| <-Έγγραφα: ii. Η κατάσταση της αγροτιάς | Έγγραφα: iv. Η εποχή της χειραφέτησης-> |
Έγγραφα: iii. Εξέγερση, νομαδισμός και ντίμμι-δουλεία

Η Μάχη των Ανταγωνιζόμενων Ομάδων. Ιράν
Εικονογράφηση από το Khamseh of Nizami (1442)
Ms. add. 25800 fol. 121v. BL
Ιράκ-Μεσοποταμία (αρχές του 9ου αιώνα)
Όταν ο Ταχίρ [μπιν αλ-Χουσαΐν]1 έμαθε στο Καλλίνικον ότι ο Ιμπραήμ2 βασίλευε, κέρδισε την υποστήριξη των ανταρτών, άλλων με δώρα, άλλων δίνοντάς τους εξουσία επί των εδαφών. Στη Χαρράν εγκατέστησε τον Ιμπραήμ τον Κουραϊσίτη [της φυλής των Κουράις], ο οποίος έδωσε στους ειδωλολάτρες την άδεια να κάνουν δημόσιες θυσίες. Στην Έδεσσα, εγκατέστησε τον Αμπντ αλ-Άλα, ο οποίος συνέτριψε τους Εδεσσαίους με φόρους. Όταν ποθούσε ένα από τα χωριά τους, πολλαπλασίαζε τις χρεώσεις για εκείνο το χωριό, μέχρι που αναγκάζονταν να το πουλήσουν και το έπαιρνε σχεδόν χωρίς να πληρώσει. Έβαλε στο μυαλό του να διώξει τους Εδεσσαίους από την πόλη και να εγκαταστήσει εκεί τους ανθρώπους της φυλής του, τους Σουλαϊμανίτες. Όταν συγκεντρώθηκε μεγάλο πλήθος και πήγε να τον βρει για να διαμαρτυρηθεί γι’ αυτό, για όσα έπρεπε να υποφέρουν εξαιτίας εκείνων που έμεναν στα σπίτια τους, στην πόλη και στα χωριά, τους απάντησε: «Γιατί παραπονιέστε εσείς οι χριστιανοί; Από την εποχή των Ρωμαίων [Βυζαντινών], καταβροχθίζατε αυτή τη γη, ενώ οι πρόγονοί μας περιπλανιούνταν στην άνυδρη έρημο, βόσκοντας καμήλες ή πρόβατα στο κρύο ή τη ζέστη, που μαραίνονταν ή καίγονταν. Και τώρα που πήραμε αυτή τη γη από τους Ρωμαίους με τα σπαθιά μας, γιατί δυσκολεύεστε να την παραδώσετε σε εμάς και να είστε ξένοι εκεί; Σηκωθείτε και φύγετε από μπροστά μου. Να αντέχετε τη μοίρα σας. Να πληρώνετε τον φόρο υποτέλειας και να κάθεστε ήσυχοι». Και οι Εδεσσαίοι έφυγαν λυπημένοι. […]
Όταν οι αντάρτες είδαν ότι ο Ταχίρ τους άφηνε ήσυχους, σκέφτηκαν ότι φοβόταν, και από τότε λεηλατούσαν περισσότερο, όχι μόνο τους χριστιανούς, αλλά ακόμη και τους Ταϊγιάγιε. Στη συνέχεια οι Ταϊγιάγιε ξεσηκώθηκαν εναντίον των καταστροφέων και τους έδιωξαν. Ο Νασρ και ο Αμπάς [ηγέτες των ανταρτών] ενώθηκαν και βάδισαν εναντίον του Οθμάν [ηγεμόνα στη Συρία] στη Χίρα. Ο τελευταίος συγκέντρωσε μεγάλο αριθμό <ανδρών> και δεν μπόρεσαν να του επιτεθούν. Ύστερα ο Οθμάν πήγε στον Ταχίρ, για να τον παροτρύνει να κάνει πόλεμο στους αντάρτες ή να του δώσει στρατό με τον οποίο θα έβγαινε να τους αντιμετωπίσει. Αλλά ο Ταχίρ τον κρατούσε σε εκκρεμότητα και ενημέρωσε τον Νασρ και τον Αμπάς για τις προθέσεις του [Οθμάν]. Ο Ταχίρ καθυστερούσε να φέρει ειρήνη σε αυτές τις περιοχές, φοβούμενος ότι θα έπαιρνε την εντολή να αναχωρήσει για την Αίγυπτο. Όταν ο Οθμάν κατάλαβε το θέμα, έγραψε στον αλ-Μαμούν για τον Ταχίρ, λέγοντας ότι είχε γίνει συνεργός των ανταρτών. Ο αγγελιοφόρος του συνελήφθη. Όταν ο Οθμάν έμαθε ότι οι επιστολές του είχαν κατασχεθεί και ότι η εχθρότητά του προς τον Ταχίρ και επίσης προς τον Νασρ και τον Αμπάς είχε γίνει φανερή, συγκέντρωσε ο ίδιος αντάρτες και άρχισε να κλέβει και να λεηλατεί. [3: 35-36]
