| <-Εισαγωγή | 2. Η εποχή των κατακτήσεων-> |
1. Η προ-ισλαμική Ανατολή
Εμβαθύνοντας στην ιστορία των λαών της προ-ισλαμικής Ανατολής είναι απαραίτητο να σκιαγραφήσουμε, αν και πολύ σύντομα, τη γενική κατάσταση που επικρατούσε εκεί την παραμονή της αραβικής κατάκτησης τον 7ο αιώνα.
Στις παρυφές της Αραβίας η Περσία των Σασσανιδών εκτεινόταν από τον Περσικό Κόλπο στα νότια μέχρι την Αρμενία στα βόρεια και τον Ινδό ποταμό στα ανατολικά. Σε όλες τις εύφορες περιοχές αυτής της τεράστιας επικράτειας πυκνό δίκτυο χωριών προμήθευε τρόφιμα σε κωμοπόλεις και πόλεις που κατοικούνταν από εμπόρους και ειδικευμένους τεχνίτες. Αμέτρητες εκκλησίες, μοναστήρια και συναγωγές άνθιζαν στις κοιλάδες του Τίγρη και του Ευφράτη.
Μάλιστα παρά τις περιόδους μισαλλοδοξίας, η δυναστεία των Σασσανιδών (224-651) είχε αποδεχτεί τον θρησκευτικό πλουραλισμό. Η αριστοκρατία, ο στρατός και ο απλός λαός ακολουθούσαν τον Ζωροαστρισμό ή Μαζδαϊσμό, την εθνική θρησκεία, ενώ στη Βαβυλωνία και μέχρι την άνω Μεσοποταμία, οι χριστιανοί και οι Εβραίοι αποτελούσαν σχεδόν πλειοψηφία μεταξύ του αγροτικού και αστικού πληθυσμού.1 Απαγορευμένος στο Βυζάντιο και επομένως ενθαρρυνόμενος στην Περσία, ο χριστιανισμός των Νεστοριανών ήταν διαδεδομένος στη Βαβυλωνία, τη Σουσιανή, την Περσίδα (Φαρς), το Χουζεστάν, στην ανατολική ακτή της Αραβίας, στο Μπαχρέιν και στο Ομάν. Είχε διεισδύσει μέχρι το Σιστάν (Αφγανιστάν) και είχε φτάσει στην Κίνα.2
Οι Εβραίοι αποτελούσαν τη μεγαλύτερη κοινότητα στη Βαβυλωνία μετά τους Νεστοριανούς.3 Αποτελούσαν την πλειοψηφία στη νότια επαρχία μεταξύ του Ευφράτη και του Τίγρη (Σαουάντ), περιοχή όπου ένα τεχνικά προηγμένο δίκτυο αρδευτικών καναλιών υποστήριζε την εντατική εκμετάλλευση του εδάφους. Έτσι αυτή η επαρχία ήταν γνωστή για τη γονιμότητα, τους κήπους και τα περιβόλια της. Οι Εβραίοι ζούσαν κυρίως στις όχθες του Τίγρη και του Ευφράτη, αλλά σχημάτιζαν επίσης διάσπαρτες κοινότητες στις περιοχές του σημερινού Ιράκ, στη Συρία και μέχρι τους πρόποδες της οροσειράς Ζάγκρος.
Οι Μονοφυσίτες χριστιανοί (ή Ιακωβίτες) ήσαν λιγότεροι σε σχέση με τους Νεστοριανούς ή τους Εβραίους, αλλά αποτελούσαν μεγάλες κοινότητες, ιδιαίτερα στη Μεσοποταμία, τη Τζαζίρα μεταξύ Αρμενίας και Συρίας και γύρω από το Ταγκρίτ επί του Τίγρη (Ασσυρία), έδρα του Ανατολικού Μονοφυσίτη προκαθήμενου.
Κοιτίδα αγροτικού και αστικού πολιτισμού βασισμένου στην οικονομία, αυτές οι πυκνοκατοικημένες περιοχές περιείχαν ευημερούσες πόλεις, που έσφυζαν από εμπόρους και τεχνίτες των οποίων η ικανότητα εκφραζόταν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο σε ωφελιμιστικά ή διακοσμητικά αντικείμενα, υφαντά, σφυρήλατα, λαξευμένα ή σχεδιασμένα. Η πνευματική ζωή ευημερούσε σε εκκλησίες, μοναστήρια και συναγωγές, ενώ οι νομομαθείς κωδικοποιούσαν τις βάσεις μιας πολιτικής οργάνωσης, που επέτρεπε στους χριστιανούς και τους Εβραίους της Περσίας να κυβερνούν τον εαυτό τους σύμφωνα με τη δική τους δικαιοδοσία. Στην πραγματικότητα κάθε ομάδα είχε πολλές σχολές και ακαδημίες, όπου λόγιοι, μορφωμένοι άνδρες και θεολόγοι ανέπτυσσαν τις γνώσεις τους και μετέδιδαν την επιστήμη τους.
