ch_05

<-4. Τα κατακτημένα εδάφη: Διαδικασίες εξισλαμισμού 6. Από τη χειραφέτηση στον εθνικισμό (1820-1876)->

5. Σχέσεις μεταξύ ντίμμι κοινοτήτων

Οι σχέσεις μεταξύ των πολυάριθμων ντίμμι λαών της Ανατολής, και αργότερα της Ευρώπης, αποτελεί προφανώς πολύ σύνθετο ιστορικό πεδίο. Είναι πρακτικά αδύνατο να εξεταστεί εδώ κάθε πτυχή αυτής της ανάμειξης, η οποία καλύπτει τρεις ηπείρους και δεκατρείς αιώνες και όπου, στην άμπωτη και ροή του χρόνου, συγκυριακά στοιχεία αναμειγνύονται με μόνιμες δομές. Μεταξύ αυτών των τελευταίων, στην καλύτερη περίπτωση μπορεί κανείς να θυμηθεί ορισμένα χαρακτηριστικά που υπήρχαν πριν από την ισλαμική κατάκτηση και στη συνέχεια διαιωνίστηκαν μέσω της ντίμμι-δουλείας. Σε αυτόν τον τομέα αλληλεπίδρασης, εγγενή στους λαούς ντίμμι, μπολιάστηκαν ξένα στοιχεία εξέλιξης και αλλαγής, όπως η παρέμβαση ισλαμικών ηγεμόνων ή ευρωπαϊκών δυνάμεων.

Εσωτερικοί παράγοντες αλληλεπίδρασης

Οι πολλοί και ποικίλοι λαοί που συνέθεσαν την τεράστια Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από τον 1ο έως τον 7ο αιώνα αποτέλεσαν ένα συγκρότημα εθνοτικών ομάδων, ζηλεύοντας τους αντίστοιχους πολιτισμούς τους και τα θρησκευτικά, οικονομικά και πολιτικά τους προνόμια. Αιματηρές εθνοθρησκευτικές ή οικονομικές και πολιτικές συγκρούσεις έφερναν αυτούς τους ντόπιους λαούς αντίπαλους μεταξύ τους: Αιγύπτιους, Ιουδαίους (Εβραίους), Σαμαρείτες, Σύριους, Πέρσες και Αρμένιους, ενώ εθνικές ιδιαιτερότητες τους τοποθετούσαν εναντίον των Ελλήνων και των Ρωμαίων, που συνδέονταν με τον στρατιωτικό και διοικητικό μηχανισμό των αυτοκρατορικών μητροπόλεων.

Από το 337 ο εκχριστιανισμός της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας επιδείνωνε τον εθνικό αλυτρωτισμό, ο οποίος εκφυλιζόταν σε θρησκευτικό φανατισμό. Διώξεις και εμφύλιος πόλεμος συνόδευαν δογματικές αντιπαραθέσεις. Ακόμη κι αν οι διαμάχες αφορούσαν κυρίως τον ορισμό της φύσης του Χριστού, την ιεραρχική κατάταξη των πατριαρχών και τα όρια της επισκοπής τους, καθώς και τις τελετουργίες και τις λειτουργικές διατυπώσεις, τα πραγματικά ζητήματα ήσαν πολιτικά και οικονομικά. Κληρονόμοι των τεράστιων τομέων της πρώην παγανιστικής ιερατικής κάστας, οι πατριάρχες της Ανατολής προσπαθούσαν να προστατεύσουν από την εποπτεία της Κωνσταντινούπολης τον σημαντικό πλούτο τους, τον έλεγχό τους επί εκκλησιών και μοναστηριών και την ανεξαρτησία τους στον διορισμό επισκόπων μέσα στις ζώνες επιρροής τους. Από τον 4ο αιώνα η αξιοσημείωτη ανάπτυξη του μοναχισμού —που συνδεόταν, όπως συνέβαινε, με την τεράστια αύξηση των εκκλησιαστικών ιδιοκτησιών— εξασφάλιζε σε κάθε επίσκοπο τις ομάδες των αδαών μοναχών, οι οποίοι παρέσυραν τον λαό σε αιματηρές αντιπαραθέσεις μεταξύ αντίπαλων χριστιανικών παρατάξεων. Η αναγκαστική αλλαγή θρησκεύματος του αρχαίου παγανιστικού κόσμου και των Εβραίων μέσω της βίας είχε προκαλέσει πολλαπλασιασμό αιρέσεων και σχισμάτων που εκφυλίζονταν σε αδελφοκτόνους πολέμους.

Image
Εβραίος και Αρμένιος από την Κωνσταντινούπολη (18ος αιώνας)
Charles-Roux, εικ. 20

Αιγύπτιοι, Σύριοι και Αρμένιοι εξέφραζαν την εθνική τους αντίσταση στην Κωνσταντινούπολη με την απόρριψη από τη θρησκευτική τους ιεραρχία του δόγματος που καθορίστηκε στη Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451). Αυτή η Σύνοδος είχε υιοθετήσει το δόγμα του πάπα Λέοντα για τη φύση του Χριστού: έναν μόνο Κύριο, μιας ουσίας, αναγνωριζόμενο σε δύο φύσεις, χωρίς διαχωρισμό. Όταν εγκρίθηκε από τον αυτοκράτορα, έγινε ορθόδοξο και υποχρεωτικό σε όλη την αυτοκρατορία. Οι οπαδοί του ονομάζονταν Ορθόδοξοι Έλληνες, Μελχίτες ή Χαλκηδόνιοι. Η πολιτική της θρησκευτικής ενότητας που ακολουθούσαν οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες και οι Έλληνες επίσκοποι προκαλούσε διωγμό και βασανιστήρια των Αντιχαλκηδονίων (Μονοφυσιτών): Κοπτών (Αιγυπτίων), Ιακωβιτών (Συρίων), Αρμενίων, καθώς και των Νεστοριανών της Μεσοποταμίας, που θεωρούνταν αιρετικοί από το 431.1

Η κυριαρχία που αποκτούσε ο ελληνικός κλήρος επί του αυτοκράτορα εισήγαγε διώξεις στην κυβέρνηση και τη διοίκηση. Ο Θεοδοσιανός Κώδικας (438), ο Ιουστινιάνειος Κώδικας (534) και το κανονικό δίκαιο διαμόρφωναν συνεκτική και δομημένη νομολογία, που δικαιολογούσε τις διώξεις ειδωλολατρών, σχισματικών χριστιανών και Εβραίων εντός της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Αυτοί οι νόμοι διδάσκονταν και ερμηνεύονταν στις ακαδημίες, τα μοναστήρια και τα σχολεία που επιχορηγούνταν από τον Ιουστινιανό και διαδίδονταν σε όλη την αυτοκρατορία. Η δίωξη των Μονοφυσιτών εντάθηκε υπό τους αυτοκράτορες που διαδέχθηκαν τον Ιουστινιανό. Σε ορισμένες περιόδους βασανίστηκαν και εκδιώχθηκαν ή σκοτώθηκαν, ακόμη και σταυρώθηκαν, ενώ οι Χαλκηδόνιοι οικειοποιήθηκαν τις εκκλησίες, τα μοναστήρια και τις επισκοπές τους.

Στην Περσία των Σασσανιδών οι καταστάσεις ήσαν αντίστροφες: οι αρχές ευνοούσαν τους Νεστοριανούς και τους Μονοφυσίτες, εχθρούς και τους δύο των Χαλκηδονίων, αλλά όχι λιγότερο διχασμένους μεταξύ τους. Οι πόλεμοι μεταξύ των δύο αυτοκρατοριών προκαλούσαν αντεκδικήσεις και θρησκευτικούς διωγμούς, ανάλογα με τις στρατιωτικές νίκες της μιας ή της άλλης. Οι Μονοφυσίτες και οι Νεστοριανοί επωφελούνταν από τις περσικές νίκες για να εκδιώξουν τους Χαλκηδόνιους επισκόπους από τις έδρες τους και αντίστροφα. Εξοργισμένοι από την αδιαλλαξία του βυζαντινού κλήρου, Μονοφυσίτες και Νεστοριανοί, Εβραίοι και Σαμαρείτες προτιμούσαν τις περσικές νίκες ως μέσο για να απαλλαγούν οι ίδιοι από τους Έλληνες.

Οι εμφύλιοι πόλεμοι μεταξύ Ορθοδόξων χριστιανών και Μονοφυσιτών δεν εμπόδιζαν τις περιστασιακές συμμαχίες προκειμένου να καταδιώκουν Εβραίους και να τους διώχνουν από πόλεις. Η περιουσία τους κατάσχοταν και συναγωγές καίγονταν ή μετατρέπονταν σε εκκλησίες στην Αίγυπτο, την Παλαιστίνη, τη Συρία, τη Μεσοποταμία και τη Βόρεια Αφρική. Ο ισχυρισμός της Εκκλησίας ότι ήταν το Νέο Ισραήλ ενέτεινε την εκ μέρους των χριστιανών δίωξη των Εβραίων, ιδιαίτερα στην Παλαιστίνη. Μελχίτες ή Ιακωβίτες, επίσκοποι που ήσαν περισσότεροι ληστές παρά ιεράρχες, οδηγούσαν τους φανατικούς μοναχούς τους σε επιθέσεις εναντίον παλαιστινιακών συναγωγών.

Τον 7ο αιώνα τα διατάγματα για τη μαζική αναγκαστική αλλαγή θρησκεύματος των Εβραίων ή την εξορία τους με κατάσχεση της περιουσίας τους ανανεώνονταν σε ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο, από τη Βησιγοτθική Ισπανία υπό τον βασιλιά Σισεμπούτ (612-20) μέχρι τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία όπου ο Ηράκλειος, υποκύπτοντας στις πιέσεις του επισκόπου Ιερουσαλήμ και μοναχών, είχε διατάξει το βάπτισμα των Εβραίων (632 ή 634). Το 633 η Σύνοδος του Τολέδο επικύρωσε τους βυζαντινούς αντι-εβραϊκούς νόμους και για μια ακόμη φορά, το 681, οι Ισπανοί Εβραίοι εξαναγκάζονταν να αποδεχτούν το βάπτισμα με την απειλή βασανιστηρίων και θανάτου. Η 17η Σύνοδος του Τολέδο (694) διακήρυξε την υποδούλωση των Εβραίων που είχαν μετατραπεί στον Χριστιανισμό, την απομάκρυνση των παιδιών τους από την ηλικία των επτά ετών και την ιδιοποίηση όλης της περιουσίας τους από το κρατικό ταμείο. Καθώς η λέξη «Εβραίος» είχε γίνει προσβολή στο τρέχον λεξιλόγιο, συνώνυμη της φαυλότητας, χρησιμοποιούνταν συνήθως ως επίθετο για ιδιαίτερα ολέθριους χριστιανούς ή μουσουλμάνους. Ο ψευδο-Διονύσιος τη χρησιμοποιούσε όταν μιλούσε για έναν εξαιρετικά τυραννικό κυβερνήτη και ο Μιχαήλ Σύριος την εφάρμοζε σε Χαλκηδόνιο επίσκοπο που απεχθανόταν.

Σε αυτό το κλίμα εμφύλιων συγκρούσεων και φανατισμού ξεκινούσε η αραβο-μουσουλμανική επίθεση. Στην Αίγυπτο ο Έλληνας κυβερνήτης Κύρος, ο οποίος ήταν επίσης ο Μελχίτης πατριάρχης, είχε υποβάλει τους Κόπτες σε τρομοκρατία επί μια δεκαετία. Χρησιμοποιώντας βασανιστήρια, αρπαγές εκκλησιών και διωγμούς, προσπαθούσε να θέσει τον κλήρο των Μονοφυσιτών της Αιγύπτου υπό τον έλεγχο και την εξουσία του πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Η αναζήτηση της δογματικής ενότητας αποτύγχανε, παρά τη δημοσίευση από τον Ηράκλειο της διατύπωσης «μονοθελήτης» (638). Σε αυτό το πλαίσιο, καταγγελίες και προδοσίες για να απαλλαγούν από τη βυζαντινή καταπίεση ωφελούσαν τους Άραβες εισβολείς.

