισμού
Οι κίνδυνοι που ενυπήρχαν στη δημογραφική ανισορροπία και στην οικονομική και διοικητική δύναμη που κατείχαν οι κατακτημένοι χριστιανοί γίνονταν καλά αντιληπτοί από τους Άραβες χαλίφηδες και τους Τούρκους σουλτάνους. Ενώ οικονομικά συμφέροντα περιόριζαν τα μέτρα για την απέλαση ή την αναγκαστική αλλαγή θρησκεύματος των ντίμμι, η στρατιωτική ασφάλεια απαιτούσε αύξηση του μουσουλμανικού πληθυσμού στα κατακτημένα εδάφη, έτσι ώστε να εξουδετερώνεται και να συντρίβεται κάθε τοπική αντίσταση από τους υπηκόους λαούς. Η συνέχιση του αραβικού και τουρκικού αποικισμού βασιζόταν στη δημογραφική πυκνότητα της μουσουλμανικής ενδοχώρας, πυκνότητα η οποία ανανέωνε συνεχώς την ανθρώπινη ορμή. Όμως σε αυτή τη μεταναστευτική ροή έπρεπε κανείς να διαφοροποιεί τη μετανάστευση των ποιμενικών λαών, που αναζητούσαν βοσκοτόπους και προσελκύονταν από τον πλούτο των αστικών κέντρων, από τη μεταναστευτική πολιτική των χαλιφών. Άραβες μετανάστευσαν σε όλο το Μασρέκ, το Μαγρέμπ, την Ισπανία και τα ιταλικά και ελληνικά νησιά. Τον 9ο αιώνα ο αλ-Αμπάς μπιν αλ-Φαντλ εγκατέστησε μουσουλμάνους στη Σικελία, την Καλαβρία και τη Λογγοβαρδία. Στην εκστρατεία του εναντίον του Αμορίου (833) ο αλ-Μαμούν φέρεται ότι είχε πει:
Θα αναζητήσω τους Άραβες <Βεδουΐνους>, θα τους φέρω από τις ερήμους τους και θα τους εγκαταστήσω σε όλες τις πόλεις που θα κατακτήσω, μέχρι να επιτεθώ στην Κωνσταντινούπολη.76
Η πολιτική αραβικού αποικισμού συνοδευόταν από ένα αντίστροφο κίνημα: τη μετατόπιση και απέλαση των ντίμμι πληθυσμών. Η πολιτική αυτή αντιστοιχούσε σε οικονομικές και στρατηγικές επιταγές. Το εργατικό δυναμικό εξαγόταν σε περιοχές όπου ο πληθυσμός αποδεκατιζόταν και εκτοπιζόταν ως σκλάβοι. Αλλά αυτή η εθνοτική μετατόπιση κατέστρεφε ιδιαίτερα την ομοιογένεια του κοινωνικού ιστού. Κατακερμάτιζε τους πληθυσμούς σε θύλακες, συχνά εχθρικούς μεταξύ τους και συνέβαλε στη διάλυση των κοινοτικών δεσμών αυτών των ομάδων, αποκομμένων από τις πατρίδες τους.
Σύροι, Κόπτες, Αρμένιοι, Εβραίοι, χριστιανοί Νεστοριανοί, Μελχίτες και Ινδουιστές απελάθηκαν κατά τη διάρκεια της αραβικής κατάκτησης και αποικισμού. Κατά την κατάκτηση της Βαβυλωνίας (Ιράκ), σημαντική μάζα κατοίκων μεταφέρθηκε στη Χιτζάζ. Κατά την κατάληψη της Καισαρείας στην Παλαιστίνη, τέσσερις χιλιάδες κάτοικοι σύμφωνα με πληροφορίες απελάθηκαν ως σκλάβοι στη Μεδίνα.77 Το 670 ο Μουαουίγια μετατόπισε μεγάλο αριθμό οικογενειών από τη Βασόρα στη Συρία. Ο αλ-Ουαλίντ και ο Γιαζίντ Β’ κατέφευγαν επίσης σε απελάσεις. Ο Αλ-Μανσούρ απέλασε Αρμένιους από το Μαράς και τα Σαμόσατα. Ο Αλ-Μαμούν, στην εκστρατεία του για να υποτάξει την εξέγερση των Κοπτών στην Κάτω Αίγυπτο, είχε εκτοπίσει αντάρτες στο κάτω Ιράκ ενώ άλλους εξόντωσε επί τόπου.78 Οι Αλμοραβίδες απέλασαν χριστιανούς από τη Σεβίλλη (Ανδαλουσία) στο Μέκνες (Μαρόκο). Σύμφωνα με τον καδή Αμπούλ-Χασάν αλ-Μαγρίμπι (14ος αιώνας), καθώς οι χριστιανοί ήσαν ειδικοί στην τοιχοποιία, την δενδροκομία και την άρδευση, δεξιότητες στις οποίες οι μουσουλμάνοι σπάνια υπερείχαν και τις οποίες δεν εξασκούσαν, ήταν συμφέρουσα η εγκατάστασή τους μεταξύ μουσουλμάνων, προκειμένου να αναπτυχθεί η πόλη και να αποδυναμωθούν οι άπιστοι. Κατά συνέπεια, η απέλαση των ντίμμι στο Μαρόκο από τους Αλμοραβίδες οδήγησε σε σημαντική αύξηση του πλούτου.