Απέναντι από την ισχυρή Περσική Αυτοκρατορία, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία εκτεινόταν από τα ανατολικά της όρια κατά μήκος των ερημικών συνόρων της Συρίας και της Παλαιστίνης προς τη Βόρεια Αφρική στα δυτικά. Σε αυτές τις επαρχίες οι δογματικές συγκρούσεις υπονόμευαν τον Χριστιανισμό, την κρατική θρησκεία από τον προσυλητισμό του Κωνσταντίνου (337). Ενώ ο Νεστοριανισμός εύρισκε καταφύγιο στην Περσία, το δόγμα του Μονοφυσιτισμού εξαπλωνόταν στην Αίγυπτο, τη Συρία, τη Μεσοποταμία και την Αρμενία. Αν και τα βυζαντινά εδάφη ήσαν εντελώς εκχριστιανισμένα, παρ’ όλα αυτά σημαντικές εβραϊκές κοινότητες κατοικούσαν στις περιοχές της Μεσογείου, κυρίως στην Παλαιστίνη (Γαλιλαία, Σαμάρεια, Ιουδαία), τη Συρία, την Αίγυπτο και κατά μήκος της ακτής της Βόρειας Αφρικής.
Αυτοί οι κυρίως αγροτικοί πληθυσμοί καλλιεργούσαν εντατικά τις κοιλάδες του Νείλου, του Ιορδάνη και του Λιτάνι (Λέοντος), τα βουνά και τις πλαγιές της Παλαιστίνης, του Λιβάνου και της Συρίας, τις οάσεις της Αιγύπτου, καθώς και το Νέγκεβ και την Υπεριορδανία. Πυκνοκατοικημένες, πολλές από αυτές τις περιοχές ήσαν τότε από τις πιο εύφορες, παρά την ξηρότητα ορισμένων εδαφών. Η άφθονη παραγωγή των χωραφιών, των οπωρώνων και των βοσκοτόπων τροφοδοτούσε τις πολλές κωμοπόλεις και πόλεις, κέντρα λαμπρής καλλιέργειας και πολιτισμού. Η Ιερουσαλήμ, η Αλεξάνδρεια, η Καισάρεια, η Αντιόχεια και πολλές άλλες πόλεις άστραφταν σε όλον τον λατινο-βυζαντινό κόσμο.
Η μεγαλοπρέπεια της αστικής αρχιτεκτονικής, η εφευρετικότητα και η ικανότητα των τεχνιτών, η μεγαλοφυΐα των καλλιτεχνών και οι έξυπνες συζητήσεις των μορφωμένων ικανοποιούσαν τις απαιτήσεις ενός μεγάλου αστικού πληθυσμού: λογίων, φιλοσόφων, νομικών, θεολόγων ή εμπόρων, των οποίων οι δραστηριότητες κάλυπταν ολόκληρη τη Μεσόγειο και απλώνονταν μέχρι τις Ινδίες.
Την παραμονή της ισλαμικής κατάκτησης κάποιος βαθμός ομοιογένειας προέκυπτε από τον πολιτισμό της Εγγύς Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής, παρά τις αιματηρές θρησκευτικές συγκρούσεις. Κληρονόμος του ελληνιστικού πολιτισμού, είχε αφομοιώσει τις πνευματικές αξίες του Ιουδαϊσμού μέσω του Χριστιανισμού. Αν και τα ελληνικά και τα παχλαβί (περσικά) ήσαν οι επίσημες γλώσσες της Βυζαντινής και της Περσικής αυτοκρατορίας αντίστοιχα, οι ντόπιοι κάτοικοι της Βαβυλωνίας, της Μεσοποταμίας, της Συρίας και της Παλαιστίνης μιλούσαν και έγραφαν αραμαϊκά. Όντας καθομιλουμένη λειτουργική και λογοτεχνική γλώσσα, τα αραμαϊκά χρησιμοποιήθηκαν από τους Εβραίους για τη σύνταξη νομικών έργων όπως το Ταλμούδ και από τους χριστιανούς για τη συγγραφή των ιστορικών και θεολογικών έργων των Εκκλησιών των Νεστοριανών και των Μονοφυσιτών στη συριακή τους εκδοχή. Στην Αίγυπτο, οι ντόπιοι κάτοικοι χρησιμοποιούσαν την κοπτική, την προφορική και γραπτή εθνική τους γλώσσα.
Όπως και στη Μεσοποταμία των Σασσανιδών, η ένταση της θρησκευτικής και πολιτιστικής ζωής σε βυζαντινό έδαφος αποδεικνυόταν από τους αναρίθμητους τόπους λατρείας και από τη βιαιότητα των διατριβών και των θρησκευτικών συγκρούσεων που τόνωναν τη λογοτεχνική και καλλιτεχνική παραγωγή. Από την κοιλάδα του Νείλου μέχρι την Κτησιφώντα (Βαβυλωνία), την πρωτεύουσα των Σασσανιδών, οι ντόπιοι κάτοικοι των εδαφών στα οποία θα εισέβαλαν σύντομα οι αραβικοί στρατοί αποτελούσαν τους πιο πολιτισμένους λαούς της εποχής τους.