Οι πρώτες που πρόδωσαν, ήσαν οι εκχριστιανισμένες αραβικές φυλές, οι Μονοφυσίτες Γασσανίδες και οι Νεστοριανοί Λαχμίδες, που συνέρρεαν στους μουσουλμάνους από την αρχή της κατάκτησης. Στη μάχη του Γιαρμούκ (636) Αρμένιοι στρατολογημένοι στις βυζαντινές δυνάμεις επαναστάτησαν και οι χριστιανοί Γασσανίδες πέρασαν στους μουσουλμάνους. Η Δαμασκός παραδόθηκε στα στρατεύματα του Χαλίντ μπιν Ουαλίντ (635) από την προδοσία του Μανσούρ μπιν Σαρτζούν, Μελχίτη, παππού του Αγίου Ιωάννη Δαμασκηνού.

Στην Αίγυπτο ο Κύρος παρέδωσε στον Αμρ χωρίς αγώνα το φρούριο της Βαβυλώνας (Παλαιό Κάιρο) και την Αλεξάνδρεια. Ο Ιωάννης της Νικίου αναφέρει αρκετούς Μελχίτες και Μονοφυσίτες χριστιανούς που αποστατούσαν και βοηθούσαν τους Άραβες. Οι Αρμένιοι, των οποίων το έδαφος καταστρεφόταν τόσο συχνά είτε από Βυζαντινούς είτε από Άραβες, άλλαζαν συχνά πλευρά υπέρ του εκάστοτε πλειοδότη. Στην Ισπανία, εκτός από τη βοήθεια που φέρεται ότι πρόσφεραν οι Εβραίοι, οι Άραβες εισβολείς επωφελούνταν επίσης από τη συνεργασία του κόμη Ιουλιανού, ο οποίος τους καθοδηγούσε και τους δάνειζε σκάφη. Επιβεβαίωνε τη συνεργασία της παράταξης που ήταν πιστή στον πρώην βασιλιά Βιτίθα (702-10). Η Σεβίλλη παραδόθηκε πιο προδοτικά από τον αρχιεπίσκοπό της, τον Όππας, συγγενή του Βιτίθα. Το νησί Κως παραδόθηκε από τον επίσκοπό του και η Σικελία κατακτήθηκε χάρη στην προδοσία του Έλληνα ναυάρχου Ευφημίου.

Αυτά τα λίγα παραδείγματα, χωρίς να εξαντλούν το θέμα, απεικονίζουν τις πολιτικές συγκρούσεις. Αντιμέτωποι με την κατάρρευση των στρατών των Σασσανιδών και την άδοξη ήττα των Βυζαντινών, χριστιανοί υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι προωθούσαν τα δικά τους συμφέροντα. Επιθυμώντας να γλιτώσουν τον πολιτικό πληθυσμό από τις ράζζια, ιδιαίτερα στα χωριά, διαπραγματεύονταν με τους νομάδες. Ύστερα από τη νίκη των Αράβων, οι Χαλκηδόνιοι ιεράρχες εκδιώχθηκαν από την Ανατολή και ο κλήρος των Μονοφυσιτών μπόρεσε να ανακτήσει τις εκκλησίες, τα μοναστήρια και τις επισκοπές του.

Οι επαναλαμβανόμενοι αραβο-βυζαντινοί πόλεμοι αύξαναν τη διαίρεση ανάμεσα στους Μονοφυσίτες —που ζούσαν τώρα στην Ισλαμική Αυτοκρατορία— και το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Προφανώς η ισλαμική εξουσία δεν ήταν καθόλου προδιατεθειμένη για ενοποίηση των Εκκλησιών, η οποία θα έθετε την πλειοψηφία των υπηκόων της υπό την πνευματική εξουσία της Κωνσταντινούπολης. Οι χαλίφηδες ενέκριναν τον διορισμό Μονοφυσιτών πατριαρχών, οι οποίοι ήσαν από τους πιο αδιάλλακτους στην εχθρότητά τους προς το Βυζάντιο. Κατά συνέπεια δεν αποτελεί έκπληξη να βρίσκουμε κάποια ευνοϊκά σχόλια για την ισλαμική κυβέρνηση, όπως εκείνα του Μιχαήλ Σύριου, ο οποίος, επιπλέον, εκφράζει έντονη εχθρότητα προς τους Χαλκηδόνιους. Στην πραγματικότητα τα σχόλια αθροίζονται σε δύο μόνο αποσπάσματα στο ογκώδες χρονικό του Ιακωβίτη πατριάρχη Αντιοχείας, αλλά έχουν αναφερθεί «μέχρι ναυτίας» (ad nauseam, κατ’ επανάληψη), με παραμέληση των πάρα πολλών θρήνων του πατριάρχη για τις διώξεις που υφίσταντο οι ομόθρησκοί του σε ολόκληρη την Ισλαμική Αυτοκρατορία.

Κάτω από αραβική κυριαρχία, οι ενδο-χριστιανικές διαμάχες επεκτείνονταν σε πολέμους μεταξύ των πατριαρχείων, προκειμένου να διατηρηθούν ή να προστατευθούν από αντίπαλη παράταξη εκκλησίες, μοναστήρια και κειμήλια. Η εικονομαχική κρίση (726-843) στην Κωνσταντινούπολη, που είχε επιπτώσεις σε ισλαμικά εδάφη, έφερνε τους εικονολάτρες —υποστηρικτές της κατασκευής και λατρείας των εικόνων— σε αντίθεση με τους εικονομάχους, που επιθυμούσαν τη μεταρρύθμιση της λατρείας προκειμένου να εξαλειφθεί η δεισιδαιμονία και να περιοριστεί η δύναμη του κλήρου. Ο ανταγωνισμός γινόταν πιο σκληρός, καθώς το βυζαντινό πατριαρχείο χρησιμοποιούσε διωγμούς σε προσπάθεια να μετατρέψει τους Μονοφυσίτες στο δόγμα των Χαλκηδονίων, στις ασιατικές επαρχίες που ανακαταλαμβάνονταν από το Βυζάντιο.

Περί τον 9ο αιώνα η ισχύς, και κατά συνέπεια η εριστικότητα, των Ανατολικών Εκκλησιών είχε μειωθεί σημαντικά σε ορισμένες περιοχές, ιδιαίτερα στην Αίγυπτο. Η προοδευτική εξαθλίωση του κλήρου, η κατάληψη και καταστροφή των εκκλησιών, η λεηλασία και επανειλημμένη κράτηση μοναστηριών για λύτρα και η παρακμή ή εξαφάνιση ολόκληρων χωριών είχαν αφαιρέσει από τον κλήρο την πρώην κολοσσιαία οικονομική του δύναμη, η οποία του επέτρεπε να σπέρνει πολιτική αναρχία μέσω υπερβολικού φανατισμού.

Η ντίμμι-δουλεία στο εξής μετέφερε τις πρώην πολιτικοθρησκευτικές συγκρούσεις των χριστιανικών λαών στον οικονομικό τομέα. Αιώνα μετά τον αιώνα κυριαρχούσαν αντιπαλότητες μεταξύ προκρίτων, εμπόρων και τραπεζιτών, που προστάτευαν την κοινότητά τους μέσω μηχανορραφιών χαρεμιών —χάρη από Έλληνα ευνούχο, συνενοχή χριστιανής παλλακίδας— ή δωροδοκώντας μουσουλμάνο αξιωματούχο. Αλλά αυτή η εφήμερη λαμπρότητα, που άστραφτε εδώ κι εκεί, περιοριζόταν σε απατηλή δύναμη, την οποία εξαγόραζαν λαοί-φαντάσματα με χρήματα και μηχανορραφίες από ξένες δυναστείες σκλάβων, που κυβερνούσαν τώρα εκείνα τα εδάφη όπου οι πρόγονοί τους είχαν σφυρηλατήσει τα θεμέλια μεγάλων πολιτισμών.

Παρόλο που οι σχέσεις στο θεολογικό επίπεδο παρέμεναν εχθρικές, φαίνεται ότι στις καθημερινές επαφές τους οι κοινότητες ντίμμι στην Ανατολή ανέπτυσσαν ένα είδος αλληλεγγύης και συμπόνιας, που απέρρεε από την κοινή τους κατάσταση ανασφάλειας και καταισχύνης. Χριστιανοί και Εβραίοι υφίσταντο με τον ίδιο τρόπο σφαγή, απέλαση, αιχμαλωσία για λύτρα ή υποδούλωση σε περιόδους πολέμου, εξεγέρσεων και επιδρομών (ράζζια). Η ιστορία σφυρηλατούσε τους κανόνες για μια συνύπαρξη που επιβίωσε μέχρι τη σύγχρονη εποχή, μεταξύ εκκλησιασμάτων κλεισμένων μέσα στα τείχη του γκέτο τους και κάτω από βάρος προκατάληψης που διαρκούσε μια χιλιετία.

Σε εντελώς διαφορετική περιοχή —την Ανατολία και την ανατολική Ευρώπη— τα γεγονότα προετοίμαζαν τη ντίμμι-δουλεία άλλων λαών, επίσης δημιουργών λαμπρών πολιτισμών. Όταν η δημογραφική ώθηση στην κεντρική Ασία οδήγησε τους εξισλαμισμένους Τούρκους προς την Αρμενία περί τον 11ο αιώνα, πόλεμοι μεταξύ της ελληνικής και της σλαβικής ορθοδοξίας ρήμαζαν τη βαλκανική χερσόνησο. Το 1054, ενώ σχίσματα αποδυνάμωναν τη βουλγαρική και τη σερβική Σλαβική Ορθόδοξη Εκκλησία, που προσπαθούσαν τότε να αποτινάξουν είτε τη ρωμαϊκή είτε τη βυζαντινή κηδεμονία, έγινε η διάσπαση μεταξύ της Λατινικής Εκκλησίας της Ρώμης και της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης.

Η τουρκο-ισλαμική κυριαρχία από τον 11ο έως τον 17ο αιώνα, η οποία απλωνόταν σε αυτά τα εδάφη από την Αδριατική μέχρι τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, κάλυπτε με παγετώνα αυτές τις ατέλειωτες θρησκευτικές και εθνοτικές συγκρούσεις που ενσωματώνονταν στην ιστορία και τις παραδόσεις των κατακτημένων λαών, οι οποίοι είχαν υποβιβαστεί στην κατάσταση των μιλλιέτ (εθνοθρησκευτικών κοινοτήτων).2 Χωρίς να εξαφανίζονται, αυτές οι θρησκευτικές, οικονομικές και πολιτικές συγκρούσεις επιδεινώνονταν υπό την κυριαρχία των Οθωμανών σουλτάνων οι οποίοι, φοβούμενοι συμμαχία των χριστιανικών λαών εναντίον τους, εκμεταλλεύονταν τις διαφωνίες τους. Πάνω στα τεράστιας έκτασης κατακτημένα χριστιανικά εδάφη το Ισλάμ εδραιωνόταν και επεκτεινόταν, ενώ ο χριστιανισμός ξεθώριαζε, διαβρωμένος από σχίσματα. Αυτές οι παλαιές εκδικητικές εχθρότητες που σιγόβραζαν κάτω από αιώνες δουλείας, φούντωσαν κατά τη διάρκεια των πολέμων απελευθέρωσης των λαών των Βαλκανίων τον 19ο και 20ό αιώνα.