Την πολιτική αποικισμού των Αράβων, μέσω της μετατόπισης ντόπιων κατοίκων και της εγκατάστασης φυλών στα κατακτημένα εδάφη, υιοθέτησαν οι Σελτζούκοι (11ος αιώνας) και αργότερα οι Οθωμανοί στον εκτουρκισμό και εξισλαμισμό της Αρμενίας, της Ανατολίας και των Βαλκανίων. Το 1137 ο Μασούντ, σουλτάνος του Ικονίου, κατέλαβε τα Άδανα (Κιλικία) και οδήγησε όλο τον πληθυσμό τους στην αιχμαλωσία. 79 Το 1171 ο Κίλιτζ Αρσλάν Β’ απέλασε όλους τους κατοίκους της περιοχής γύρω από τη Μελιτηνή ως αιχμαλώτους.80 Αφού κατέκτησαν τα Βαλκάνια, οι Οθωμανοί διέταξαν τη μετατόπιση (σουργκούν: εξορία) των γηγενών πληθυσμών.81 Αγρότες από τη Βλαχία και τη Ρουμέλια εκτοπίστηκαν στη Βοσνία.82 Ο Μουράτ Α’ (1362-89) πήρε την Αδριανούπολη (1362) και τη γύρω περιοχή και την εποίκισε με μουσουλμάνους από την Ανατολία.83 Υπό τον Μεχμέτ Β’ χιλιάδες Ούγγροι, Σέρβοι, Βούλγαροι και Έλληνες μετατοπίστηκαν από τις επαρχίες τους —τώρα μέρος του νταρ αλ-Ισλάμ— σε άλλες περιοχές. Όταν έπεσε η Κωνσταντινούπολη το 1453, πενήντα έως εξήντα χιλιάδες άνθρωποι υποδουλώθηκαν και εκτοπίστηκαν. Στη συνέχεια η έρημη πόλη επανεποικίστηκε με χιλιάδες μουσουλμάνους, χριστιανούς και Εβραίους που μεταφέρθηκαν από διαφορετικές επαρχίες της αυτοκρατορίας. Στο δεύτερο μισό του 15ου αιώνα ελληνικοί πληθυσμοί εκτοπίστηκαν από την Πελοπόννησο σε ερημωμένες περιοχές της αυτοκρατορίας.84 Το 1573 είκοσι χιλιάδες Τούρκοι με τις οικογένειές τους και τα ζώα τους μεταφέρθηκαν στην Κύπρο85 και διανεμήθηκαν σε χωριά και πόλεις, όπου αυτές οι μικρές ομάδες έγιναν ενεργές εστίες εξισλαμισμού.
Ο εξισλαμισμός πραγματοποιούνταν επίσης μέσω αποστατών, οι οποίοι αποτελούσαν τόσο σημαντικό αριθμό σε κάθε περίοδο και έπαιζαν τόσο σημαντικό ρόλο, ώστε αυτό το θέμα να αξίζει από μόνο του μια μονογραφία. Εδώ θα αναφέρουμε μόνο τους αποστάτες της Βοσνίας οι οποίοι, σύμφωνα με αρκετές πηγές, θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως τους καλύτερους πιστούς και ήσαν οι πιο βίαιοι καταπιεστές των πρώην ομοθρήσκων τους. Η επιρροή που ασκούσαν οι εξισλαμισμένοι Βόσνιοι, ιδιαίτερα στην τουρκική διοίκηση, τον στρατό και το σώμα των γενιτσάρων, ήταν διαβόητη.