Οικία του Αϊράμι. Ρεφάντι, έρημος βόρειας Συρίας
Τα ονόματα του ιδιοκτήτη, Συμεών, και του αρχιτέκτονα, Αϊράμι, εμφανίζονται στην ελληνική επιγραφή στα αριστερά: Συμεών, ο Κύριος να ευλογεί την είσοδό μας και την έξοδό μας. Αμήν. Αυτή η στοά ολοκληρώθηκε στις 13 του μηνός Λους, της τρίτης ινδικτιώνος του έτους 558 [13 Αυγούστου 510], Αϊράμις.
de Vogüé, τόμ. 2 (1877), εικ. 110
Την ίδια την Αραβία, παρά την απομόνωση που επέβαλλαν οι έρημοι, διαπερνούσαν τα πνευματικά ρεύματα που ξεσήκωναν τους ισχυρούς γείτονές της, την Περσία και το Βυζάντιο. Σε πολύ αρχαία περίοδο ο Ιουδαϊσμός, και αργότερα ο Νεστοριανισμός και ο Μονοφυσιτικός Χριστιανισμός, είχαν διαδοθεί στη χερσόνησο, κατά μήκος των κοντινών ακτών της Αιγύπτου και της Περσίας. Αρκετές εβραϊκές φυλές, μεταναστών ή αραβικής καταγωγής, καλλιεργούσαν τις οάσεις της Χιτζάζ: Ταΐφ, Γιαθρίμπ, Φαντάκ, Χαϊμπάρ, Ταϊμά, Ταμπούκ και άλλες. Αυτές οι φυλές, αποτελούμενες κυρίως από αγρότες και τεχνίτες, ζούσαν ανάμεσα στους ειδωλολάτρες Άραβες, ημικαθιστικούς βοσκούς ή κατοίκους πόλεων που διεξήγαγαν το εμπόριο καραβανιών από την Αραβία μέχρι την Παλαιστίνη, τη Συρία, την Περσία και τον Ινδικό Ωκεανό. Έξω από τις οάσεις, η βλάστηση της ερήμου της Αραβίας μπορούσε να θρέψει μόνο τα κοπάδια των νομάδων, τα οποία εξαρτιούνταν από την εποχιακή μετακίνηση. Συνδεδεμένες με φυλετικούς δεσμούς ή ενωμένες σε ισχυρές πολεμικές συνομοσπονδίες όπως στη βόρεια και κεντρική Αραβία, αυτές οι φυλές πραγματοποιούσαν ράζζια [επιδρομές] στις οάσεις και τα καραβάνια. Ελλείψει κρατικού ή νομικού οργανισμού που να διέπει τους κοινωνικούς δεσμούς, οι σχέσεις μεταξύ των πολεμοχαρών νομάδων που ζούσαν στην έρημο και των καθιστικών πληθυσμών των οάσεων ή των πόλεων ρυθμίζονταν από σύστημα λύτρων ή πληρωμής χρημάτων προστασίας.4
Οι επαναλαμβανόμενες εισβολές των νομάδων στην καλλιεργούμενη γη της κάτω Μεσοποταμίας και της Συρίας στις παρυφές της Αραβίας είχαν επιβάλει τη μόνιμη επιτήρησή τους από την αρχαιότητα. Έτσι οι Βυζαντινοί είχαν αναθέσει σε εκχριστιανισμένη αραβική φυλή, τους Γασσανίδες, το καθήκον να περιορίζουν τη νομαδική προέλαση στην έρημο μέσω τακτικών επιδοτήσεων, στρατιωτικής υποστήριξης με τη μορφή όπλων και αλόγων και τιμητικών τίτλων. Οι Λαχμίδες, άλλη εκχριστιανισμένη αραβική φυλή, διεκπεραίωναν τις ίδιες λειτουργίες στα νότια σύνορα της Περσίας.