Εξωτερικοί παράγοντες αλληλεπίδρασης

Κυριαρχία και παρέμβαση του Ισλαμικού Κράτους

Η ισλαμική κυριαρχία, παίρνοντας τον έλεγχο από τη βυζαντινή θεοκρατία, εκτεινόταν σε πληθυσμούς που ήσαν ήδη έντονα εμποτισμένοι με θρησκευτική αδιαλλαξία. Το βυζαντινό κράτος είχε εκδώσει πολυάριθμους νόμους που εισήγαγαν διακρίσεις στον διοικητικό, πολιτικό, θρησκευτικό και οικονομικό τομέα. Καθώς η συνεργασία με τους μουσουλμάνους εισβολείς είχε παρακινήσει πολλά μέλη των ελληνικών κυρίαρχων τάξεων να εξισλαμιστούν, εκείνοι οι αξιωματούχοι που ήσαν παλαιότερα υπεύθυνοι για την εφαρμογή αυτών των νόμων, τώρα τους εισήγαγαν στην ισλαμική νομοθεσία. Αυτοί οι πρώην βυζαντινοί νόμοι, βασισμένοι στο θρησκευτικό δόγμα, ενσωματώνονταν στο εξής στην ισλαμική νομοθεσία, και τώρα δικαιολογούνταν από άλλες θεολογικές αρχές. Σε ειρωνική ανατροπή της ιστορίας το Ισλάμ εύρισκε —στις χώρες που βρίσκονταν υπό την κυριαρχία του— ένα εξαιρετικό όργανο καταπίεσης για την καταστροφή του Χριστιανισμού, που έχει ήδη διατυπωθεί και τελειοποιηθεί από την ίδια την Εκκλησία. Ανεβασμένοι στο ύψος της δύναμής τους, ακόμη και όταν σχεδίαζαν αντι-εβραϊκή νομοθεσία, οι Πατέρες της Εκκλησίας —χωρίς επίγνωση παράγοντες της ιστορίας— έσκαβαν ταυτόχρονα τον λάκκο για την Ανατολική Χριστιανοσύνη, τότε στην ακμή της. Και όπως η Εκκλησία είχε επιδείξει την ανωτερότητα του δόγματός της με την υποβάθμιση του Ισραήλ, έτσι και το Ισλάμ, με τη σειρά του, αποδείκνυε τη δική του ανωτερότητα, στιγματίζοντας τόσο την Εκκλησία όσο και τη Συναγωγή. Όσο περισσότερο οι εχθρικές θρησκείες υποβαθμίζονταν, τόσο πιο αληθινή εμφανιζόταν η κυρίαρχη θρησκεία, ενισχυόμενη από την κοσμική εξουσία.

Υπάρχει ομοιότητα στα δύο σύνολα νομοθεσιών που αφορούν την κατοχή σκλάβων, τον προσηλυτισμό, τη βλασφημία, την αποστασία, τα θρησκευτικά κτίρια, τις θρησκευτικές μετατροπές, τον αποκλεισμό από δημόσια αξιώματα, την απαγόρευση μικτών γάμων, τον κοινωνικό διαχωρισμό και την άρνηση αποδοχής μαρτυρίας στο δικαστήριο. Αυτοί οι πρώην βυζαντινοί νόμοι, που συχνά παραβιάζονταν, σχημάτιζαν σταδιακά τις γενικές συνιστώσες του καθεστώτος ντίμμι. Οι Άραβες κατακτητές πρόσθεσαν την τζίζγια: το λύτρο αίματος με αντάλλαγμα το δικαίωμα στη ζωή.

Αργότερα πρόσθετη εξευτελιστική νομοθεσία έφερε τη δίωξη σε επίπεδο τελειοποίησης που σπάνια επιτεύχθηκε. Καθόριζε τη μορφή και το χρώμα των ενδυμάτων και παπουτσιών των ντίμμι, το κούρεμα και το κάλυμμα της κεφαλής τους. Καθόριζε το είδος των ζώων που επιτρεπόταν να ιππεύουν, τον τύπο της σέλας και τον τρόπο με τον οποίο μπορούσαν να ιππεύουν, καθώς και τους χαιρετισμούς και τη συμπεριφορά στον δρόμο.

Πρέπει όμως να σημειωθεί, ότι παρόλο που η χριστιανική νομοθεσία για τους Εβραίους και τους αιρετικούς κυριαρχούνταν από θρησκευτικά κριτήρια, διατυπωνόταν και καθοριζόταν μέσα στη νομική δομή του ρωμαϊκού δικαίου. Το καθεστώς των ντίμμι από την άλλη πλευρά, παρά τη φαινομενική ομοιότητα που προέκυπτε από την υιοθέτηση αυτών των κανόνων με λίγες παραλλαγές, αναπτύχθηκε σε εντελώς διαφορετική εννοιολογική δομή. Μάλιστα το Ισλάμ έθεσε όλα αυτά τα νομικά στοιχεία μέσα σε γενική αντίληψη θρησκευτικού πολέμου, όπου η αρχή του δικαιώματος των μη μουσουλμάνων εξαρτιόταν από σχέση προστασίας και υποστήριξης δανεισμένη από πρακτικές στην Αραβία. Τα στοιχεία που έχουν ληφθεί από το βυζαντινό δίκαιο εμφανίζονται στις χαντίθ («παραδόσεις»). Επανεπεξεργασμένα και αναδιατυπωμένα σε νέο εννοιολογικό θρησκευτικό και νομικό σύστημα, αυτά τα δάνεια καθιερώνουν την ισλαμική σφαίρα της ντίμμι-δουλείας. Η σύνδεση μεταξύ των ντίμμι λαών και του πολέμου κατάκτησης καθόριζε την πορεία της ιστορίας τους και τη συγκεκριμένη μοίρα τους. Οποιαδήποτε σύγκριση Χριστιανισμού και Ισλάμ που λαμβάνει υπόψη τις ομοιότητές τους μόνο σε λεπτομέρειες, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις ουσιαστικές διαφορές στις συνολικές ιδεολογικές τους αντιλήψεις, μπορεί μόνο να είναι επιφανειακή. Αυτές οι αποκλίσεις επηρέαζαν διαφορετικά, στη Δύση και στο Ισλάμ, τη διαδικασία χειραφέτησης, την ισότητα των δικαιωμάτων και την εθνική ένταξη των «μειονοτήτων».

Εκτός από τους περιορισμούς της ντίμμα, η ισλαμική αρχή εύρισκε πολλαπλούς λόγους για παρέμβαση στη ζωή των κοινοτήτων. Έχει ήδη αναφερθεί ότι η ανάγκη να επικυρώνονται από τον χαλίφη τα πιστοποιητικά ανακήρυξης του πατριάρχη και του [Εβραίου] εξιλάρχου δημιουργούσε μόνιμη πηγή παρεμβολών και εσωτερικών συγκρούσεων. Ομοίως, ο πολλαπλασιασμός των σχισμάτων μεταξύ των φόρου υποτελών λαών και η κατάρρευση της συνοχής τους αντιστοιχούσε στα πολιτικά συμφέροντα των χαλίφηδων. Η παραχώρηση επίσημου καθεστώτος στον ηγέτη των Καραϊτών από τον αλ-Μαμούν (813-33) στήριζε τη διαίρεση στον Ιουδαϊσμό. Το 825 διάταγμα του χαλίφη αναγνώριζε ότι οι ψήφοι δέκα ανδρών —είτε Εβραίων, είτε χριστιανών είτε ζωροαστρικών— ήσαν αρκετές για να σχηματίζονται ανεξάρτητες κοινότητες. Αυτό το διάταγμα δεν θα μπορούσε παρά να υπονομεύει την εξουσία των ντίμμι ηγετών επί των λαών τους —που αποτελούσαν ακόμη την πλειοψηφία— και να διασπά την ομοιογένειά τους μέσω ενός άναρχου πολλαπλασιασμού των αντιμαχόμενων μικρο-κοινοτήτων.

Οι φόρου υποτελείς λαοί προσπαθούσαν να περιορίσουν την ανάμειξη του χαλίφη στην επιλογή του πατριάρχη και του εξιλάρχου, οι οποίοι, έχοντας γίνει μαριονέτες του, του παραχωρούσαν τον έλεγχο επί της ανώτερης λειτουργικής ιεραρχίας των κοινοτήτων, δημιουργώντας ή αυξάνοντας έτσι τις εσωτερικές διαιρέσεις. Η διαφθορά των αξιωμάτων ενθάρρυνε τη δωροδοκία και, κατά συνέπεια, την προσαρμοστικότητα και τον έλεγχο των αντιπροσωπευτικών οργάνων που κυβερνούσαν τους Εβραίους και τους χριστιανούς. Οι επίσκοποι χειροτονούσαν έναντι ανταλλαγμάτων σε δώρα. Ο πατριάρχης Διονύσιος, ενώ βρισκόταν στην Αίγυπτο (830), περιγράφει την άγνοια και τη μεγάλη φτώχεια της Κοπτικής Εκκλησίας, που αναγκαζόταν να πωλεί υψηλές εκκλησιαστικές θέσεις. Δεν ήταν η μόνη που το έκανε. Ο Μιχαήλ Σύριος μιλά για το «εμπόριο ιεροσύνης που ήταν, όπως συνέβαινε, νόμος μεταξύ των Αρμενίων».3 Μάλιστα αυτή η κίνηση αποτελούσε αδιάσπαστο συστατικό της ντίμμι-δουλείας. Χριστιανοί χρονικογράφοι θρηνούν για την παρακμή και τη διαφθορά που έπληττε την ίδια την καρδιά της Εκκλησίας και την παρέλυε, κατάσταση που βρίσκει παρόμοια αντήχηση στα εβραϊκά χρονικά.

Παραδείγματα ισλαμικής παρέμβασης αφθονούν στα συριακά χρονικά. Οι χριστιανοί αντάρτες δεν είχαν καμία τύψη να χρησιμοποιήσουν δωροδοκία ή καταγγελία για να κερδίσουν την υποστήριξη του σουλτάνου.

Ο Θεός παρέδωσε τους χριστιανούς στα χέρια των εχθρών [τους], εκείνοι που τους σιχαίνονται έχουν εξουσία πάνω τους. Έχουν ξεσηκωθεί εναντίον μας για να καταστείλουν την ελευθερία που κατοικούσε στους νόμους των χριστιανών, για να μην αναφέρουμε τους διωγμούς που τους επέβαλαν.4

Οι κοινότητες χωρίζονταν από φιλονικίες μεταξύ αφενός πατριαρχών που διορίζονταν από χαλίφηδες ή σουλτάνους και αφετέρου εκείνων που εκλέγονταν από τις επισκοπικές συνόδους. Ο χαλίφης των Ουμαγιάντ Μαρουάν Β’ (744-50) διέταξε τους Χαλκηδονίους να αναγνωρίσουν ως πατριάρχη τους τον χρυσοχόο του, τον Θεοφύλακτο Μπαρ Κανμπάρα από τη Χαρράν. Αυτός ο άνδρας προχώρησε επικεφαλής στρατού να διώξει και να βασανίσει τους Μαρωνίτες μοναχούς, προκειμένου να τους επιβάλει τις λειτουργικές του διατυπώσεις. Ο Αλ Σαφάχ (750-54), ο πρώτος χαλίφης των Αββασιδών, διόρισε ως πατριάρχη των Μονοφυσιτών τον δολοφόνο μοναχό Αθανάσιο Σανταλάγια, ο οποίος είχε υποσχεθεί να μετατρέψει τον μόλυβδο σε χρυσό. Όταν ο πατριάρχης Γεώργιος απελευθερώθηκε ύστερα από εννέα χρόνια σε φυλακή της Βαγδάτης, ο Μαχντί (775-85) του απαγόρευσε να πάρει τον τίτλο του πατριάρχη και να ενεργεί ως τέτοιος, παρόλο που τον υποστήριζε το ποίμνιό του. Δύο ή τρεις αντίπαλοι πατριάρχες συχνά ιερουργούσαν ταυτόχρονα και πολεμούσαν ο ένας τον άλλον με τα όπλα του αφορισμού.