Μερικές φορές, παρά τις μετατροπές θρησκεύματος, διατηρούνταν δεσμοί με την κοινότητα προέλευσης, ιδιαίτερα πολιτισμικού χαρακτήρα. Τον 16ο και τον 17ο αιώνα για παράδειγμα, η σερβική έγινε η επίσημη γλώσσα της τουρκικής αρχιγραμματείας για υποθέσεις που σχετίζονταν με τη Βαλκανική χερσόνησο. Ένας από τους μεγάλους βεζίρηδες, προερχόμενος από τους εξισλαμισμένους Σέρβους, ο Μεχμέτ Σοκόλοβιτς, αποκατέστησε το Σερβικό Πατριαρχείο το 1557 και επέκτεινε τη δικαιοδοσία του. Αυτός ο σημαντικός παράγοντας διατήρησε τη σερβική εθνική συνείδηση, η οποία καλλιεργούνταν στις εκκλησίες και τα μοναστήρια, που προστατεύονταν από τους εξισλαμισμένους Σέρβους οι οποίοι γνώριζαν την καταγωγή τους.86
Παρόμοια κατάσταση συνέβη και στους Βυζαντινούς. Πριν από την τουρκική κατάκτηση οι θέσεις ελέγχου στο κράτος μοιράζονταν μεταξύ μελών των ίδιων οικογενειών από την ελληνική αριστοκρατία. Οι οικογενειακές σχέσεις εδραίωναν την πολιτική, στρατιωτική και θρησκευτική αλληλεγγύη, ενώ τα ανώτερα εκκλησιαστικά αξιώματα —επίσκοποι και πατριάρχες— προορίζονταν για την αριστοκρατία. Μετά την κατάκτηση οι ευγενείς που αλλαξοπίστησαν προκειμένου να διατηρήσουν την κτηματική τους περιουσία και τα προνόμιά τους διατηρούσαν ακόμη τους δεσμούς τους με την οικογένειά τους, η οποία είχε παραμείνει χριστιανική, και ιδιαίτερα με τον ανώτερο κλήρο. Μια αξιοσημείωτη μελέτη εξετάζει τις σχέσεις μεταξύ των εξισλαμισμένων ευγενών και των χριστιανικών οικογενειών τους στην Κύπρο μετά την τουρκική κατάκτηση (1570-71).87 Αν και πρόκειται για λεπτομερή μελέτη μιας ειδικής περίπτωσης, ρίχνει φως στη διαδικασία εξισλαμισμού από αποστάτες ευγενείς στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, τα Βαλκάνια και στην Ανατολή μερικούς αιώνες νωρίτερα.

Αζαμογλάν. Παιδί του φόρου υποτέλειας (18ος αιώνας)
Ms. Biencourt, BN
«Οι αζαμογλάν, που είναι χριστιανόπουλα υπήκοα των Τούρκων, τα οποίοι παίρνονται τόσο στον πόλεμο όσο και αλλιώς […] για να μην αναφέρουμε τα άλλα χριστιανικά μέρη όπου αυτοί οι κουρσάροι προωθούν τις συνήθεις επιδρομές τους: και χωρίς [να αναφέρω] εκείνους [τους τόπους] επίσης, τους οποίους λεηλατούν στην Αρμενία, τη Μινγκρελία και άλλες χώρες της Ανατολικής Μεσογείου […], όπως και τις εισβολές που γίνονται κάθε τρία χρόνια μέσω της Ελλάδας, της Σλαβονίας και άλλων τόπων που υπόκεινται στους Τούρκους, προκειμένου να μάθουν από τους ιερείς κάθε ενορίας πόσα παιδιά από κάθε σπίτι βρίσκονται υπό τον έλεγχό τους από την εποχή της τελευταίας τους έρευνας, χωρίς να τολμά ο φτωχός ιερέας να κρύψει οτιδήποτε από αυτούς: γιατί [αν το έκανε] θα ήταν σαν να ακολουθούσε τον δικό τους δρόμο προς την αιώνια δουλεία».
Thevet (1575), τομ. 2, βιβλ. 18, φυλ. 817v
Οι αλλαγές θρησκεύματος παρακινούνταν από υλικούς υπολογισμούς: συμμετοχή στην κυβέρνηση και διατήρηση προνομίων και κοινωνικής θέσης. Οι προσήλυτοι διατηρούσαν τις σχέσεις τους με τις οικογένειές τους, με προκρίτους ή υψηλούς κληρικούς, οι οποίοι διαχειρίζονταν τις οικονομικές και νομικές υποθέσεις των χριστιανικών πληθυσμών για το μουσουλμανικό κράτος. Ο προσήλυτος μπορούσε να παίζει ρόλο στην άμβλυνση της πολιτικής του χαλίφη ή σουλτάνου απέναντι στην κοινότητα προέλευσής του, ενώ εξακολουθούσε να ελέγχει τον στρατό, τη διοίκηση και την πολιτική. Έτσι σε ολόκληρη την κατακτημένη επικράτεια είχε στην πραγματικότητα καθιερωθεί μια εξουσία τριών πόλων, με τη μορφή της ισλαμικής (αραβικής ή τουρκικής) στρατιωτικής δύναμης, της διοίκησης (εξισλαμισμένοι αξιωματούχοι, ουλεμάδες, καδήδες και άλλοι) και των εκπροσώπων των κατακτημένων λαών (κλήρος, που συνδεόταν με οικογενειακούς δεσμούς με εξισλαμισμένους αξιωματούχους). Η διατήρηση της εξουσίας από τους εξισλαμισμένους χριστιανούς ευγενείς (Μονοφυσίτες, Μελχίτες ή Νεστοριανούς) παρείχε συνέχεια, εγγυόταν τη μετάβαση από το χριστιανικό κράτος στο μουσουλμανικό κράτος και εξασφάλιζε τη μεταβίβαση τεχνολογίας και διοικητικών δεξιοτήτων.