Όμως η συνεχής ώθηση νότου-βορρά είχε οδηγήσει αρκετές μερικώς εκχριστιανισμένες αραβικές φυλές, κατά τη διάρκεια των εποχιακών μεταναστεύσεών τους, να εγκατασταθούν στις άκρες των ερήμων της Συρίας και της Μεσοποταμίας. Σταδιακά, με συνεχή αργή διείσδυση, αυτοί οι νομάδες βοσκοί είχαν αποκτήσει μόνιμες ή εποχιακές ρίζες στη δυτική όχθη του Ευφράτη και στα σύνορα της Συρίας και της Παλαιστίνης. Ασχολούμενοι με την κτηνοτροφία, οι ημι-καθιστικοί ή νομαδικοί Άραβες πήγαιναν στις αγορές και τις κοντινές πόλεις, διατηρώντας έτσι στενές επαφές με αδελφές ή συμμαχικές φυλές που περιφέρονταν στο Χιτζάζ και το Νάτζντ. Ενδιάμεσοι μεταξύ του νομαδο-αραβικού κόσμου και των εγκατεστημένων πολιτισμών, παρέμεναν ξένες συνιστώσες, εξωτερικοί προς τους πολιτισμούς της Εγγύς Ανατολής. Οι θρησκευτικές διαμάχες που ξεσήκωναν τους πληθυσμούς και τα μεγάλα πολιτιστικά κινήματα που εκφράζονταν μέσω της δημιουργικότητας αυτών των πολιτισμών παρέμεναν ξένες γι’ αυτούς.5
Μάλιστα ο 7ος αιώνας εγκαινίαζε μια έκρηξη αιματηρού φανατισμού με υπόβαθρο τους Περσο-Βυζαντινούς πολέμους. Στην ίδια την Περσία ο Μανιχαϊσμός είχε πνιγεί σε λουτρό αίματος. Στον χριστιανικό κόσμο η καταδίκη του Νεστοριανισμού από τη Σύνοδο της Εφέσου (431), ακολουθούμενη από την απαγόρευση του Μονοφυσιτισμού στη Σύνοδο της Χαλκηδόνος (451), αναζωπύρωνε τον πόλεμο μεταξύ των Ανατολικών Εκκλησιών και της Ελληνικής Εκκλησίας (Χαλκηδόνιας ή Μελχιτικής). Αυτές οι δογματικές διαφωνίες δηλητηριάζονταν από διαμάχες μεταξύ πατριαρχών για την ιεραρχική σειρά των εδρών τους, τον έλεγχο των διορισμών και των οικονομικών στις επισκοπές και τα αντίστοιχα όριά τους. Εκτός από αυτές τις συγκρούσεις, οι εθνικοί ανταγωνισμοί των διαφόρων χριστιανικών εθνοτικών ομάδων, τροφοδοτούμενες από τεράστια πολιτικοοικονομικά συμφέροντα, τοποθετούσαν τους Νεστοριανούς Πέρσες ενάντια στους πληθυσμούς Μονοφυσιτών (Ιακωβιτών): Αρμενίων, Αιγυπτίων (Κοπτών) και Αραμαίων στη Συρία και τη Μεσοποταμία.
Αποφασισμένο να υποτάξει τις Ανατολικές Εκκλησίες σε υπακοή, το σώμα των Ελλήνων επισκόπων είχε απαγορεύσει το ανατολίτικο τελετουργικό με διωγμούς και κατάσχεση εκκλησιών, μοναστηριών και επισκοπών. Αυτές οι συγκρούσεις επιδεινώθηκαν όταν ο αυτοκράτορας Ηράκλειος (610-41), με παρότρυνση του επισκόπου της Ιερουσαλήμ, διέταξε τη θρησκευτική μεταστροφή των Εβραίων (632). Αυτό το μέτρο εξαπέλυσε κύμα σκληρότητας και φόνων σε όλη την αυτοκρατορία του, αυξάνοντας έτσι την εχθρότητα προς τη βυζαντινή εξουσία.
Πριν από την αραβική επίθεση, ο αγώνας εξουσίας στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ του αυτοκράτορα Φωκά (602-10) και του Ηρακλείου, του στρατηγού του, είχε προκαλέσει ανταρσία στη διοίκηση και στα ελληνικά στρατεύματα που στάθμευαν στην Αίγυπτο. Επιπλέον, οι εξουθενωτικοί ελληνο-περσικοί πόλεμοι (611-630) είχαν αφήσει αφύλακτα τα αραβικά σύνορα αυτών των αυτοκρατοριών. Όταν οι εξισλαμισμένοι Βεδουΐνοι σχεδίαζαν τις επιδρομές τους στις πόλεις της Βαβυλωνίας και της Συρίας, στρατολογούσαν συμμάχους όχι μόνο από τους ντόπιους χριστιανούς —Νεστοριανούς, Ιακωβίτες, ακόμη και Μελχίτες— αλλά κυρίως από εκείνους τους Άραβες οι οποίοι, έχοντας εγκατασταθεί σε αυτές τις περιοχές, ενώνονταν τώρα με τους εισβολείς προκειμένου να συμμετάσχουν στην λεηλασία των πόλεων και των πληθυσμών, ανάμεσα στους οποίους είχαν ζήσει. Οι Πέρσες και οι Έλληνες εκείνη την εποχή έβλεπαν αυτές τις καταστροφές ως κάτι περισσότερο από τις συνηθισμένες ληστρικές δραστηριότητες των νομάδων, που αποσπούσαν τη λεία τους με επιδρομές (ράζζια). Έκαναν λάθος: επρόκειτο για τζιχάντ.