Image
Αρμενικοί Ευαγγελικοί Κανόνες: Τέταρτο Ευαγγέλιο (1265)
Ζωγράφος: Thoros Roslin
Ms. αρ. 1955, fol. 4, Συλλογή Γκιουλμπενκιάν,
Βιβλιοθήκη Χειρογράφων Αγίου Τόρος, Ιερουσαλήμ

Η ισλαμική αρχή, συνεχώς καλούμενη, επενέβαινε στις διαμάχες μεταξύ επισκόπων, πατριαρχών και μοναχών. Επέλυε επίσης διαφορές σχετικά με κερδοφόρα επισκοπή ή τη διατήρηση εκκλησίας ή μοναστηριού που ποθούσε αντίπαλη παράταξη, ενώ η απόφαση αγοραζόταν με δωροδοκία.5 Αυτά τα σχίσματα συνοδεύονταν συχνά από ποικίλες κατηγορίες που δικαιολογούσαν τη θανατική ποινή (μετατροπή μουσουλμάνων στον Χριστιανισμό, συμπαιγνία με το Βυζάντιο ή τη Ρώμη) και από καταγγελίες που προκαλούσαν τη λεηλασία και καταστροφή μοναστηριών και εκκλησιών. Συριακά χρονικά αναφέρουν συχνά ως μία από τις ατυχίες των Μονοφυσιτών το έργο Μελχιτών που εξισλαμίστηκαν ή είχαν επιρροή στους χαλίφηδες. Στη Δαμασκό, για παράδειγμα, ο πλούσιος Αθανάσιος καταγγέλθηκε από τον Χαλκηδόνιο γραφέα του Αμπντ αλ-Μαλίκ. Η συχνότητα αυτού του είδους των κατηγοριών, έστω και αν δεν δικαιολογείται απαραίτητα, εντούτοις απεικονίζει την τοξικότητα των θρησκευτικών συγκρούσεων.

Κατά τη διάρκεια της περιόδου διαμόρφωσης της ισλαμικής εξουσίας, όταν συλλέγονταν και συντάσσονταν οι χαντίθ (παραδόσεις) και όταν εξελισσόταν ένα μουσουλμανικό νομικό και διοικητικό σώμα στην καρδιά των κατακτημένων εδαφών και πληθυσμών, οι Ανατολικές Εκκλησίες ασχολούνταν κυρίως με την εξάλειψη του παγανισμού και των πρακτικών του, που εξακολουθούσαν να είναι ζωντανές, ακόμη και σε μοναστήρια. Προσπαθούσαν να καθορίσουν το δόγμα και τους επίσημους κανόνες της λειτουργίας τους και εργάζονταν για να επεκτείνουν και να ενισχύσουν τον χριστιανισμό καταπολεμώντας τη συνεχή αναγέννηση αιρέσεων, πηγής διχασμού και αδυναμίας. Ο κλήρος των Μονοφυσιτών αντέκρουε το εικονομαχικό κίνημα (8ος έως 9ος αιώνας) και, πάνω απ’ όλα, υπερασπιζόταν τον εαυτό του από την καταπάτηση και αποκλειστικότητα του Βυζαντινού πατριάρχη, που παρακινούνταν από τις προσωρινές στρατιωτικές επιτυχίες του Βυζαντίου στη Μικρά Ασία, τη Συρία και την Αρμενία.

Οι Εβραίοι, η μεγάλη πλειοψηφία των οποίων ζούσε ακόμη στην Ανατολική Μεσόγειο, ήσαν επίσης διχασμένοι και αποδυναμωμένοι από εσωτερικά σχίσματα. Το κίνημα των Καραϊτών, που εμφανίστηκε στα μέσα του 8ου αιώνα, υπερασπιζόταν την απόρριψη του Ταλμούδ και της εξουσίας των ραββίνων. Αυτή η απόρριψη μπολιαζόταν στις πολιτικές μηχανορραφίες σχετικά με την εκλογή του εξιλάρχου, του κοσμικού εκπροσώπου του εβραϊκού λαού στον χαλίφη. Οι γκαόν, επικεφαλής των ραββινικών ακαδημιών στη Βαβυλωνία και την Παλαιστίνη, συμμετείχαν σε αυτές τις διαπραγματεύσεις μέσω των υποψηφίων που πρότειναν. Σε αυτούς τους αγώνες, που ενορχηστρώνονταν από την οικονομική δύναμη των εμπόρων, κάθε αντίπαλη παράταξη προσπαθούσε να επεκτείνει τη νομική και θρησκευτική της επιρροή, και κατά συνέπεια τον οικονομικό της έλεγχο, επί όλου του εβραϊκού λαού της Διασποράς. Αυτές οι εσωτερικές αντιπαλότητες διεύρυναν τις διαιρέσεις στο εσωτερικό της Διασποράς και την αποδυνάμωναν, σε μια περίοδο που η καταστροφή και λεηλασία της Παλαιστίνης από νομαδικές ομάδες συνέβαλλε στην παρακμή των Παλαιστινίων Εβραίων.

Η υπαγωγή των δικαστηρίων των ντίμμι στη μουσουλμανική εκτελεστική διοίκηση μέσω της διαμεσολάβησης του καδή για την επιβολή των ποινικών τους αποφάσεων μείωνε την εξουσία τους και άνοιγε τον δρόμο σε αθέμιτες πρακτικές. Η μουσουλμανική νομική εξουσία, καλούμενη συνεχώς από αντίπαλα μέρη, έπαιζε τον ρόλο του διαιτητή και ειρηνοποιού, όχι μόνο με τη συμφιλίωση αντιμαχομένων κοινοτήτων ή την αποκατάσταση αδικιών, αλλά και με τη διευθέτηση θρησκευτικών διαφωνιών εντός των κοινοτήτων. Κατά συνέπεια οι ντίμμι δικαστές απαγόρευαν στους ομοθρήσκους τους να επιλύουν τους καβγάδες τους με συχνές και δαπανηρές προσφυγές στην ισλαμική αρχή. Αυτή η κατάσταση συνεχιζόταν στην Τουρκία μέχρι τον 19ο αιώνα, όπως επιβεβαιώνεται από πολλές πηγές, συμπεριλαμβανομένης μιας έκθεσης του 1835 του Τζον Καρτράιτ, Βρετανού γενικού προξένου στην Κωνσταντινούπολη:

Ο μουσουλμανικός νόμος διέπει όλους τους υπηκόους του σουλτάνου αδιακρίτως των μεταξύ τους διαφορών και όποιου βαθμού εξουσίας επί των μελών τους παραχωρείται στους επικεφαλής των διαφόρων χριστιανικών κοινοτήτων που υπάρχουν στην αυτοκρατορία. Η απόφασή τους, καθώς και εκείνες των αντιπροσώπων τους, μπορεί να εφεσιβληθεί επιτυχώς με προσφυγή στον μωαμεθανικό νόμο. Ο Έλληνας μπορεί να εγκαλέσει τον Έλληνα ομοεθνή του στο Μαχκεμέ [δικαστήριο], σε αντίθεση με απόφαση του Πατριαρχείου σε πολιτικές αγωγές.6

Το δικαίωμα που διεκδικούσαν οι μουσουλμάνοι δικαστές να αναμειγνύονται στις υποθέσεις των φόρου υποτελών μείωνε σημαντικά την αποτελεσματικότητα και το κύρος των δικαστηρίων τους και ενθάρρυνε τη διαφθορά.

Όπως και η κατάσταση στην Ανατολή μερικούς αιώνες νωρίτερα, η τουρκική κατάκτηση της Ανατολίας και των ευρωπαϊκών επαρχιών πάγωναν τις αιώνιες θρησκευτικές και πολιτικές συγκρούσεις. Στο εξής, δεν ήταν πια χριστιανοί βασιλείς και ηγεμόνες εκείνοι που άρπαζαν την εξουσία, αλλά μια τάξη προκρίτων και ιεραρχών που ασκούσαν επί του λαού τους εξουσία την οποία όφειλαν στον ισλαμικό ζυγό. Εξαρτώμενοι από τον σουλτάνο για την ανακήρυξή τους, αυτοί οι πρόκριτοι υπάγονταν πλήρως στην εξουσία του.

Παραδόξως, το Ελληνικό Πατριαρχείο βρισκόταν υπό οθωμανική υποτέλεια όταν απέκτησε τον έλεγχο επί της Σερβικής και της Βουλγαρικής Εκκλησίας, πράγμα το οποίο δεν θα μπορούσε ποτέ να επιτύχει ακόμη και με ατελείωτους πολέμους. Ακόμη καλύτερα, μπορούσε τώρα να κερδίσει ξανά τη διοίκηση και την πολιτική και θρησκευτική κυβέρνηση υποταγμένων χριστιανικών λαών και να απαλλαγεί από την αυτοκρατορική κηδεμονία σε θέματα δόγματος, θρησκευτικής πειθαρχίας, πατριαρχικών εκλογών, οικονομικού ελέγχου και άλλων παρεμβάσεων από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα.

Ενισχυμένη από τα προνόμιά της, η Ελληνική Εκκλησία επέβαλλε τη γλώσσα και το τελετουργικό της στους χριστιανούς Σλάβους. Αυτή η θρησκευτική κηδεμονία συνδυαζόταν με την οικονομική δύναμη μιας σημαντικής ελληνικής γραφειοκρατίας, που είχε πλουτίσει από την είσπραξη φόρων για λογαριασμό του σουλτάνου. Η πνευματική και οικονομική υπεροχή των Ελλήνων απέναντι στους άλλους ραγιάδες λαούς, όπως προστίθετο στην τουρκική καταπίεση, δεν παρέλειπε να δημιουργεί επίμονη δυσαρέσκεια. Στην Κωνσταντινούπολη η παλαιά βυζαντινή αριστοκρατία, οι Φαναριώτες, που ήσαν συνδεδεμένοι με το πατριαρχείο, σχημάτιζαν τάξη υψηλόβαθμων αξιωματούχων πλήρως αφοσιωμένων στα συμφέροντα του σουλτάνου. Από το 1711 οι κυβερνήτες (οσποδάροι) των ηγεμονιών της Βλαχίας και της Μολδαβίας στρατολογούνταν από τις τάξεις τους. Έλληνες οσποδάροι συνέχιζαν να ελέγχουν τη διοίκηση αυτών των χωρών μέχρι το 1822 και κέρδιζαν τη φήμη διεφθαρμένης και αργυρώνητης διοίκησης, επιζήμιας για τον πληθυσμό.

Ο δεσποτισμός και η διαφθορά καθόριζαν όχι μόνο την εσωτερική οργάνωση των εκκλησιών αλλά και τη μοίρα των αντίπαλων ομάδων, που επιθυμούσαν να κερδίσουν την εύνοια των αρχών για να επιβιώσουν ή να επεκταθούν. Η μισαλλοδοξία απέναντι στους μη μουσουλμάνους εξαρτιόταν από διάφορους παράγοντες, που οφείλονταν στις συγκεκριμένες συνθήκες κάθε περιοχής στο νταρ αλ-Ισλάμ. Οι διώξεις ήσαν πιο σκληρές σε μέρη όπου επιβίωνε μία μόνο κοινότητα, για παράδειγμα οι Εβραίοι της Υεμένης ή εκείνοι στο Μαγρέμπ, ενώ η κατάστασή τους ήταν συχνά καλύτερη εκεί όπου σχημάτιζαν μειοψηφία ανάμεσα στις μάζες των υποταγμένων χριστιανών, όπως στην αραβική Ισπανία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Παρεμβάσεις από τα χριστιανικά κράτη

Η προστασία που παρείχε η ισλαμική δικαιοδοσία στους ντόπιους Εβραίους και χριστιανούς λειτουργούσε μέσα στο νομικό πλαίσιο της ντίμμα, δηλαδή μέσα σε συνθήκη υποταγής. Όμως οι χριστιανοί φόρου υποτελείς επωφελούνταν από διαφορετικό είδος προστασίας, εξωτερικό ως προς το νταρ αλ-Ισλάμ. Προερχόταν από το Βυζάντιο και από εκείνες τις λατινικές χώρες που προσπαθούσαν να προστατεύουν τα θρησκευτικά δικαιώματα και τις περιουσίες των χριστιανών και να διατηρούν οικονομικούς, πολιτιστικούς και πνευματικούς δεσμούς με αυτούς. Αυτή η παρέμβαση από το νταρ αλ-χαρμπ (δηλαδή τον χριστιανικό κόσμο) προέκυπτε αναπόφευκτα από τη τζιχάντ, η οποία είχε μετατρέψει πρώην χριστιανικές χώρες σε ισλαμικά εδάφη.