Στην αρχή των αραβικών κατακτήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο οι Μονοφυσίτες, που διώκονταν από το Βυζάντιο, θριάμβευσαν, ενώ η ελληνορθόδοξη λατρεία απαγορευόταν. Με την άλωση της Κωνσταντινούπολης παραχωρήθηκε στο ελληνορθόδοξο πατριαρχείο η διοίκηση όλων των Ορθοδόξων κοινοτήτων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ενώ οι σλαβικές εθνικές Εκκλησίες καταστάλθηκαν. Αυτές οι σχέσεις, βασισμένες σε συμπαιγνία και συνεργασία μεταξύ προσηλυτισμένων στο Ισλάμ, προκρίτων και της μουσουλμανικής εξουσίας, διαπερνούσαν τη δυναμική των πολιτικών, οικονομικών και στρατηγικών συμφερόντων. Δεν διέφυγαν της προσοχής των σταυροφόρων, προκαλώντας τη δυσπιστία τους προς τους Έλληνες και τους Μονοφυσίτες, οι οποίοι τους πρόδωσαν σε περισσότερες από μία περιπτώσεις. Μάλιστα χωρίς αυτές τις σχέσεις οι Άραβες και οι Τούρκοι δεν θα μπορούσαν να κυβερνήσουν τους κατακτημένους χριστιανικούς λαούς ή να παραμείνουν στην επικράτειά τους.
Οι προσηλυτισμένοι εισήγαγαν τον φραξιονισμό τους και τον πολιτικό και θρησκευτικό σεχταρισμό τους στη μουσουλμανική κυβέρνηση, αλλά με τον μετριοπαθή ρόλο τους πιθανότατα έγιναν οι τεχνίτες εκείνων των επονομαζόμενων περιόδων «ανθρωπιστικής ανεκτικότητας», αν και αυτοί οι σύγχρονοι όροι δεν εκφράζουν παρά παράλογους αναχρονισμούς όταν εφαρμόζονται σε μεσαιωνικά πλαίσια. Μάλιστα αυτές οι περίοδοι που ακολουθούσαν τις κατακτήσεις εξασφάλιζαν τη μετάβαση από τους ντόπιους πολιτισμούς σε έναν μουσουλμανικό πολιτισμό, που χαρακτηριζόταν από δημογραφική πλειοψηφία ζωροαστρικών ή χριστιανών, αν και κυβερνιόταν από μια μουσουλμανική μειονότητα χάρη στη βοήθεια προσήλυτων που συνδέονταν στενά με την τοπική αριστοκρατία των ντίμμι. Ωστόσο, με το πέρασμα των γενεών και τη μακροπρόθεσμη σταθεροποίηση των συνεπειών της κατάκτησης —μετατόπιση πληθυσμών και εθνοτικές μεταβολές μέσω μετανάστευσης— η διαθρησκειακή οικογενειακή αλληλεγγύη διαλυόταν, υπονομευόταν με την πάροδο του χρόνου από την εμφάνιση νέων παραγόντων.
Κάτω από αυτόν τον γενικό τίτλο μπορεί επίσης να τοποθετηθεί η κατηγορία των σχισματικών, αν και κάπως διαφορετική κατηγορία από εκείνη των αποστατών, παρόλο που ένας σχισματικός συχνά οδηγούνταν στη θρησκευτική μεταστροφή για να σώσει το κεφάλι του. Η αντιπαλότητα, η φιλοδοξία για εξουσία, η επιθυμία για πλούτο και κυριαρχία, προκαλούσαν και κρατούσαν ζωντανές χρόνιες αποσχιστικές τάσεις στις κοινότητες, όπως τόσοι πολλοί σπόροι αυτοκαταστροφής. Τυφλωμένοι από τις συνωμοσίες τους ή την κακία τους, οι σχισματικοί δεν είχαν κανέναν ενδοιασμό να καταφεύγουν σε συκοφαντική δυσφήμιση ή καταγγελία, γεγονός που προκαλούσε συλλογικά αντίποινα εναντίον των ομοθρήσκων τους. Οι μηχανορραφίες τους εύρισκαν μερικές φορές ευνοϊκή ανταπόκριση από ορισμένους μουσουλμανικούς κύκλους, αλλά αυτές οι παράνομες πρακτικές μπορούσαν επίσης να οδηγήσουν σε φυλάκιση ή εκτέλεσή τους, ανάλογα με τις συνθήκες ή τη δύναμη των αντιπάλων τους. Μεταμφιεσμένοι κάτω από ποικιλία κινήτρων, αυτοί οι χαρακτήρες εμφανίζονταν με αξιοσημείωτη σταθερότητα σε κάθε κοινότητα. Πολύ συχνά για να απαριθμηθούν, αυτά τα σχίσματα και οι καταγγελίες ήσαν μόνιμα συστατικά του κοινωνιολογικού και ανθρώπινου ιστού της ντίμμι-δουλείας, δυνάμεις διάλυσης αλλά και πρόκλησης και εξέλιξης μέσα στην εσωτερική δυναμική των κοινοτήτων.