Η προέλευση της τζιχάντ
Το Ισλάμ —θρησκεία που αποκαλύφθηκε στα αραβικά από Άραβα προφήτη— γεννήθηκε στην Αραβία του 7ου αιώνα και αναπτύχθηκε ανάμεσα σε πληθυσμό, του οποίου οι παραδόσεις και τα έθιμα είχαν διαμορφωθεί από συγκεκριμένο γεωγραφικό περιβάλλον. Κατά συνέπεια, ενώ δανειζόταν τα βασικά της ηθικής διδασκαλίας από τις δύο βιβλικές θρησκείες, το Ισλάμ ενσωμάτωνε ιδιαίτερα τοπικά πολιτιστικά στοιχεία από τα έθιμα των νομαδικών ή ημικαθιστικών φυλών που κατοικούσαν στη Χιτζάζ. Αυτές οι φυλές αποτελούσαν τον μαχητικό πυρήνα της ισλαμικής κοινότητας και, μέσω πολέμου, εξασφάλιζαν ότι οι πόροι και οι οπαδοί της θα επεκτείνονταν συνεχώς. Σε διάστημα ενός αιώνα οι εξισλαμισμένοι Άραβες, που προέρχονταν από τις πιο άνυδρες περιοχές του κόσμου, είχαν κατακτήσει τις πιο ισχυρές αυτοκρατορίες και είχαν υποτάξει λαούς που είχαν δημιουργήσει αξιόλογους πολιτισμούς.
Η τζιχάντ (ο ιερός πόλεμος εναντίον των μη μουσουλμάνων) συνέδεε τα ήθη του μεγάλου φιλοπόλεμου νομαδισμού με τις συνθήκες ύπαρξης του Μουχάμαντ (Μωάμεθ) στο Γιαθρίμπ (Μεδίνα), όπου μετανάστευσε το 622 διαφεύγοντας από τις διώξεις των ειδωλολατρών της Μέκκας. Χωρίς μέσα διαβίωσης, η μικρή μουσουλμανική κοινότητα μεταναστών ζούσε σε βάρος των νέων προσήλυτων στη Μεδίνα, των Ανσάρ. Καθώς αυτή η κατάσταση δεν μπορούσε να συνεχιστεί, ο Προφήτης οργάνωνε ένοπλες εισβολές για να συλλαμβάνει τα καραβάνια που συναλλάσσονταν με τη Μέκκα. Ερμηνευτής της θέλησης του Αλλάχ, ο Μωάμεθ συνδύαζε την πολιτική δύναμη στρατιωτικού ηγέτη, τη θρησκευτική δύναμη και τις λειτουργίες δικαστή: «Όποιος υπακούει στον Αγγελιοφόρο, υπακούει στον Θεό» (Κοράνι 4: 82).
Οι θεϊκές αποκαλύψεις που σχετίζονταν με αυτές τις επιδρομές δικαιολογούσαν το δικαίωμα των μουσουλμάνων στην περιουσία και τη ζωή των ειδωλολατρών εχθρών τους. Στίχοι στο Κοράνι εξαγίαζαν την ψυχολογική προετοιμασία των μαχητών, την εφοδιαστική και τις διαδικασίες της μάχης, το μοίρασμα των λαφύρων και την τύχη των ηττημένων. Σταδιακά οι σχέσεις με μη μουσουλμάνους καθορίζονταν κατά τη διάρκεια ενεδρών, μαχών, στρατηγημάτων και ανακωχών, που διαμόρφωναν το σώμα τακτικών του ιερού πολέμου, οι οποίες απαιτούνταν για να διασφαλίζεται η επέκταση του Ισλάμ.
Καθώς η ζωή του Μωάμεθ έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο πολλών μελετών, είναι περιττό να την εξετάσουμε πάλι. Αρκεί να σημειώσουμε ότι η πολιτική που υιοθέτησε ο Άραβας Προφήτης απέναντι στους Εβραίους της Μεδίνας και τους Εβραίους και τους χριστιανούς της όασης του Χιτζάζ καθόρισε την πολιτική των διαδόχων του απέναντι στους ντόπιους Εβραίους και χριστιανούς κατοίκους των εδαφών που κατακτήθηκαν αργότερα. Οι Εβραίοι της Μεδίνας είτε λεηλατήθηκαν και εκδιώχθηκαν από την πόλη (Μπάνου Καϊνούκα, Μπάνου Ναδίρ, 624-25) είτε σφαγιάστηκαν, εκτός από τους εξισλαμισμένους και τα γυναικόπαιδα που οδηγήθηκαν στη σκλαβιά (Μπάνου Κουράιζα, 627). Καθώς όλες αυτές οι αποφάσεις δικαιολογήθηκαν από τις αποκαλύψεις του Αλλάχ που αναγράφονται στο Κοράνι, έγιναν κανονιστικές και υποχρεωτικές στη στρατηγική της τζιχάντ. Τα υπάρχοντα των Εβραίων της Μεδίνας αποτελούσαν λάφυρο που έπρεπε να μοιραστεί μεταξύ των μουσουλμάνων αγωνιστών, ενώ το ένα πέμπτο κάθε αρπαγής προοριζόταν για τον ίδιο τον Προφήτη. Στην περίπτωση των Μπάνου Ναδίρ, ο Μωάμεθ κράτησε όλη τη λεία, η οποία, έχοντας παρθεί χωρίς μάχη, επέστρεψε ολόκληρη στον Προφήτη. Σύμφωνα με τους στίχους του Κορανίου (59: 6-8), του ανατέθηκε να τη διαχειριστεί προς όφελος της μουσουλμανικής κοινότητας, της ούμμα. Αυτή ήταν η προέλευση του φάι, δηλαδή της θρησκευτικής αρχής, φορτωμένης με συνέπειες για το μέλλον, κατά την οποία η συλλογική περιουσία της ούμμα αποτελούνταν από την πρώην ιδιοκτησία που είχε κατασχεθεί από τους ηττημένους μη μουσουλμάνους.