Η προστασία που ασκούσε η Χριστιανοσύνη, που γενικά ονομαζόταν «ξένη προστασία», αναπτυσσόταν σε διάφορους τομείς και αποτελεί μια πτυχή της ιστορίας των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ νταρ αλ-χαρμπ και νταρ αλ-Ισλάμ. Ενσωματωνόταν στις ρήτρες των συνθηκών ειρήνης, των συμφώνων πολιτικής συμμαχίας ή των εμπορικών συμφωνιών που υπογράφονταν από χαλίφηδες ή σουλτάνους με χριστιανούς ηγεμόνες.

Θρησκευτική Προστασία

Ύστερα από τον εξισλαμισμό των χριστιανικών εδαφών της Ανατολικής Μεσογείου, της Μεσοποταμίας και του Μαγρέμπ, το Βυζάντιο και αργότερα τα λατινικά κράτη προσπαθούσαν να παρέχουν θρησκευτική προστασία προκειμένου να σώσουν τη ντόπια χριστιανική κληρονομιά από καταστροφή. Ήταν επιτακτικό να εξασφαλίζεται η ασφάλεια των προσκυνημάτων στην Παλαιστίνη, η οποία παρέμενε η ιστορική γη της Βίβλου παρά τον εξαραβισμό της.

Μέσω παραχωρήσεων και δώρων που προσφέρονταν σε μουσουλμάνους ηγεμόνες, η Χριστιανοσύνη εξασφάλιζε σχετική ασφάλεια για τους προσκυνητές, οι οποίοι διαφορετικά δέχονταν συχνά επίθεση, συλλαμβάνονταν όμηροι ή εξαναγκάζονταν να αλλαξοπιστήσουν. Διαπραγματευόταν επίσης την άμβλυνση των περιορισμών στη ντίμμα που αφορούσαν την καταστροφή, επισκευή ή οικοδόμηση εκκλησιών. Ανάλογα με τα πολιτικά τους συμφέροντα, οι χαλίφηδες παραχωρούσαν αυτές τις χάρες στους χριστιανούς άρχοντες με προσωρινά σύμφωνα φιλίας ή συμμαχίας. Τον 9ο αιώνα, όταν διεξήγαγε πόλεμο εναντίον των Ελλήνων, ο Χαρούν αλ-Ρασίντ συνήψε συμμαχία με τον Καρλομάγνο, δίνοντάς του δικαιώματα προστασίας επί των προσκυνητών και των χριστιανών της Ανατολής, οι οποίοι έτσι επωφελήθηκαν από το δώρο του Φράγκου αυτοκράτορα.

Βυζαντινοί αυτοκράτορες παρενέβαιναν μερικές φορές για να προστατεύσουν χριστιανούς ντίμμι. Έτσι οι προσπάθειες προσέγγισης μεταξύ Βυζαντίου και Αιγύπτου πριν από τον θάνατο του χαλίφη αλ-Χακίμ (1021) τερμάτισαν τον σκληρό αντιχριστιανικό διωγμό. Το 1036 ένας όρος της συνθήκης μεταξύ του Φατιμίδη χαλίφη και του αυτοκράτορα Ρωμανού Γ’ τον εξουσιοδοτούσε να ανοικοδομήσει όλες τις εκκλησίες που είχαν καταστρέψει οι μουσουλμάνοι στην Ιερουσαλήμ και να αποκαταστήσει τον Πανάγιο Τάφο. Υπό τον Φατιμίδη αλ-Μουστανσίρ (1036-94), πολλοί Μελχίτες κατείχαν επίσημες θέσεις στο Κάιρο. Το 1064 ο Έλληνας πατριάρχης έγινε επίσημος προστάτης της χριστιανικής περιοχής στην Ιερουσαλήμ, της οποίας τα τείχη χτίστηκαν το 1069 με δαπάνες του Ρωμανού Δ’ Διογένη.7

Οι παραχωρήσεις αυτές δεν ήσαν μονομερείς. Σε αντάλλαγμα, οι χαλίφηδες αποκτούσαν εξίσου σημαντικά προνόμια από τους χριστιανούς επικυρίαρχους. Τζαμιά αναφέρονται στην Έφεσο τον 9ο αιώνα και στην Αθήνα τον 10ο και 11ο. Το 1027 απαγγέλθηκαν προσευχές στο όνομα του Φατιμίδη χαλίφη της Αιγύπτου αζ-Ζαχίρ, στο τζαμί της Κωνσταντινούπολης που αποδίδεται στον Μασλάμα, ο οποίος απέτυχε να καταλάβει την πόλη το 717. Αναφέρεται μουσουλμανικός πληθυσμός αποτελούμενος από αιχμαλώτους, εμπόρους και ταξιδιώτες σε πολλές πόλεις της Ανατολίας,8 στην Τραπεζούντα και στην Αρμενία.

Οι ανακωχές που διέκοπταν τη τζιχάντ προέβλεπαν ανταλλαγή αιχμαλώτων, προσφορά πλούσιων δώρων και αποστολή πρεσβευτών. Ο αυτοκράτορας Ιωάννης Καντακουζηνός (1341-54) έστειλε πρεσβεία ζητώντας «από τον σουλτάνο Αιγύπτου, Συρίας και Ιουδαίας» διάταγμα υπέρ των χριστιανών στις πολιτείες του, «σύμφωνα με το οποίο απαγορευόταν να παρενοχλούν τους χριστιανούς που κατοικούν στους αγίους τόπους στην Ιερουσαλήμ, ή να βεβηλώνουν τις Εκκλησίες τους ή τα Μοναστήρια τους». Αυτό το διάταγμα έπρεπε να επιβεβαιώνει το καθήκον του μουσουλμάνου κυβερνήτη να προστατεύει τους ντίμμι και τους προσκυνητές, έτσι ώστε να μην υφίστανται ούτε προσβολές ούτε χτυπήματα.9 Ο πρέσβης ζητούσε να απελευθερωθούν οι Έλληνες σκλάβοι και να επιτραπεί στους Έλληνες εμπόρους να παραμένουν στα εδάφη του σουλτάνου. Το 1391, ο Βαγιαζήτ εξασφάλισε το δικαίωμα να εγκαταστήσει έναν καδή στην Κωνσταντινούπολη, έτσι ώστε οι μουσουλμάνοι —έμποροι και άλλοι— να μπορούν να κρίνονται σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο.10

Το Βυζάντιο και τα λατινικά βασίλεια, τα οποία παρενέβαιναν υπέρ γηγενών ή ξένων χριστιανικών κοινοτήτων, έβλεπαν τους προϋπολογισμούς των προξενείων τους να επιβαρύνονται πολύ από τα δώρα ή τις χάρες που απαιτούσαν οι μουσουλμανικές αρχές ως αντάλλαγμα για τον σεβασμό αυτών των δικαιωμάτων, τα οποία πάντοτε αμφισβητούνταν ή ακυρώνονταν αυθαίρετα.11 Οι ελληνορθόδοξες και λατινικές κοινότητες ντίμμι, οι οποίες επωφελούνταν από τη θρησκευτική προστασία ισχυρών κρατών, βρίσκονταν σε προνομιακή θέση σε σύγκριση με τους Μονοφυσίτες, Νεστοριανούς και Εβραίους ντίμμι, αν και σε περιόδους σύγκρουσης διώκονταν περισσότερο.

Τον 16ο αιώνα η προνομιακή σχέση της Γαλλίας με τους Οθωμανούς της επέτρεψε να προστατεύσει τα Καθολικά σχολεία και ιεραποστολές στην Τουρκική Αυτοκρατορία. Με φιρμάνι του Οκτωβρίου 1596 η Γαλλία έπαιρνε εγγυήσεις ότι ξένοι χριστιανοί προσκυνητές ούτε θα παρενοχλούνταν ούτε θα αναγκάζονταν να ασπαστούν το Ισλάμ. Τον επόμενο χρόνο, κατόπιν αιτήματος του Ερρίκου Δ’ της Γαλλίας, ο σουλτάνος ανακάλεσε την απόφαση να φυλακιστούν μοναχοί των Αγίων Τόπων και να μετατραπεί η Εκκλησία του Παναγίου Τάφου σε τζαμί. Όμως οι μουσουλμάνοι αξιωματούχοι επισκέπτονταν συνεχώς τις εκκλησίες για να διασφαλίσουν ότι δεν είχαν γίνει επισκευές και πάντοτε έβρισκαν πρόσχημα για να αποσπούν χρήματα από τους μοναχούς. Το 1740 ο πρέσβης της Γαλλίας M. ντε Μπονάκ, πέτυχε συμφωνία ότι αυτές οι καταπιεστικές επισκέψεις θα περιορίζονταν σε ετήσια επιθεώρηση. Έλαβε επίσης άδεια επισκευής της στέγης της Εκκλησίας του Παναγίου Τάφου, ύστερα από σαράντα χρόνια διαπραγματεύσεων.

Καθώς η πλειοψηφία των χριστιανών στις ισλαμικές περιοχές ήσαν είτε Ορθόδοξοι είτε Μονοφυσίτες, ο παπισμός προσπαθούσε να τους θέσει υπό την εξουσία του μέσω της μεταστροφής τους στον Καθολικισμό. Η Συνάθροιση για τη Διάδοση της Πίστης, την οποία δημιούργησε ο πάπας Γρηγόριος ΙΕ’ το 1622, έστελνε ιεραπόστολους σε οθωμανικά και περσικά εδάφη. Στις αρχές του 17ου αιώνα Γάλλοι Ιησουίτες και Λαζαριστές ιεραπόστολοι εξαπλώνονταν στην Ανατολική Μεσόγειο και την Περσία. Το τάγμα των Καπουτσίνων ίδρυσε υποκαταστήματα στην Κωνσταντινούπολη, το Χαλέπι και την Περσία το 1626. Καρμελίτες και Ιησουίτες ίδρυσαν ιεραποστολή στο Χαλέπι το 1627. Δομινικανοί εδραιώθηκαν στη Συρία, τον Λίβανο, το Ιράκ και την Ανατολία.

Ιεραποστολικά ιδρύματα μεγάλωναν σε πόλεις και χωριά με χριστιανικό πληθυσμό: Χαλέπι, Ιερουσαλήμ, Τρίπολη, Σαΐντα, Δαμασκό, Μοσούλη, Ντιγιάρμπακιρ, Βαγδάτη, Μαρντίν κ.ο.κ. Αυτές οι ιεραποστολές απολάμβαναν την προστασία της Γαλλίας, οι πρόξενοι της οποίας γίνονταν τα όργανα της ενωτικής πολιτικής της Ρώμης τον 17ο αιώνα. Οι ιεραπόστολοι άνοιγαν σχολεία και προσπαθούσαν να προσηλυτίσουν τους Ελληνορθόδοξους, τους Σύριους Ιακωβίτες, τους Νεστοριανούς και τους Αρμένιους, προκειμένου να επεκτείνουν την πνευματική δύναμη του πάπα και τη σφαίρα της γαλλικής επιρροής αυξάνοντας τον αριθμό των Καθολικών.

Οι Ορθόδοξοι, Αρμένιοι και Σύριοι πατριάρχες αντιδρούσαν βίαια σε αυτές τις καταπατήσεις που μείωναν τη δύναμή τους και συνεπάγονταν, μέσα στις εκκλησίες τους, αντίπαλες σχισματικές Εκκλησίες ενωμένες με τη Ρώμη. Από την άλλη πλευρά η Πύλη δυσαρεστούνταν βλέποντας τους υπηκόους της να εγκαταλείπουν την πνευματική ηγεσία των πατριαρχών της Κωνσταντινούπολης, που βρίσκονταν υπό τον έλεγχό της, για να τεθούν υπό την κηδεμονία του κληρονομικού εχθρού της, του πάπα στη Ρώμη. Παρενέβαινε για να υποστηρίξει τα πατριαρχεία και απαγόρευε στους χριστιανούς υπηκόους της να μετακινούνται από το ένα δόγμα στο άλλο.