Οι ταραχές συνεχίζονται
Στη συνέχεια [το 821] οι αντάρτες έγιναν πιο ισχυροί. Ο Νασρ αγόρασε την πόλη-αγορά του Μπέιτ Μπαλάς [Μπαλίς],3 συγκέντρωσε τον στρατό του και κατέβηκε προς τον ποταμό που βρίσκεται κοντά στο Καλλίνικον και που ονομάζεται Χάνι.4 Ο Ισά βγήκε με τους αγρότες. Ο Νασρ τους σκότωσε όλους και κατέλαβε τα χωριά, τα λεηλάτησε και πήρε από εκεί αιχμαλώτους. Όταν το έμαθε ο αλ-Μαμούν, ενοχλήθηκε. Έστειλε τον Σαμπίμπ, γενναίο στρατιώτη, με επτά χιλιάδες επίλεκτους άνδρες, να συναντήσει τον Νασρ. Ο Νασρ, μαθαίνοντάς το, φοβήθηκε και έστειλε πρεσβευτές και επιστολές στον βασιλιά Μαμούν. Έδωσε απόδειξη για την πίστη του και ο βασιλιάς απάντησε: «Αν είναι ειλικρινά έτσι, έλα να πατήσεις το χαλί μου και θα σε τιμήσω». Αλλά έστειλε τις δικαιολογίες του στον βασιλιά. Τότε ο Σαμπίμπ ετοιμάστηκε για μάχη. Ο Νασρ χώρισε τον στρατό του σε τρία σώματα και δεν επέτρεπε στους Πέρσες [τον στρατό του χαλίφη] να φέρνουν μέσα προμήθειες. Όταν εξασθένιζαν από την πείνα, μπήκαν στη μάχη. Πολλοί άνδρες υπέκυψαν και από τις δύο πλευρές. Οι Ταϊγιάγιε τράπηκαν σε φυγή και οι Πέρσες άρχισαν να λεηλατούν τους αγρότες, να τρώνε, να πίνουν, να χαίρονται και να χλευάζουν εκείνους που βρίσκονταν μέσα από τα τείχη. Ενώ οι Πέρσες βρίσκονταν σε φρενίτιδα αλαζονείας, ο Νασρ επέστρεψε εναντίον τους και οι Πέρσες, που τους κατέλαβε τρόμος, κομματιάστηκαν. Ο Σαμπίμπ, βλέποντας ότι δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε εναντίον των Αράβων, θέλησε να πάει στην Αντιόχεια και να φέρει πίσω το χρυσάφι που είχε πάρει από την Αίγυπτο την εποχή του Χαρούν.5 Προχωρούσαν κρυφά τη νύχτα, αλλά ο Νασρ το γνώριζε και έφτασε εκεί πριν από αυτούς. Αφού σκότωσε τρεις περίπου χιλιάδες από αυτούς, τους φώναξε από πίσω: «Πετάξτε κάτω τα όπλα σας και φύγετε, όπου θέλετε». Αυτοί οι δύστυχοι άνδρες έριξαν τα όπλα τους και στη συνέχεια τα πήραν όλα. Ύστερα από αυτό άρχισαν να καταδιώκουν τον Σαμπίμπ και τον πρόλαβαν. Βλέποντας αυτό, οι Πέρσες κυριεύτηκαν από φόβο. Ο Νασρ φώναξε λέγοντας: «Θα δώσω ένα άλογο και χίλια δηνάρια σε όποιον περάσει στο πλευρό μου». Αφού πέρασαν αρκετοί άνθρωποι, ο Σαμπίμπ τράπηκε σε φυγή με μικρό αριθμό <ανδρών> και πήγε στη Βαγδάτη με τη ντροπή που του άξιζε, γιατί δεν εμπόδισε τα στρατεύματά του να κακομεταχειρίζονται τους άτυχους. Ο Νασρ και τα αραβικά του στρατεύματα κατέλαβαν τους Πέρσες και σκότωσαν επίσης τους αποστάτες που άλλαξαν πλευρά και εκείνους που είχαν ρίξει τα όπλα τους.