Μουσουλμάνοι ειδικοί του δικαίου πήραν στη συνέχεια το καθεστώς των φόρου υποτελών από τη συνθήκη που συνήφθη μεταξύ του Μωάμεθ και των Εβραίων που καλλιεργούσαν την όαση Χαϊμπάρ. Στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης, οι φόρου υποτελείς είναι οι Εβραίοι και οι χριστιανοί —που αναφέρονται ως «Λαοί του Βιβλίου», της Αγίας Γραφής— καθώς και οι Πέρσες ζωροαστρικοί.
Σε αυτή τη συνθήκη, ο Μωάμεθ είχε επιβεβαιώσει στους Εβραίους του Χαϊμπάρ την κατοχή της γης τους, η κυριότητα της οποίας περνούσε στους μουσουλμάνους ως λάφυρο (φάι). Οι Εβραίοι διατηρούσαν τη θρησκεία και τα υπάρχοντά τους με τον όρο να παραδίδουν τη μισή σοδειά τους στους μουσουλμάνους. Όμως αυτό το καθεστώς δεν ήταν μόνιμο, καθώς ο Μωάμεθ διατηρούσε το δικαίωμα να το καταργήσει όποτε ήθελε.6
Η ούμμα συνέχιζε να μεγαλώνει και αύξανε τον πλούτο της με επιδρομές σε καραβάνια και οάσεις που κατοικούνταν από Εβραίους, χριστιανούς ή ειδωλολάτρες στην Αραβία και στις πιο μακρινές συρο-παλαιστινιακές ερήμους (629-32). Αυτοί οι οικισμοί, που βρίσκονταν στα βόρεια της Άυλα (Εϊλάτ), στο Ουάντι Ρουμ και γύρω από τη Μούτα, περιβάλλονταν από νομαδικές αραβικές φυλές. Όταν αυτές οι φυλές συσπειρώθηκαν γύρω από τον Μωάμεθ, οι εγκατεστημένοι πληθυσμοί, φοβισμένοι από τις ράζζια, προτίμησαν να ασχοληθούν με τον Προφήτη με βάση συμφωνημένο φόρο υποτέλειας.7 Χρησιμοποιώντας πηγές της εποχής, ο Μιχαήλ Σύριος περιέγραψε αργότερα αυτά τα γεγονότα:
Άρχισε [ο Μωάμεθ] να συγκεντρώνει δική του ομάδα και να οργανώνει ενέδρες σε μέρη της Παλαιστίνης, έτσι ώστε, φέρνοντας πίσω κάτι γι’ αυτούς [τους Άραβες], τους έπεισε να πιστέψουν σε αυτόν και να ενωθούν μαζί του. Καθώς είχε κατέβει [από τη Μεδίνα] και είχε ανέβει αρκετές φορές χωρίς να υποστεί βλάβη, είχε λεηλατήσει και είχε επιστρέψει φορτωμένος <με λάφυρα>, το πράγμα [το κήρυγμα του Μωάμεθ] επιβεβαιωνόταν γι’ αυτούς από την αγάπη για υπάρχοντα, που τους οδήγησε να κάνουν μόνιμο χαρακτηριστικό την έξοδο για λεηλασία… Σύντομα τα στρατεύματά του άρχισαν να εισβάλλουν και να λεηλατούν πολλές περιοχές. […]
Δείξαμε νωρίτερα τον τρόπο με τον οποίο, από την αρχή της αυτοκρατορίας των Αράβων, έβγαιναν για να πάρουν αιχμαλώτους, να λεηλατήσουν, να κλέψουν, να στήσουν ενέδρα, να εισβάλουν και να καταστρέψουν ολόκληρες περιοχές κατά τη διάρκεια όλης της ζωής του Μωάμεθ.8
Την εποχή που πέθανε ο Προφήτης (632) σχεδόν όλες οι φυλές της Χιτζάζ είχαν συστρατευτεί στο Ισλάμ, η ειδωλολατρία είχε νικηθεί στην Αραβία και οι Λαοί του Βιβλίου, Εβραίοι και χριστιανοί, πλήρωναν φόρο υποτέλειας στους μουσουλμάνους. Ο διάδοχος του Προφήτη, ο Αμπού Μπακρ, κατέστειλε την εξέγερση (ρίντα) των Βεδουΐνων και τους ανάγκασε να υιοθετήσουν το Ισλάμ και να πληρώνουν τον νόμιμο φόρο (ζακάτ). Αφού ενοποίησε τη χερσόνησο, μετέφερε τον πόλεμο (τζιχάντ) πέρα από την Αραβία. Η τζιχάντ παρείχε στους μη μουσουλμάνους δύο εναλλακτικές: αλλαγή θρησκεύματος ή φόρο υποτέλειας. Η άρνηση και των δύο υποχρέωνε τους μουσουλμάνους να τους πολεμήσουν μέχρι τη νίκη. Οι Άραβες ειδωλολάτρες έπρεπε να επιλέξουν μεταξύ θανάτου ή μεταστροφής. Όσο για τους Εβραίους, τους χριστιανούς και τους ζωροαστρικούς, αν πλήρωναν φόρο υποτέλειας και αποδέχονταν τους όρους της κατάκτησης, μπορούσαν να εξαγοράσουν το δικαίωμά τους στη ζωή, την ελευθερία της λατρείας και την ασφάλεια της περιουσίας.