Ως παράγοντες εξισλαμισμού πρέπει επίσης να προστεθούν οι θρησκευτικοί νόμοι του Κορανίου που επέτρεπαν σε έναν άνδρα να έχει τέσσερις συζύγους ταυτόχρονα, απεριόριστο αριθμό παλλακίδων και να χωρίζει κατά βούληση. Ο εξισλαμισμός με τη χρήση γυναικών —ευγενών ή απίστων που υποχρεώνονταν να παντρεύονται μουσουλμάνους— και μέσω χαρεμιών γεμάτων με γυναίκες αιχμαλώτους και σκλάβες, ευνοούσε τη ραγδαία αύξηση του ισλαμικού πληθυσμού. Η χριστιανική μονογαμία, από την άλλη πλευρά, η απαγόρευση διαζυγίου και οι διάφορες διαδικασίες που χρησιμοποιούνταν για τον εξισλαμισμό των χριστιανόπουλων οδηγούσαν αναπόφευκτα σε δημογραφική ανατροπή. Τα μαζικά κύματα θρησκευτικών μετατροπών μετά τους πολέμους και τις κατακτήσεις επιτάχυναν αυτό το κίνημα.
Συμπέρασμα
Η περίοδος που εκτείνεται από τον 8ο έως τον 11ο αιώνα φαίνεται ότι ήταν η εποχή όταν —υπό την πίεση ιστορικών ή ιδεολογικών γεγονότων— σημειώθηκαν εκείνες οι διαδικασίες που μακροπρόθεσμα θα οδηγούσαν στην παρακμή των προ-ισλαμικών πληθυσμών και των πολιτισμών τους. Αυτή η εξέλιξη ενσωματωνόταν στη συμβιωτική σχέση μεταξύ του ισλαμικού κράτους και των μη μουσουλμάνων φόρου υποτελών, συνδυάζοντας την αμοιβαία εξάρτησή τους και την αναγκαστική συμμαχία τους εναντίον των νομάδων.
Από την προέλευσή του, το αραβο-μουσουλμανικό κράτος εξελισσόταν, ευημερούσε και επιβίωνε μέσω της παραγωγικότητας και της οικονομικής απόδοσης της εργατικής δύναμης που συγκροτούσαν οι ντόπιοι λαοί, που δεν ήσαν ούτε Άραβες ούτε μουσουλμάνοι. Αυτό ήταν το καθεστώς της ντίμμα, μιας σύμβασης που τερμάτιζε τον πόλεμο τζιχάντ: αυτοί οι πληθυσμοί καλλιεργούσαν, έχτιζαν και δούλευαν για να τρέφουν, να ντύνουν, να στεγάζουν και να εμπλουτίζουν την ούμμα. Οι φόροι τους κάλυπταν τους μισθούς του στρατού και τις επιδοτήσεις που χορηγούνταν στις φυλές που εγκαθίσταντο στα εδάφη τους. Οι ντόπιοι στρατολογούνταν για τις γαλέρες και για όλες τις απλήρωτες υπηρεσίες προς τους φεουδάρχες: γεωργία, οδοποΐα, πολιτικές και στρατιωτικές κατασκευές, ναυπηγικές εργασίες, ναυσιπλοΐα, στρατιωτικό και πολιτικό εξοπλισμό, προμήθειες τροφίμων, επεξεργασμένων προϊόντων κ.ο.κ. Η εργασία τους προστίθετο στα κολοσσιαία ποσά που επιβάλλονταν στην Αίγυπτο, τη Συρία, την Παλαιστίνη, τη Μεσοποταμία, το Ιράν και τις άλλες επαρχίες. Χωρίς αυτόν τον ανυπολόγιστο πλούτο, τον οποίο αποσπούσαν οι κληρικοί τους για λογαριασμό του ισλαμικού κεντρικού ταμείου, το αραβο-μουσουλμανικό κράτος δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει. Ήταν προς το συμφέρον του να προστατεύει αυτούς τους πληθυσμούς, να αποθαρρύνει τις μετατροπές θρησκεύματος που θα μείωναν τα έσοδα και να κερδίζει τους ηγέτες τους, αφήνοντάς τους τα ψίχουλα και ψευδαισθήσεις εξουσίας. Αυτή η κατάσταση δείχνει μια σχέση αλληλεξάρτησης μεταξύ της κυρίαρχης αραβικής μειονότητας που βασιζόταν για τις οικονομικές της ανάγκες στη μη μουσουλμανική πλειοψηφία και της εξάρτησης της χριστιανικής πλειοψηφίας από το ισλαμικό κράτος για στρατιωτική και νομική προστασία.