Όταν ο Νασρ επέστρεψε από τον πόλεμο εναντίον του Σαμπίμπ, άκουσε να μιλούν για τους Υεμενίτες που βρίσκονταν στο Μαμπούγκ,6 και οι οποίοι είχαν εισβάλει και λεηλατήσει τα χωριά που βρίσκονται στον ποταμό Σούγκρα. Οι Ταϊγιάγιε ονομάζουν αυτόν τον ποταμό Σατζούρ. Κρύφτηκαν σε ενέδρα και όταν κάθε άνδρας έβγαινε για δουλειά, ο Νασρ και το στράτευμά του έπεφταν πάνω τους και άρχιζαν να σκοτώνουν τις γυναίκες και όλους όσους συναντούσαν. Καθώς πολλοί φελλάχοι και φτωχοί άνθρωποι ανέβηκαν στο μοναστήρι του Μπόριμ, ο Νασρ του έβαλε φωτιά και μερικοί από αυτούς κάηκαν. Άλλοι ρίχτηκαν κάτω και έγιναν πέφτοντας κομμάτια. Τα κεφάλια τους κόπηκαν από το σπαθί. Πολλοί φτωχοί άνθρωποι πέθαναν με αυτόν τον τρόπο. Αφού έκοψαν όλα τα κεφάλια, τα έφεραν στο Σαρούγκ [κοντά στην Έδεσσα]. […]
Εκείνη την περίοδο7 ο εμίρης Ιμπραήμ της Χαρράν, δροσιζόμενος στον μεγάλο του θόλο, είδε νέα σπίτια και ρώτησε τους οινοχόους που βρίσκονταν μαζί του: «Σε ποιον ανήκουν αυτά τα καινούργια άσπρα σπίτια;» Οι άνθρωποι, που ήσαν ειδωλολάτρες,8 του είπαν: «Αυτές είναι οι εκκλησίες των χριστιανών που τις έχτισαν στην εποχή σου. Και εξαιτίας αυτού, πολλοί μουσουλμάνοι έχουν κλονιστεί εξαιτίας σου, επειδή τους επέτρεψες να χτίσουν αυτό που δεν χτίστηκε την εποχή των Ρωμαίων. Και λένε ότι δωροδοκήθηκες». Αμέσως εξαγριώθηκε και διέταξε την καταστροφή των νέων εκκλησιών. Και πριν από τη δύση του ήλιου κατέστρεψε το ιερό της Καθολικής μας εκκλησίας στη Χαρράν, και εκείνο της Μητέρας του Θεού που ήταν στο Κούμπε,9 καθώς και μέρος του ναού του Μαρ Γεωργίου, και άλλους ναούς, μεταξύ εκείνων των Χαλκηδονίων, των Εβραίων και των Νεστοριανών. Τότε όλοι οι πιστοί άρχισαν να παρακαλούν τον Θεό να τους λυπηθεί και τη νύχτα ο Θεός άλλαξε την ψυχική κατάσταση του εμίρη, που έδειξε μετάνοια. Το πρωί κάλεσε τους χριστιανούς και τους είπε να ξαναχτίσουν εκείνα που είχαν καταστραφεί. Και σε λίγες ημέρες ξανάχτισαν όλα όσα είχαν καταστραφεί. [3: 46-48]
Την ίδια χρονιά [835] οι μουσουλμάνοι της Χαρράν ξεσήκωσαν πόλεμο εναντίον των χριστιανών. Εμφανίστηκε ένα διάταγμα. Και το πρωί της Κυριακής της Ανάστασης κατέστρεψαν τον ναό του Μαρ Γεωργίου του Κούμπε και <εκείνον> του Μαρ Αχουντέμε, με το πρόσχημα ότι ήσαν νεόκτιστοι. Έτσι εκείνη η κατάρα που λέει: «Εγώ [ο Κύριος] θα μετατρέψω τις γιορτές σας σε πένθος κλπ.» [καὶ μεταστρέψω τὰς ἑορτὰς ὑμῶν εἰς πένθος, Αμώς 8: 10] εκπληρώθηκε επί των ανθρώπων της Χαρράν. [3: 86]
Αυτήν την περίοδο ο γιος του Αμπού Ισάκ [αλ-Μουτάσιμ], βασιλιά των Ταϊγιάγιε, ένας νεαρός άνδρας που ονομαζόταν Αμπού Νταούντ, ήταν ο εχθρός των χριστιανών. Κανόνισε με τον πατέρα του διάφορες απαγορεύσεις: να μη φαίνεται ο σταυρός έξω από τις εκκλησίες, να μην παίζουν τα σήμαντρα, να μην υψώνονται φωνές στην προσευχή ή σε ταφές, στον δρόμο, και να μην επιτρέπεται να φαίνεται κρασί σε οποιαδήποτε πόλη ή στους δρόμους. Από τότε, οι άνθρωποι έγιναν θύματα των επάρχων, οι οποίοι σκλήραιναν ή ελάφραιναν αυτό το διάταγμα όπως ήθελαν και ανάλογα με εκείνο που έπαιρναν. […]
Ενώ οι δημόσιες υποθέσεις, δηλαδή οι αυτοκρατορίες, πήγαιναν άσχημα αυτά τα χρόνια, η Εκκλησία μας είχε αφεθεί ήσυχη, επειδή οι πιστοί και όλος ο λαός ήσαν κατακλυσμένοι από τα προβλήματα των φόρων των κυβερνητών, μέσα σε πολέμους και αγώνες των βασιλέων.