Το 640 ο δεύτερος χαλίφης, ο Ομάρ Ιμπν αλ-Χατάμπ, έδιωξε τους Εβραίους και τους χριστιανούς υποτελείς από τη Χιτζάζ επικαλούμενος τη ντίμμα (σύμβαση) του Χαϊμπάρ: η γη ανήκε στον Αλλάχ και τον Απεσταλμένο του και η σύμβαση μπορούσε να διακοπεί κατά την κρίση του ιμάμη, του θρησκευτικού και πολιτικού ηγέτη της ούμμα και ερμηνευτή της επιθυμίας του Αλλάχ. Ο Ομάρ επικαλέστηκε επίσης την επιθυμία που εξέφρασε ο Προφήτης στο νεκροκρέβατό του: «Δύο θρησκείες δεν πρέπει να συνυπάρχουν στην αραβική χερσόνησο».9
Η τζιχάντ: Δόγμα και στρατηγικές
Το δόγμα της τζιχάντ δανειζόταν τις πρακτικές των ράζζια (επιδρομών) που διέπρατταν οι νομάδες, αλλά τις άμβλυνε με εντολές από το Κοράνι.10 Μουσουλμάνοι νομομαθείς καθιέρωσαν ένα κορανικό δόγμα που ρύθμιζε τις διαδικασίες και τις τακτικές των στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια των κατακτήσεων, καθώς και τη μεταχείριση των κατακτημένων λαών και το οικονομικό σύστημα που εφαρμοζόταν στις κατακτημένες χώρες (δεκάτη, χαράτζ, φάι). Ακολουθεί σύντομο περίγραμμα.
Ο σκοπός της τζιχάντ είναι να υποτάξει τους λαούς του κόσμου στον νόμο του Αλλάχ, που διατάχθηκε από τον προφήτη του Μωάμεθ. Η ανθρωπότητα χωρίζεται σε δύο ομάδες, μουσουλμάνους και μη μουσουλμάνους. Οι πρώτοι συγκροτούν την ισλαμική κοινότητα, την ούμμα, η οποία κατέχει τα εδάφη του νταρ αλ-Ισλάμ που διέπονται από τον ισλαμικό νόμο. Οι μη μουσουλμάνοι είναι χάρμπι, κάτοικοι του νταρ αλ-χαρμπ, των εδαφών του πολέμου, που ονομάζονται έτσι επειδή προορίζονται να τεθούν υπό ισλαμική δικαιοδοσία, είτε μέσω πολέμου (χαρμπ), είτε μέσω αλλαγής θρησκεύματος των κατοίκων τους. Σύμφωνα με τον νομομαθή Ιμπν Ταϊμίγια (14ος αιώνας), η περιουσία των μη μουσουλμάνων πρέπει να επιστρέψει νόμιμα στους μοναδικούς οπαδούς της αληθινής θρησκείας (Ισλάμ). Κατά συνέπεια η τζιχάντ είναι το μέσο με το οποίο επιστρέφουν στους μουσουλμάνους κτήσεις, που θεωρούνται ότι τις έχουν καταχραστεί παράνομα μη μουσουλμάνοι.11 Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο κάθε πράξη πολέμου στο νταρ αλ-χαρμπ είναι νόμιμη και απαλλαγμένη από μομφή.12
Καθώς η τζιχάντ είναι μόνιμος πόλεμος, αποκλείει την ιδέα της ειρήνης, αλλά επιτρέπει προσωρινές ανακωχές που σχετίζονται με την πολιτική κατάσταση (μουχαντάνα). Αυτές οι ανακωχές δεν πρέπει να διαρκούν περισσότερο από δέκα χρόνια το πολύ και μπορούν να καταγγελθούν μονομερώς από τον ιμάμη, ύστερα από ειδοποίηση του αντιπάλου. Στο πλαίσιο των προσωρινών ανακωχών η τζιχάντ διέπει τους όρους των συνθηκών με το νταρ αλ-χαρμπ και προβλέπει ενδιάμεση κατάσταση μη πολέμου ή υποτέλειας. Ο ιερός πόλεμος, που θεωρείται από τους ισλαμιστές θεολόγους ως ένας από τους πυλώνες της πίστης, είναι υποχρεωτικός για όλους τους μουσουλμάνους. Πρέπει να συνεισφέρουν σε αυτόν ανάλογα με τις ικανότητές τους, με τα πρόσωπά τους, την περιουσία τους ή τα γραπτά τους.