Η πολιτική των πρώτων χαλίφηδων ήταν να διαχειρίζονται το εργατικό δυναμικό που παρήγαγε πλούτο. Όμως η εισροή νομάδων στα κατακτημένα εδάφη και τα ενδο-αραβικά σχίσματα προκαλούσαν συγκρούσεις πολιτικής, οικονομικής και θρησκευτικής φύσης μεταξύ μουσουλμάνων μεταναστών και ντόπιων κατοίκων. Η οριστικοποίηση του καθεστώτος των τελευταίων πραγματοποιούνταν στο πλαίσιο αυτών των συρράξεων και στην πολιτιστική σύγκρουση μεταξύ κατακτητών και κατακτημένων. Η αντίθεση μεταξύ της νομαδικής αθλιότητας με την πολιτιστική της φτώχεια αφενός και, αφετέρου του τεράστιου υλικού και πολιτιστικού πλούτου, των τεχνών, των επιστημών και της λογοτεχνίας των πιο διάσημων πολιτισμών —ιουδαιο-χριστιανικών και περσικών— αντισταθμιζόταν από την αραβική αίσθηση φυλετικής υπεροχής και θεϊκής εκλογής της ούμμα. Έτσι η αντίφαση μεταξύ πεποίθησης και καθημερινής πραγματικότητας προκαλούσε αντιδράσεις εχθρότητας, περιφρόνησης εναντίον των ντίμμι και μίσους, οι οποίες εκφράζονταν σε θεσμικούς κανονισμούς.
Ωστόσο πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των διαρπαγών των νομάδων, τις οποίες καταπολεμούσε η μουσουλμανική κυβέρνηση, και της πολιτικής του κράτους για συστηματική καταπίεση. Υπό τους Ουμαγιάντ επιθέσεις εναντίον μη μουσουλμάνων φαίνεται ότι προέρχονταν από τη χαοτική κατάσταση μετά την κατάκτηση και από τα προβλήματα συμβίωσης μεταξύ εισβολέων και ντόπιων κατοίκων, αν και η παραδοσιακή σύγκρουση νομαδικών-καθιστικών είχε ήδη μετατραπεί σε θρησκευτική σύγκρουση. Ο Ιωάννης της Νικίου, αυτόπτης μάρτυρας της κατάκτησης της Αιγύπτου, γράφει ότι οι μουσουλμάνοι χαρακτήριζαν τους χριστιανούς ως «εχθρούς του Θεού».88 Στο εξής η νομαδική εισβολή ενσωματωνόταν σε θρησκευτική ιδεολογία τζιχάντ, γεγονός που είχε διαφύγει από τους ανθρώπους της εποχής. Κατά συνέπεια οι θρησκευτικές διακρίσεις εναντίον μη μουσουλμάνων εμφανίζονταν ήδη από τη βασιλεία του Ομάρ Ιμπν αλ-Χατάμπ, υπό τον Ουαλίντ και πάλι υπό τον Ομάρ μπιν Αμπντ αλ-Αζίζ στις αρχές του 8ου αιώνα. Ήταν όμως η περίοδος των Αββασιδών εκείνη κατά την οποία αναπτύχθηκε το εξευτελιστικό τους καθεστώς και ενσωματώθηκε στο νομικό σύστημα του νταρ αλ-Ισλάμ.
Ταυτόχρονα με την αυξανόμενη εχθρότητα προς τους ντόπιους —δυσαρεστημένους από μια ισλαμική κοινότητα που συνεχώς επεκτεινόταν μέσω της μετανάστευσης και από προσήλυτους απελευθερωμένους σκλάβους (μαουάλι)— αναπτύσσονταν τα νομικά-θρησκευτικά και θεσμικά θεμέλια του νεογέννητου ισλαμικού πολιτισμού. Εμφυτευμένος σε πυκνό πληθυσμό προικισμένο με πλούσια πολιτιστική κληρονομιά, αυτός ο πολιτισμός μπορούσε να ανθίσει μόνο με την εξάλειψη εκείνων επί των οποίων μεταφυτεύτηκε. Σχολαστική στις λεπτομέρειες, ένθερμη ανά πάσα στιγμή, σταθερή μακροπρόθεσμα, αυτή η καταστροφή ήταν το συνειδητό, μεθοδικό έργο νομικών και θεολόγων. Άλλοτε επιβαλλόμενος στις αρχές από λαϊκή πίεση και άλλοτε προωθούμενος με διατάγματα φανατικών χαλίφηδων, ο διωγμός των γηγενών θρησκειών και πολιτισμών εκδηλωνόταν σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής.