Όμως, ενώ οι πιστοί απολάμβαναν ηρεμία επειδή δεν υπήρχαν προβλήματα και διαφωνίες μεταξύ των ηγετών της Εκκλησίας, ο δαίμονας προκάλεσε διωγμό στο Σαρούγκ, με τη μεσολάβηση ενός ειδωλολάτρη [μουσουλμάνου] που τον άρπαξε σατανικός ζήλος. Πηγαινοερχόταν βρίσκοντας εκείνους που είχαν επιστρέψει στον Χριστιανισμό μετά την αποστασία, για να τους αναγκάσει να ξαναγίνουν μουσουλμάνοι. Αρκετοί συνελήφθησαν και υπέφεραν με θάρρος βασανιστήρια. [3: 96-97]
Την περίοδο αυτή [περ. 841] η φυλή των Ραμπιάγιε,10 που αποτελούνταν από δολοφόνους και ληστές, είχε ως αρχηγό έναν άνδρα που ονομαζόταν Μαλίκ, από τη δική τους φυλή. Παράσυρε και φυλάκισε στην πόλη Μπαλάντ [στον Τίγρη, κοντά στη Μοσούλη] τους περισσότερους κλέφτες που ήσαν ανάμεσά τους. Ύστερα από λίγο έσπασαν τα δεσμά τους και διέφυγαν. Βλέποντάς το οι κάτοικοι του Μπαλάντ, έπιασαν τρεις από αυτούς και τους σκότωσαν. Οι οικογένειες εκείνων που είχαν σκοτωθεί, πεντακόσιοι σε αριθμό, ενώθηκαν, ρήμαξαν τη γη των Αραμπάγιε και έβαλαν φωτιά στα χωριά. Όταν οι γιοι του Χασάν, του ηγέτη των Ραμπιάγιε, άκουσαν αυτά τα νέα, βγήκαν να λεηλατήσουν, επειδή τα χωριά τους τα είχε πάρει ο βασιλιάς [ο χαλίφης αλ-Μουτάσιμ] σε αποζημίωση για χρέος τριών εκατομμυρίων ζουζ, που ο πατέρας τους Χασάν χρωστούσε ακόμη για την πληρωμή του κεφαλικού φόρου. Κατέστρεψαν την περιοχή των Νισιμπίν, Σίγκαρ, Τουρ Αμπντίν11και Κάρντου.12 Τότε ο βασιλιάς έστειλε βοήθεια στον Μαλίκ, ο οποίος έφυγε κυνηγώντας τους αντάρτες. Τα βουνά και οι κοιλάδες γέμισαν με τα πτώματα των Ραμπιάγιε. [3: 106-7]
Αργότερα, το έτος 1153 [842], υπήρχε στην Παλαιστίνη ένας άνδρας που ονομαζόταν Ταμίμ, ο Αμπού Χαρμπ,13 ο οποίος αυτοανακηρύχθηκε βασιλιάς. Τριάντα χιλιάδες πεινασμένοι και πάμπτωχοι [άνδρες] ενώθηκαν μαζί του. Το πρόσωπό του ήταν σκεπασμένο με πέπλο. Φαινόταν ένθερμος για τον νόμο του Προφήτη και ενδιαφερόμενος για τους καταπιεσμένους. Δεν επέβαλλε φόρο υποτέλειας πάνω από τέσσερα ζουζ. Πολλοί χαίρονταν. Αλλά δεν επέμεινε σε αυτούς τους κανόνες και άρχισε να λεηλατεί και να σκοτώνει. Ανέβηκε στην Ιερουσαλήμ. Οι Ταϊγιάγιε, οι χριστιανοί και οι Εβραίοι τράπηκαν σε φυγή. Μπήκε σε τζαμιά και εκκλησίες και, αφού λεηλάτησε τα πάντα, ήθελε να κάψει τον Ναό της Αναστάσεως και τους άλλους. Ο πατριάρχης του έστειλε πολύ χρυσάφι. Ο Ράτζα [μπιν Αγιούμπ] στάλθηκε εναντίον του με οκτώ χιλιάδες άνδρες.