Η τζιχάντ μπορεί να εξαπολυθεί με στρατιωτικά μέσα, όπως συνέβη κατά την περίοδο της μεγάλης αραβικής επέκτασης (7ος έως 8ος αιώνας), και αργότερα από τους εξισλαμισμένους Τούρκους στην Ευρώπη. Η στρατηγική του πολέμου προβλέπει την αποσταθεροποίηση στα σύνορα του νταρ αλ-χαρμπ από δυνάμεις ατάκτων, που καίνε χωριά, παίρνουν ομήρους ή λεηλατούν και σφάζουν, προκειμένου να διώξουν τους κατοίκους και να διευκολύνουν την προέλαση του στρατού με σταδιακή εδαφική καταπάτηση. Οι μέθοδοι διανομής της λείας διέπονται από κορανικές αποκαλύψεις, όπου το ένα πέμπτο επιστρέφει στον θεματοφύλακα της πνευματικής πολιτικής εξουσίας (τον ιμάμη ή χαλίφη).
Η τζιχάντ μπορεί επίσης να διεξαχθεί με ειρηνικά μέσα: προσηλυτισμό, προπαγάνδα και διαφθορά που αποτελείται από φιλοδωρήματα «για να κερδηθούν καρδιές» (ταλίφ αλ-κουλούμπ). Ο χάρμπι, κάτοικος των εδαφών του πολέμου, είναι εχθρός που δεν μπορεί να πηγαίνει χωρίς κίνδυνο στις χώρες του Ισλάμ, όπου, σύμφωνα με το δόγμα, κάθε μουσουλμάνος μπορεί να χύσει το αίμα του και να αρπάξει τα αγαθά του. Ωστόσο η ασφάλειά του μπορεί να διασφαλιστεί με το αμάν, προσωρινή προστασία την οποία μπορεί να χορηγήσει κάθε μουσουλμάνος οποιουδήποτε φύλου.
Όταν μια νίκη μετατρέπει ένα μέρος του νταρ αλ-χαρμπ σε νταρ αλ-Ισλάμ, οι πρώην κάτοικοί του (χάρμπι) γίνονται αιχμάλωτοι πολέμου. Ο ιμάμης μπορεί, σύμφωνα με τις συνθήκες της σύγκρουσης, να τους καταδικάσει σε σφαγή, σκλαβιά, εξορία ή να διαπραγματευτεί με τους εκπροσώπους τους και να τους χορηγήσει συνθήκη προστασίας (ντίμμα), η οποία τους απονέμει το καθεστώς των φόρου υποτελών (ντίμμι). Το καθεστώς ντίμμι, που προκύπτει απευθείας από τη τζιχάντ, συνδέεται με αυτή τη σύμβαση που αναστέλλει το αρχικό δικαίωμα του νικητή επί του νικημένου, υπό την προϋπόθεση ότι ο τελευταίος συμφωνεί να καταβάλει φόρο υποτέλειας και να υποταχθεί στο Ισλάμ, ακολουθώντας το παράδειγμα των συμφωνιών που έκανε ο Προφήτης με τους Εβραίους και χριστιανούς τους οποίους υπέταξε.
Αν η τζιχάντ —οι πολεμικές διαδικασίες— θεωρηθεί στο πλαίσιο της περιόδου, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το Ισλάμ όχι μόνο μετρίαζε τη βαρβαρότητα των Βεδουΐνων, αλλά είχε επίσης εξαιρετικά ευεργετική επίδραση στην κοινωνία των Βεδουΐνων. Η ντίμμα, ανεξάρτητα από τις μεταγενέστερες εφαρμογές και ερμηνείες της, απαγόρευε στο εξής τη λεηλασία, τη σφαγή και την υποδούλωση που ενυπήρχαν στις επιδρομές (ράζζια). Ακόμη και αν η ολική εξόντωση των ηττημένων δεν είχε διαπραχθεί ποτέ από τους νικητές, είναι ωστόσο αλήθεια ότι η προσφορά της ντίμμα, που θεμελιωνόταν ως θεολογική αρχή, εμπόδιζε τη βαρβαρότητα του πολέμου.

Το πρώτο κύμα εξισλαμισμού (632-750)
Historical Atlas, χάρτης 22, σελ. 27
| <-Εισαγωγή | 2. Η εποχή των κατακτήσεων-> |