Έλληνας πατριάρχης (1720)
Costumes turcs
Σε οικονομικό επίπεδο, οι ντίμμι τιμωρούνταν με την καταβολή εξωφρενικών φόρων. Σε νομικό επίπεδο, η νομοθεσία ευνοούσε τα οικονομικά, θρησκευτικά και πολιτιστικά δικαιώματα της κοινότητας των μεταναστών σε βάρος των δικαιωμάτων των ντόπιων κατοίκων. Τα κύματα γενικής καταστροφής που έπλητταν εκκλησίες, μοναστήρια και συναγωγές, ακύρωναν τις θρησκευτικές γιορτές και ισοδυναμούσαν με απαγόρευση. Η λεηλασία των εκκλησιών, η κατάσχεση της θρησκευτικής περιουσίας εν γένει και η κράτηση κοινοτικών ηγετών για λύτρα, τους στερούσε τα μέσα υποστήριξης του κλήρου, των σχολείων και, κυρίως, της μάζας των άπορων ζητιάνων, αναπήρων, αγροτών και εργατών τους οποίους καταδίωκαν οι φοροσυλλέκτες. Ο πλούτος των κατακτημένων λαών, που μεταφερόταν στο ισλαμικό θησαυροφυλάκιο, προοριζόταν αποκλειστικά για την ούμμα: τον πολλαπλασιασμό τζαμιών και κορανικών σχολείων, τα κληροδοτήματα σε χρήματα και γη (βακφ) προς τζαμιά, τον προσηλυτισμό, τις συντάξεις για τους μουσουλμάνους αποίκους στην παραμεθόριες περιοχές, την κατασκευή παλατιών και πολυτελών κατοικιών για τη μουσουλμανική ελίτ κ.ο.κ. Εκτός από την εξαθλίωση των Εκκλησιών, επανειλημμένες προσπάθειες αποκλεισμού μη μουσουλμάνων από όργανα που έλεγχαν τη διοίκηση και τα οικονομικά, απογύμνωναν τους ντόπιους κατοίκους από την οικονομική και πολιτική τους εξουσία, ενώ ταυτόχρονα τους στερούσαν τα μέσα επιβίωσής τους.
Επί Αββασιδών το σύστημα υποβάθμισης και δυσφήμησης των ντόπιων πληθυσμών αναπτυσσόταν σε συνδυασμό με τον εγκωμιασμό της ούμμα, σαν να ήταν ο διασυρμός τους απαραίτητος για να αντισταθμίσει την πολιτιστική άβυσσο που χώριζε τους Ανατολικούς λαούς από τους κατακτητές τους, οι οποίοι επωφελούνταν από τα έθιμά τους και τον πολιτισμό τους. Η ανωτερότητα των μουσουλμάνων έγινε δόγμα, το οποίο οριζόταν ακόμη περισσότερο στους νόμους και στην καθημερινή ζωή, επειδή διαψευδόταν βάναυσα από την πραγματικότητα. Οι μη μουσουλμάνοι παρείχαν στους διαχειριστές, τους γραμματείς, τους λογίους, τους τεχνίτες και τους αγρότες στα μέρη ακριβώς όπου υπήρχαν ακόμη οι αποδείξεις της μεγαλοφυΐας τους (πολεοδομία, αρχιτεκτονική, μνημεία, γλυπτική), για να μην αναφέρουμε τις μικρές τέχνες (υφάσματα, γυαλί, μέταλλο και άλλα χειροποίητα αντικείμενα), παραδείγματα των οποίων μπορεί να δει κανείς ακόμη και σήμερα στα μουσεία, απαράμιλλα για την επιδεξιότητα και τη λεπτότητά τους.
Όλα τα διατάγματα που αφορούσαν την υποβάθμιση της χριστιανικής και εβραϊκής λατρείας, την ταπείνωση των σπιτιών, τον εμπαιγμό που προκαλούσαν τα ρούχα τους και ο τρόπος που ίππευαν, η αποβολή από θέσεις κύρους που συνόδευαν τις αναγκαστικές μετατροπές, βοηθούσαν να καθιερωθεί ενός ύπουλος και ολέθριος κρατικός διωγμός. Οι ντίμμι πηγές περιέχουν άφθονα παραδείγματα των μεγάλων δεινών που προκαλούνταν από αυτούς τους εξευτελισμούς, οι οποίοι αναπόφευκτα οδηγούσαν σε θρησκευτικές μετατροπές.