Πολιτικά κίνητρα σε συνδυασμό με θρησκευτικές αποκλίσεις απέτρεπαν πάντοτε τις σποραδικές προσπάθειες «εκκλησιαστικής ενότητας» στα μουσουλμανικά κράτη. Μονοφυσίτες επίσκοποι ή λαϊκοί που μεταπηδούσαν στο λατινικό ή ελληνικό δόγμα καταγγέλονταν στις μουσουλμανικές αρχές από τη δική τους Εκκλησία. Κατηγορούμενοι για συνεργασία με τους εχθρούς του Ισλάμ προκειμένου να επανιδρύσουν χριστιανική εξουσία, οι νεοφώτιστοι γλίτωναν τον θάνατο μόνο με αποστασία ή φυγή. Όπως και οι χαλίφηδες πριν από αυτούς, οι Οθωμανοί σουλτάνοι ήσαν οι καλύτεροι σύμμαχοι των Ανατολικών πατριαρχών, τους διαχωρισμούς των οποίων συντηρούσαν αυστηρά. Τα πολιτικά συμφέροντα της μουσουλμανικής εξουσίας συνέπιπταν με εκείνα των Ανατολικών Εκκλησιών, των οποίων η ελληνοφοβία και ο αντιπαπικός ζήλος ανταμείβονταν με την επίσημη αναγνώριση των ιδιαιτεροτήτων τους ή με τη χορήγηση εκκλησίας ή μονής που αφαιρούνταν από αντίπαλη Εκκλησία.

Το 1700 ο Αρμένιος Μονοφυσίτης πατριάρχης απέκτησε φιρμάνι που απαγόρευε την παρουσία Καθολικών ιεραποστόλων στην Κωνσταντινούπολη. Το κολλέγιο των Ιησουιτών στο Ερζερούμ, όπου τριακόσιοι Αρμένιοι είχαν στραφεί στον Καθολικισμό, έκλεισε και οι ιερείς αναγκάστηκαν να φύγουν και να αναζητήσουν καταφύγιο, ως επί το πλείστον στην Περσία. Βοηθούμενοι κρυφά από τον Γάλλο πρέσβη Σαρλ ντε Φεριόλ, οι Αρμένιοι Καθολικοί πήραν την εκδίκησή τους με την απαγωγή του Μονοφυσίτη πατριάρχη. Ο σουλτάνος έλυσε τις εσωτερικές αρμενικές διαμάχες με αυστηρότητα που δημιούργησε μάρτυρες και αποστάτες.

Όμως τα εμπορικά και πολιτικά πλεονεκτήματα που απολάμβαναν οι Καθολικοί ενθάρρυναν τις μετατροπές, οι οποίες πολλαπλασιάζονταν μεταξύ των Ιακωβιτών στη βόρεια Συρία στα μέσα του 17ου αιώνα. Ο Γάλλος πρόξενος στο Χαλέπι, ο Φρανσουά Πικέ, παρενέβη ακόμη και στις εκλογές του πατριαρχείου και έλαβε από την Πύλη φιρμάνια ανάθεσης για τον υποψήφιό του. Επαρχιακοί κυβερνήτες, καδήδες και πρόξενοι ανακατεύονταν στο διορισμό πατριαρχών. Λειτουργίες Καθολικών και Ιακωβιτών τελούνταν στις ίδιες εκκλησίες, με μια κουρτίνα ανάμεσά τους.

Η θρησκευτική προστασία της Γαλλίας προωθούσε σχίσματα σε κάθε μιλλιέτ, τα οποία αντικατοπτρίζονταν στην εμφάνιση Ανατολικών Εκκλησιών —Αρμενικής, Ιακωβικής, Ελληνικής και Χαλδαϊκής (Νεστοριανής)— που προσχωρούσαν στη Ρώμη. Με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774) η Ρωσία επίσης επιφυλασσόταν του δικαιώματός της να παρεμβαίνει υπέρ των Ορθοδόξων ραγιάδων. Τον 19ο αιώνα Λουθηρανοί και Αμερικανοί Προτεστάντες ιεραπόστολοι, που λειτουργούσαν υπό την προστασία των πρεσβειών τους, αύξαναν τις δυνάμεις παρέμβασης των αντίστοιχων χωρών τους, μετατρέποντας ντίμμι στο δικό τους δόγμα. Τα πατριαρχεία υπερασπίζονταν την κοινότητά τους με καταγγελίες, αφορίζοντας αποστάτες και απαγορεύοντας τη συναναστροφή μαζί τους. Οι διασπάσεις μέσα σε κάθε μιλλιέτ ενσωματώνονταν στα θρησκευτικά σχίσματα στη Δύση και αντιστοιχούσαν στις οικονομικές και πολιτικές αντιπαλότητες των ευρωπαϊκών κρατών-προστατών.

Η αύξηση της οικονομικής και πολιτικής δύναμης της Ευρώπης τον 19ο αιώνα ενέτεινε τον προσηλυτισμό μεταξύ των ντίμμι και τη χρηματοδότηση ιεραποστολικών ιδρυμάτων: νοσοκομείων, ξενώνων, σχολείων και ιατρείων. Ένα από αυτά, η Εταιρεία του Λονδίνου για την Προώθηση του Χριστιανισμού μεταξύ των Εβραίων, που ιδρύθηκε το 1809, έστελνε προσηλυτισμένους Ευρωπαίους Εβραίους στις πιο απελπισμένες και επομένως στις πιο ευάλωτες κοινότητες. 12 Στις αρχές του 20ού αιώνα μεγάλος αριθμός Χαλδαίων (Νεστοριανών) από το Αζερμπαϊτζάν μετατράπηκε στην Ορθοδοξία, προκειμένου να τεθούν υπό ρωσική προστασία.

Image
Καταδίκη του Ντεργκουμίδα από τον Μεγάλο Βεζίρη
Ο Ντεργκουμίδας και άλλοι δύο Αρμένιοι αποκεφαλίστηκαν στις 5 Νοεμβρίου 1707, επειδή υιοθετούσαν το ρωμαιοκαθολικό δόγμα. Ο έκπτωτος πατριάρχης Σαάρι και επτά άλλοι Αρμένιοι πρόκριτοι εξισλαμίστηκαν για να γλιτώσουν τον θάνατο.
Χαρακτικό (αρ. 85): J. de Fraussieres, από πίνακα του J.-B.Vanmour
Le Hay (1715), εικ. αρ. 85 και σελ. 44-47

Είναι αδύνατο να εκτιμηθούν οι επιπτώσεις της θρησκευτικής προστασίας, τόσο σημαντικές —ακόμη και κρίσιμες— ήσαν για τους ντίμμι. Η προστασία αυτή είχε όμως επίσης αρνητικές πτυχές, αφού η παρέμβασή της, μέσω μετατροπών, ανέπτυσσε σχίσματα και μίση μέσα στα μιλλιέτ και μέσα σε οικογένειες. Παρ’ όλα αυτά, ο προσηλυτισμός των ιεραποστόλων ανάγκαζε τον κλήρο και τους προκρίτους των ντίμμι να βελτιώνουν τα σχολεία, τα νοσοκομεία και την κοινοτική τους οργάνωση. Απέναντι σε τέτοιους τρομερούς αντιπάλους που λειτουργούσαν υπό την προστασία των αντίστοιχων πρεσβειών τους και επωφελούνταν από σημαντικούς πόρους και ανώτερη γνώση, οι ηγέτες των κοινοτήτων ντίμμι έπρεπε να αντιμετωπίζουν την πρόκληση. Ο αγώνας ενάντια στην αμέλεια, την υπεκφυγή και την υποβάθμιση, εγγενείς στη ντίμμι-δουλεία, οδηγούσε στην ανακαίνιση και τον εκσυγχρονισμό των κοινοτικών δομών.

Εμπορική Προστασία

Η θρησκευτική προστασία συνδεόταν με τον κατακερματισμένο χαρακτήρα του Χριστιανισμού (Ορθόδοξοι, Μονοφυσίτες, Καθολικοί, Νεστοριανοί). Η οικονομική προστασία από την άλλη πλευρά, που εξαρτιόταν από τις εμπορικές σχέσεις και το εμπόριο μεταξύ Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής, αναπτυσσόταν σε εθνικό πλαίσιο, που ήταν σχετικά απαλλαγμένο από θρησκευτικά κριτήρια. Αυτές οι ανταλλαγές, που ανέτρεχαν στην πιο μακρινή αρχαιότητα, είχαν τονώσει την επέκταση του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού και την ανάπτυξη των βιβλικών θρησκειών σε ολόκληρη τη λεκάνη της Μεσογείου και πέρα από αυτήν. Περιοριζόμενες από την κυριαρχία των μουσουλμάνων, αυτές οι σχέσεις μεταξύ χριστιανικών και ισλαμικών χωρών καθορίζονταν από συμφωνίες και συνθήκες.

Τέτοιες εμπορικές συμφωνίες, που καθόριζαν τις οικονομικές ανταλλαγές μεταξύ Ισλάμ και Χριστιανισμού κατά τη διάρκεια των αιώνων, ξεκινούσαν από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Στις βυζαντινές πόλεις, ιδιαίτερα στην Κωνσταντινούπολη, Λατίνοι έμποροι ομαδοποιημένοι ανάλογα με την εθνικότητά τους έλεγχαν το εξωτερικό εμπόριο. Το 1082 ο Αλέξιος Α’ Κομνηνός παραχώρησε φορολογικά προνόμια και καθεστώς ετεροδικίας στους Ενετούς εμπόρους. Σύντομα η Γένουα, η Πίζα και άλλες λατινικές εμπορικές πόλεις απέκτησαν επίσης τελωνειακά προνόμια. Το Βυζάντιο χορηγούσε σε ξένους εμπόρους —Λατίνους, μουσουλμάνους και Εβραίους— απαλλαγή από τοπική δικαιοδοσία, πρακτική που υιοθετήθηκε από τα χριστιανικά βασίλεια της Ιερουσαλήμ, της Κύπρου και της Αρμενίας. Ομαδοποιημένοι κατά εθνικότητα σε έναν δρόμο ή μια συνοικία, οι ξένοι έμποροι υπάγονταν στη δική τους εθνική δικαιοδοσία, υπό τη διαχείριση του προξένου τους.

Στις ισλαμικές χώρες η ίδια δομή, με μερικές παραλλαγές που οφείλονταν σε περιφερειακές θρησκευτικές ιδιαιτερότητες, καθόριζε τις εμπορικές πρακτικές με τις χριστιανικές χώρες. Στην αυτοκρατορία τους, οι Οθωμανοί απλώς ανανέωναν και επιβεβαίωναν τα προνόμια που είχαν ήδη οι Λατίνοι έμποροι υπό τους Έλληνες αυτοκράτορες. Αυτά τα προνόμια, γραμμένα σε χάρτες ή Διομολογήσεις, εγγυούνταν την ασφάλεια της περιουσίας και των προσώπων των μη μουσουλμάνων ξένων εμπόρων. Επιβεβαίωναν την ατομική, εμπορική και θρησκευτική τους ελευθερία, το καθεστώς ετεροδικίας τους, τις τελωνειακές απαλλαγές και την ασφάλεια της ναυτιλίας. Η γεωπολιτική και οικονομική κατάσταση του 16ου αιώνα έδωσε στους Οθωμανούς την ευκαιρία να επεκτείνουν αυτές τις διεθνείς εμπορικές σχέσεις με προνομιακές εμπορικές συνθήκες με ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες.