Κατά συνέπεια η περίοδος από τον 8ο έως τον 11ο αιώνα φαίνεται να υποδηλώνει μη αναστρέψιμη καμπή στην εξέλιξη των πληθυσμών των ντίμμι. Από την Αίγυπτο μέχρι τη Μεσοποταμία, αυτή ήταν η εποχή των «φυγάδων» και των «εξόριστων» που αναφέρονται σε χριστιανικές και εβραϊκές πηγές. Πληθυσμοί τους οποίους κυνηγούσαν οι φοροσυλλέκτες αποσχίζονταν από το γενέθλιο χωριό τους, διαφεύγοντας από τις ράζζια και τη σκλαβιά. Η δομή αυτής της αγροτικής κοινωνίας διαλυόταν. Εδάφη που κάποτε είχαν αρδευτεί, οργωθεί ή δενδροκομηθεί, τώρα εγκαταλείπονταν σε νομάδες, που περιφέρονταν παντού με τα κοπάδια τους. Αυτός ο μαζικός ξεριζωμός ενθάρρυνε τη ληστεία από ομάδες ληστών που μάστιζαν τους δρόμους. Η απληστία του κράτους, ο σφετερισμός της γης από ημιανεξάρτητους κυβερνήτες που ανήκαν στη στρατιωτική κάστα και οι χρόνιες εξεγέρσεις των πολιτοφυλακών σκλάβων απέκοπταν τον εφοδιασμό του κρατικού ταμείου στην πηγή του: τη φορολόγηση ενός σημαντικού εργατικού δυναμικού ντίμμι ενσωματωμένου στο γεωγραφικό του περιβάλλον. Αυτός ο τυραννισμένος πληθυσμός συνέρρεε στις πόλεις, που ήσαν ήδη διογκωμένες από σκλάβους που είχαν εκτοπιστεί από μέτωπα μαχών ή είχαν σταλεί από την Ασία, την Αφρική και την Ευρώπη. Στις πρωτεύουσες η ανυπακοή στρατιωτικών σωμάτων σκλάβων προκαλούσε επαναλαμβανόμενες ταραχές, που επιδεινώνονταν από λεηλασίες και σφαγές.89
Η συνδυασμένη και αθροιστική επίδραση αυτών των διαφορετικών παραγόντων ανέκοπτε τη δημογραφία των ντίμμι πληθυσμών. Η σταδιακή παρακμή τους συνόδευε τη διαδικασία υποβάθμισης αυτών των εδαφών αρχαίου πολιτισμού. Ακόμη κι αν λίγοι ντίμμι —τραπεζίτες, έμποροι και γιατροί— μπορούσαν ακόμη να αποκτούν πλούτο και κύρος στη σκιά ενός σκλάβου που είχε επιρροή στην αυλή, αυτές οι ψευδαισθήσεις δεν μπορούσαν να αλλάξουν την πραγματικότητα.
Πριν ξεκινήσει η πρώτη Σταυροφορία για την Ανατολή το 1096, το πεπρωμένο των ντόπιων χριστιανών και Εβραίων κατοίκων στην Ανατολή ήταν ήδη σταθερά προσαρμοσμένο στο αμετάκλητο μονοπάτι της ντίμμι-δουλείας, με τοπικές παραλλαγές από την Αρμενία μέχρι το Μαγρέμπ. Οι Νεστοριανοί μπορούσαν ακόμη να λάμπουν με εφήμερη λαμπρότητα υπό τους ειδωλολάτρες Μογγόλους. Ωστόσο θα εξαφανίζονταν με τον εξισλαμισμό των ηγεμόνων τους με τον ίδιο τρόπο, όπως οι διωγμοί από τους Μαμελούκους και τον λαό έδωσαν τη χαριστική βολή στους Κόπτες της Αιγύπτου, οι οποίοι είχαν συντηρήσει με θάρρος σημαντική κοινότητα.
Αυτοί οι τρεις αιώνες, που ήσαν οι αιώνες του κλασικού Ισλάμ και που είδαν τη δημιουργία της μεγαλοπρέπειας και της ακτινοβολίας του, ήσαν ακριβώς και ίσως αναπόφευκτα εκείνοι της παρακμής και της πτώσης των μη μουσουλμανικών γηγενών πληθυσμών.
| <-3. Ντίμμι-δουλεία: Νομοθετική θεμελίωση και ιστορική προετοιμασία | 5. Σχέσεις μεταξύ ντίμμι κοινοτήτων-> |