Οι Διομολογήσεις απαγόρευαν έρευνες, αναζητήσεις και σφραγίσεις εντός των προξενείων. Απαγόρευαν τη φυλάκιση προξένων και εξαιρούσαν τους ντίμμι διερμηνείς τους (δραγουμάνους) από την καταβολή φόρου υποτέλειας και άλλων αυθαίρετων φόρων. Η παρουσία του προξένου και του διερμηνέα του ήταν υποχρεωτική σε αγωγές μεταξύ μουσουλμάνων και αλλοδαπών που παραπέμπονταν σε οθωμανικά δικαστήρια, καθώς η απόφαση έπρεπε να βασίζεται σε έγγραφα και αρχεία, ενώ ο ισλαμικός νόμος απαιτούσε μόνο τη μαρτυρία μουσουλμάνων. Ξένοι έμποροι δεν μπορούσαν να βασανίζονται ή να παρενοχλούνται, να φορολογούνται αυθαίρετα, να υποδουλώνονται, να εκτελούνται ή να τιμωρούνται για αδίκημα που διαπράχθηκε από άλλον αλλοδαπό. Η περιουσία ενός νεκρού αλλοδαπού προστατευόταν και αποδιδόταν στους κληρονόμους του. Καθώς οι Διομολογήσεις μπορούσαν να καταργηθούν μονομερώς από τον σουλτάνο, επιβεβαιώνονταν με κάθε νέα βασιλεία. Αυτές οι εμπορικές συμβάσεις συνεπάγονταν αμοιβαιότητα. Μουσουλμάνοι υπήκοοι απολάμβαναν έτσι τα ίδια δικαιώματα και προνόμια στον χριστιανικό κόσμο, όπως οι ξένοι έμποροι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Από το 1597 σε όλες τις Διομολογήσεις εισάγονταν διατάξεις —ταυτόχρονα αναποτελεσματικές και συνεχώς ανανεούμενες— που απαγόρευαν την απαγωγή Ευρωπαίων ταξιδιωτών και την υποδούλωσή τους στα κράτη πειρατών του Μαγρέμπ, υποτελή της Πύλης, των οποίων οι γαλέρες περιφέρονταν στις θάλασσες, αποκομίζοντας σημαντικά κέρδη από τη σύλληψη απίστων ταξιδιωτών, τους οποίους κρατούσαν όμηρους μέχρι να πληρωθούν λύτρα.

Το 1528 η Γαλλία απέκτησε το δικαίωμα να προστατεύει όλους τους χριστιανούς ξένους εμπόρους που ζούσαν στην Τουρκία. Η συνθήκη του 1535 μεταξύ του Φραγκίσκου Α’ και του σουλτάνου Σουλεϊμάν χρησίμευσε ως πρότυπο για τις Διομολογήσεις που δόθηκαν στη συνέχεια σε διάφορα ευρωπαϊκά κράτη, οι οποίες θα απάλλασσαν το εμπόριό τους από τη γαλλική κηδεμονία. Οι υπήκοοι αυτών των χωρών ζούσαν σε φοντούκ ή οκέλ (Αίγυπτος) ή χαν (Συρία). Αυτά τα εμπορικά κέντρα (σκάλες, echelles) περιλάμβαναν αρκετά ευρύχωρα καταλύματα για να στεγάζουν τους εμπόρους, τον πρόξενό τους, τους υπαλλήλους και τους ταξιδιώτες, καθώς και παρεκκλήσι, δικαστήριο και αποθήκη.

Η επέκταση και η ποικιλομορφία των εμπορικών τομέων ωθούσε τους προξένους να δέχονται στα κέντρα τους εμπόρους που στερούνταν προξενικής αντιπροσωπείας. Αυτά τα πρόσωπα αποτελούσαν κατηγορία «προστατευόμενων» διαφορετική από τους «υπηκόους». Επωφελούνταν από τις Διομολογήσεις, αλλά υφίσταντο διακρίσεις φορολογικά και κοινωνικά σε σύγκριση με τους «υπηκόους». Η κατηγορία των προστατευόμενων, που υπήρχαν στο παρελθόν στο Λατινικό βασίλειο της Ανατολής και στο Βυζάντιο, περιλάμβανε ντόπιους κατοίκους της Ανατολής —Εβραίους και χριστιανούς: Μελχίτες, Ιακωβίτες, Νεστοριανούς και Αρμένιους— καθώς και Ευρωπαίους. Έτσι στα ισλαμικά εδάφη τα οικονομικά συμφέροντα των χριστιανικών κρατών υπερίσχυαν των θρησκευτικών προκαταλήψεων των χωρών τους.

Σε αρκετές πόλεις, ιδιαίτερα στα νησιά του ελληνικού αρχιπελάγους και στην ακτή της Μπαρμπαριάς, ορισμένοι ραγιάδες υπήκοοι λειτουργούσαν ως πρόξενοι ευρωπαϊκών δυνάμεων. Εκτός από αυτούς τους ραγιάδες προξένους, η προξενική προστασία κάλυπτε και άλλους ραγιάδες, είτε διερμηνείς είτε υπαλλήλους που απασχολούνταν στα προξενεία. Όμως αυτοί οι «προστατευόμενοι» ραγιάδες, όπως όλοι οι μη μουσουλμάνοι υπήκοοι του σουλτάνου, αναγκάζονταν να φορούν ρούχα που τους ξεχώριζαν, να πληρώνουν τη τζίζγια, σύμβολο κακοφημίας, και να υφίστανται εξευτελισμούς και προσβολές στους δρόμους. Μερικές φορές ο σουλτάνος ή ο πασάς, δυσαρεστημένος με έναν πρόξενο, εκδικούνταν τον χριστιανό διερμηνέα του βάζοντας να τον χτυπήσουν, να τον παλουκώσουν ή να τον κρεμάσουν.

Συνεπώς οι πρόξενοι προσπαθούσαν να επεκτείνουν την προξενική προστασία στους ντίμμι του προσωπικού τους, προκειμένου να τους προστατεύουν από τις ταπεινώσεις της ισλαμικής δικαιοδοσίας. Μέσα σε κοινότητες ντίμμι σχηματιζόταν έτσι μια προνομιακή κατηγορία προκρίτων, γενικά εμπόρων που προστατεύονταν από ευρωπαϊκά κράτη. Οι συνθήκες διαβίωσής τους ήσαν σημαντικά διαφορετικές από εκείνες των ομοθρήσκων τους, που υπόκεινταν στη ντίμμα. Προξενικές εκθέσεις και στοιχεία της εποχής δείχνουν όμως ότι οι Διομολογήσεις δεν τους θωράκιζαν πάντοτε από την αρπακτικότητα κυβερνητών.

Η οικονομική αντιπαλότητα σε επαγγέλματα όπου οι ντίμμι ανταγωνίζονταν μεταξύ τους, μετατρεπόταν σε θρησκευτική εχθρότητα. Αυτή η αντιπαλότητα ήταν ακόμη πιο έντονη, καθώς οι ευκαιρίες ήσαν περιορισμένες και υπόκεινταν στις ιδιοτροπίες διεφθαρμένων δεσποτών. Σε αυτόν τον απεγνωσμένο οικονομικό ανταγωνισμό μεταξύ των μειονοτήτων ντίμμι οφειλόταν πιθανότατα η κατηγορία του Λίβελλου Αίματος που απηύθυναν οι Σύριοι χριστιανοί και ο Γάλλος πρόξενος, ο κόμης Ράττι-Μεντόν, εναντίον της εβραϊκής κοινότητας της Δαμασκού το 1840 (η «υπόθεση της Δαμασκού»).13 Μεταξύ της κοινότητας των χειραφετημένων Δυτικών Εβραίων και των εβραϊκών κοινοτήτων ντίμμι δημιουργούνταν έτσι σχέσεις που μεταμόρφωναν τις δομές των Ανατολικών Εβραίων.

Αυτή η συνάντηση μεταξύ των χειραφετημένων Ευρωπαίων Εβραίων και των Εβραίων υπηκόων του Ισλάμ ξεκινούσε ριζικές αλλαγές στις κοινότητες. Από το 1862 τα σχολεία της Alliance Israelite Universelle (AIU, Παγκόσμια Ισραηλιτική Συμμαχία), υποστηριζόμενα από Ευρωπαίους Εβραίους, εκσυγχρόνιζαν την εκπαίδευση στη Βόρεια Αφρική, την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την Περσία. 14

Μάλιστα τον 19ο αιώνα το σχολικό σύστημα και τα ιδρύματα σύγχρονης εκπαίδευσης αποτελούσαν σημαντικό πρόβλημα, που συνδεόταν με τον εκσυγχρονισμό των ισλαμικών περιοχών. Οι χριστιανοί ραγιάδες είχαν ήδη ιδρύματα υψηλού εκπαιδευτικού επιπέδου, τα οποία διοικούσαν Ευρωπαίοι μοναχοί ή ιεραπόστολοι, στην Τουρκία, την Αίγυπτο, την Παλαιστίνη, τον Λίβανο και άλλες ισλαμικές περιοχές. Τα σχολεία AIU ήσαν το εβραϊκό ισοδύναμο των χριστιανικών σχολείων που χρηματοδοτούνταν από την Ευρώπη.

Πρέπει κανείς να υπογραμμίσει την πολιτιστική, οικονομική, ακόμη και πολιτική σημασία αυτής της εκπαίδευσης για τις διάφορες κατηγορίες ραγιάδων —ιδιαίτερα των Ελλήνων και των Αρμενίων που ανακτούσαν τη γλώσσα και τον εθνικό τους πολιτισμό. Ο εκσυγχρονισμός της εκπαίδευσης μετέτρεπε τις ντόπιες κοινότητες ραγιάδων, που τότε φυτοζοούσαν στην ταπείνωση, σε ελίτ που ασχολούνταν ενεργά με την εκβιομηχάνηση και ανάπτυξη της χώρας τους.

Οι χριστιανοί ντίμμι επωφελούνταν από την προστασία των ευρωπαϊκών κρατών —ιδιαίτερα της Γαλλίας, της Ρωσίας και της Αυστρίας— και από τον σεβασμό που αποδιδόταν στα νοσοκομεία τους και τα εκπαιδευτικά και πολιτιστικά τους ιδρύματα, ενώ οι Εβραίοι απολάμβαναν μόνο την υποστήριξη των πρόσφατα χειραφετημένων Ευρωπαίων Εβραίων. Όμως αυτή η αριθμητική, οικονομική και πολιτική ανισότητα μεταξύ των διαφόρων κοινοτήτων ραγιάδων αντισταθμιζόταν από την ποιότητα των σχολείων της AIU και από το κίνητρο των Εβραίων για εκσυγχρονισμό και τον αγώνα τους ενάντια στην άγνοια, χαρακτηριστικό και σύντροφο της ντίμμι-δουλείας.

Image
Λίββελος Αίματος Δαμασκού (1840)
«Εδώ βρίσκονται τα οστά του πατέρα Θωμά από τη Σαρδηνία. Ήταν Καπουτσίνος Αποστολικός Ιεραπόστολος και δολοφονήθηκε από τους Εβραίους την 5η Φεβρουαρίου 1840». (Μετάφραση ιταλικής επιγραφής. Στα αραβικά γράφει: «από τους Ιουδαίους».)
Φωτογραφία: Δαμασκός, καλοκαίρι 1987

Αυτή η επιτύμβια πλάκα, που βρίσκεται ακόμη σε θέα σε μια εκκλησία στην παλαιά χριστιανική συνοικία της Δαμασκού, διαιωνίζει τον Λίβελλο Αίματος του 1840 εναντίον «των Εβραίων». Αρχικά αφιερωμένη στο Παρεκκλήσι της Λατινικής Μονής των Καπουτσίνων, αντιγράφηκε και περιγράφηκε την ίδια χρονιά σε επιστολή προς τον Σερ Μόζες Μοντεφιόρε από τον Βρετανό υποπλοίαρχο Τσαρλς Φ. Α. Σάντουελ. Από τότε, κάθε έκκληση στο υψηλότερο επίπεδο της Εκκλησίας για να καταστραφεί —ξεκινώντας από εκείνη του Μοντεφιόρε το 1840— απέτυχε.

Littman, Human Rights & Human Wrongs, αρ. 10

Οι αμέτρητες επιστολές και αναφορές από τους εκπροσώπους της AIU —και από την Αγγλο-Εβραϊκή Ένωση μετά το 1872— παρέχουν πολύτιμο πρωτογενές υλικό για την κοινωνιολογική μελέτη της ντίμμι-δουλείας σε μια κοινωνία σε μετάβαση. Τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα διαπρεπείς Γάλλοι και Βρετανοί Εβραίοι, με τη βοήθεια και την υποστήριξη των προξένων τους, πολεμούσαν για τη χειραφέτηση των Εβραίων της Ανατολικής και Βόρειας Αφρικής και προσπαθούσαν να βελτιώσουν την πολιτιστική και οικονομική τους θέση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, την Περσία και τη Βόρεια Αφρική.

Πολιτική Προστασία

Η πολιτική κατάσταση, οι συμμαχίες ή οι πόλεμοι μεταξύ ισλαμικών εδαφών και των διαφόρων χριστιανικών χωρών είχαν επιπτώσεις στις διαφορετικές κοινότητες ραγιάδων, που συνδέονταν μέσω θρησκείας ή προστασίας με τα εμπόλεμα ή συμμαχικά ευρωπαϊκά κράτη. Αυτές οι καταστάσεις επηρέαζαν όχι μόνο τις σχέσεις των κοινοτήτων με το μουσουλμανικό κράτος, αλλά και τη σχετική ισχύ των διαφόρων κοινοτήτων. Κατά τον 16ο αιώνα οι Λατινικές Εκκλησίες κέρδισαν έτσι ορισμένα πλεονεκτήματα από τις προνομιακές σχέσεις της Γαλλίας με την Περσία και με τους Οθωμανούς. Τον 18ο και τον 19ο αιώνα η κατάσταση άλλαξε υπέρ της Μεγάλης Βρετανίας και των προστατευομένων της, καθώς και για την Ορθόδοξη και την Αρμενική Εκκλησία που υποστηρίζονταν από τη Ρωσία. Από τον 19ο αιώνα ο φόβος που ενέπνεαν στην ούμμα τα στρατιωτικά αντίποινα από ισχυρά ευρωπαϊκά κράτη συνέβαλλε στη βελτίωση των συνθηκών για τους χριστιανούς.

Μέσω προστασίας η Ευρώπη διεύρυνε το εμπόριό της και αργότερα ξεκινούσε την προ-αποικιακή της πολιτική. Μέσα στην ούμμα, όπως ήδη αναφέρθηκε, οι ντίμμι ήσαν ο άξονας σύγκρουσης μεταξύ αφενός μιας δύναμης που αύξανε τον πλούτο της πουλώντας τους τις ελευθερίες τους και αφετέρου του φανατισμού των μαζών που τους στερούσε αυτά τα προνόμια, κατάσταση που υποχρέωνε τους ντίμμι να δωροδοκούν τους καταπιεστές τους. Ομοίως οι ντίμμι ήσαν επίσης υποχρεωμένοι να διαδραματίζουν διφορούμενο ρόλο στη σχέση Ισλάμ-Χριστιανοσύνης. Μάλιστα τα ευρωπαϊκά κράτη επωφελούνταν διπλά από την αύξηση του αριθμού των προστατευόμενών τους στις ισλαμικές χώρες. Η επέκταση της εμπορικής προστασίας εξασφάλιζε επίσης την επέκταση των οικονομικών τους ανταλλαγών με προνομιακούς όρους, ενώ επιπλέον, η προστασία τους επέτρεπε επίσης να παρεμβαίνουν στις υποθέσεις της μουσουλμανικής κυβέρνησης.

Πρέπει να τονιστεί ότι μουσουλμάνοι έμποροι απολάμβαναν τα ίδια προνόμια στις χριστιανικές χώρες. Όμως το καθεστώς των μουσουλμάνων εμπόρων και ατόμων που ταξίδευαν για εμπορικούς λόγους ήταν τελείως διαφορετικό από το καθεστώς των ντίμμι, κατακτημένων ντόπιων λαών που υπόκεινταν σε περιοριστική και ταπεινωτική νομοθεσία. Χριστιανοί και Εβραίοι, δελεασμένοι από προσφορές προξένων, ζητούσαν την προστασία που θα τους απάλλασσε από έναν εξευτελιστικό ζυγό, αλλά η οποία, ταυτόχρονα, εξυπηρετούσε τα συμφέροντα ευρωπαϊκών χωρών. Απελευθερώνοντας τον εαυτό τους από τη ντίμμι-δουλεία, γίνονταν τα ακούσια όργανα της ευρωπαϊκής διείσδυσης. Αυτή η συμπαιγνία μεταξύ του νταρ αλ-χαρμπ και των ντίμμι —που οι ίδιοι ήσαν πρώην χάρμπι— για να παρακάμψουν τους καταπιεστικούς ισλαμικούς νόμους, έθετε τις βάσεις για μελλοντικά αντίποινα.

Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα οι χριστιανικοί λαοί της Ευρωπαϊκής Τουρκίας —οι Έλληνες, Σέρβοι, Βούλγαροι και άλλοι Σλάβοι ραγιάδες— προσπαθούσαν να αποτινάξουν τον ισλαμικό ζυγό. Η αποκατάσταση των δικαιωμάτων τους και η ελευθερία τους ως χριστιανών προϋπέθετε εξέγερση εναντίον της ντίμμι-δουλείας. Αυτές οι εθνικιστικές, και αναγκαστικά θρησκευτικές, συγκρούσεις πυροδοτούσαν αντιχριστιανικό συναίσθημα μέσα στην ούμμα.15 Καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, Έλληνες, Σλάβοι, Μαρωνίτες και Αρμένιοι υφίσταντο αντίποινα και σφαγές, που μετριάζονταν από την παρουσία ευρωπαϊκών στρατών. Σε αυτούς τους μουσουλμανικούς-χριστιανικούς πολέμους, ο εβραϊκός πληθυσμός —πολύ μειοψηφικός σε σύγκριση με τους χριστιανούς— ήταν πιο φοβισμένος, ταπεινός και, αναπόφευκτα, απολιτικός. Αυτή η συνετή ουδετερότητα, σε συνδυασμό με την προστασία διακεκριμένων Βρετανών Εβραίων (Ρότσιλντ, Μοσέ Μοντεφιόρε) και Αγγλικανών (Μπέντζαμιν Ντισραέλι, Λόρδος Σάφτσμπερυ και άλλοι) σε μια εποχή που η Αγγλία ήταν ο πιο πιστός σύμμαχος της Τουρκίας, ενέπνεε συμπάθεια για τους Εβραίους ραγιάδες από την τουρκική κυβέρνηση, που επιθυμούσε να εμφανίζεται ανεκτική και φιλελεύθερη στα μάτια των Ευρωπαίων. Αυτή η ανισότητα μεταξύ Εβραίων και χριστιανών ραγιάδων σε πολιτικό επίπεδο και η οικονομική άνοδος των Εβραίων στην Τουρκία, την Αίγυπτο και τη Συρία επιδείνωνε τις ενδοκοινοτικές εντάσεις.

Πολιτικοί λόγοι αφύπνιζαν το ενδιαφέρον των ευρωπαϊκών δυνάμεων για τους χριστιανούς ραγιάδες. Επιθυμώντας να στερήσουν από τη Ρωσία κάθε κίνητρο στρατιωτικής επέμβασης για λογαριασμό των Ορθοδόξων ραγιάδων —πρόσχημα για την προσάρτηση της αποσυντιθέμενης Τουρκικής Αυτοκρατορίας— υποχρέωναν την Πύλη να αποδεχτεί την αρχή των ίσων δικαιωμάτων (1839-56). Η ευρωπαϊκή προστασία ασκούσε έτσι σημαντική επιρροή στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική κατάσταση των ντίμμι. Δεν άλλαζε μόνο τη σχέση τους με την ούμμα, αλλά και τη σχετική δύναμη των διαφορετικών κοινοτήτων. Μια ομάδα ντίμμι ευνοούνταν σε σύγκριση με μια άλλη λόγω της δύναμης της χώρας που την προστάτευε και της επιρροής αυτής της χώρας επί του σουλτάνου. Από τις αρχές του 19ου αιώνα η προστασία των ευρωπαϊκών χωρών και της Ρωσίας βελτίωνε τη γενική κατάσταση των χριστιανών σε σύγκριση, για παράδειγμα, με τους Εβραίους της Συρίας, της Παλαιστίνης, της Αιγύπτου και της Περσίας.

Χωρίς την ευρωπαϊκή παρέμβαση και προστασία, άραγε οι προ-ισλαμικοί λαοί θα είχαν εξαφανιστεί εντελώς κατά τη διάρκεια του εξισλαμισμού των παλαιότερων εδαφών τους, όπως οι Εβραίοι και οι Σαμαρείτες που είχαν σχεδόν εξαλειφθεί πλήρως από την παλαιστινιακή τους πατρίδα; Η κατάσταση ήταν λιγότερο σοβαρή αλλά επίσης τραγική για τους χριστιανούς στα εξαραβισμένα εδάφη όπου κάποτε σχημάτιζαν ισχυρή πλειοψηφία. Ωστόσο, μπαίνοντας στον 20ό αιώνα, Εβραίοι, όχι χριστιανοί, ζούσαν ακόμη στην Υεμένη, όπου δεν είχε γίνει ποτέ αισθητή οποιαδήποτε εξωτερική επιρροή. Η ίδια κατάσταση επικρατούσε στο Μαγρέμπ, όπου οι εβραϊκές κοινότητες, κυρίως ισπανικής καταγωγής, κατάφεραν να επιβιώσουν, ενώ ο χριστιανισμός εξαφανίστηκε. Αν και είναι δύσκολο να προσδιοριστεί η επιρροή της Ευρώπης στην εξέλιξη των κοινοτήτων ντίμμι, μπορεί τουλάχιστον να ειπωθεί ότι η βοήθεια που παρείχε η Δύση στην Ελλάδα, τις βαλκανικές χώρες και τον Λίβανο άνοιγε νέους ορίζοντες αξιοπρέπειας και ελευθερίας για τους ντίμμι.

Στην πραγματικότητα, η επαφή με την Ευρώπη ξεκινούσε έναν αγώνα από όλους τους ντίμμι λαούς —αν και χωρισμένους μεταξύ τους— εναντίον των παλαιών παραδοσιακών αξιών της ντίμμα, οι οποίες είχαν καθαγιάσει τον σφετερισμό των εδαφών τους και την υποβάθμισή τους. Αυτοί οι αγώνες διεξάγονταν ταυτόχρονα από τις διαφορετικές κοινότητες, αν και αποσυνδεδεμένοι εξαιτίας του μίσους, της αντιπαλότητας και της δουλικότητας των συμμαχιών.

Η ευρωπαϊκή προστασία απελευθέρωνε δύο αντιφατικές δυνάμεις. Από τη μια πλευρά επιβράδυνε τη διαδικασία αφανισμού μη μουσουλμανικών ντόπιων κοινοτήτων. Από την άλλη πλευρά η ακύρωση της ντίμμα επιδείνωνε τη ντιμμιφοβία και δημιουργούσε τις διάφορες διαδικασίες που επιτάχυναν τη φθορά και εξαφάνιση αυτών των κοινοτήτων.

Η ευρωπαϊκή προστασία δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το κίνημα για τη χειραφέτηση των ντίμμι, γιατί όχι μόνο παρείχε ιδεολογική έμπνευση αλλά του έδινε και πρακτική υποστήριξη, με στρατιωτική δύναμη όταν ήταν απαραίτητο. Σε ιδεολογικό επίπεδο η χειραφέτηση των ντίμμι συνδέεται με τις Διακηρύξεις των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και την αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών. Στην πιο ριζοσπαστική έκφρασή του, αυτό το κίνημα γινόταν πόλεμος εθνικής απελευθέρωσης των ντίμμι λαών.

<-4. Τα κατακτημένα εδάφη: Διαδικασίες εξισλαμισμού 6. Από τη χειραφέτηση στον εθνικισμό (1820-1876)->
Scroll to Top