Όταν έφτασαν στο Καλλίνικον, ήρθε είδηση ότι ο Αμπού Ισάκ [αλ-Μουτάσιμ] ήταν νεκρός. Η πλειοψηφία <των ανδρών> προετοιμαζόταν για λεηλασία. Αλλά ο Θεός τους λυπήθηκε και έφτασε η είδηση ότι βασίλευε ο Χαρούν.14 Οι αντάρτες συγκρατήθηκαν και η αναστάτωση σταμάτησε. Στο μεταξύ ο Μπαρ Μπάιχας από τη Δαμασκό συγκέντρωσε πέντε χιλιάδες άνδρες και άρχισε να λεηλατεί και να σφάζει. Ο Ράτζα τον πρόλαβε και σκότωσε τέσσερις χιλιάδες άνδρες του, ενώ οι υπόλοιποι διασκορπίστηκαν. [3: 103]
Μιχαήλ Σύριος
Αυτοκρατορίες Αββασιδών και Φατιμιδών
Μετά τον Γουατέκ ο Μουταβακίλ, ο αδελφός του, <κυβέρνησε για> δεκατέσσερα χρόνια και εννέα μήνες. Άρχισε να βασιλεύει το έτος 231 των Αράβων <845 μ.Χ.>.
15 Αυτός ο χαλίφης μισούσε τους χριστιανούς και τους ταλαιπωρούσε <διατάζοντάς τους> να δένουν πουκιρέ <δηλ. λουριά> από μαλλί γύρω από τα κεφάλια τους. Και κανένας από αυτούς δεν έπρεπε να εμφανίζεται έξω από το σπίτι του> χωρίς ζώνη. Και αν κάποιος από αυτούς είχε σκλάβο, έπρεπε να ράψει δύο λωρίδες υφάσματος διαφορετικών χρωμάτων στον χιτώνα του, από μπροστά και από πίσω. Και οι νέες εκκλησίες θα γκρεμίζονταν. Και αν τύχαινε να έχουν μια ευρύχωρη εκκλησία, παρόλο που ήταν αρχαία, ένα μέρος της θα μετατρεπόταν σε μετζίντ <τζαμί>. Και δεν έπρεπε να υψώνουν σταυρούς κατά τη διάρκεια των εορτών τους του Ωσαννά. Με παρόμοιο τρόπο έδωσε αυτές τις ίδιες εντολές, και πολλές άλλες παρόμοιες με αυτές, και στους Εβραίους. [l: 141]
Και το έτος 392 των Αράβων <1001 μ.Χ.> οι Άραβες ξεσηκώθηκαν σε αναταραχή εναντίον των χριστιανών στη Βαγδάτη και λεηλάτησαν τα σπίτια τους. Και άπλωσαν επίσης τα χέρια τους εναντίον των εκκλησιών για να τις καταστρέψουν. Και αφού έβαλαν φωτιά σε εκείνη την εκκλησία των Ιακωβιτών, που βρίσκεται δίπλα στον τόπο όπου αλέθεται το αλεύρι, εκείνη έπεσε πάνω σε πολύ μεγάλο αριθμό Αράβων, ανδρών και γυναικών και παιδιών, και τους έπνιξε και κάηκαν μέχρι θανάτου εκείνοι που της έβαλαν φωτιά. Και όσοι το είδαν, τρομοκρατήθηκαν. [l: 183]
Και τότε ο Χακίμ [996-1021], ο χαλίφης της Αιγύπτου <διάβαζε Βαγδάτης>16 διέταξε να σκαφτεί από τις ρίζες του <ή τα θεμέλια> και ο Ναός της Αναστάσεως που βρίσκεται στην Ιερουσαλήμ και να λεηλατηθούν όλα τα έπιπλά του. Και κατέστρεψε επίσης χιλιάδες εκκλησίες που βρίσκονταν στις κτήσεις του. Και πρόσταξε τους κήρυκες να διακηρύξουν: «Κάθε χριστιανός που εισέρχεται στην πίστη των Αράβων θα τιμηθεί, και αυτός που δεν έρχεται θα ατιμωθεί και θα κρεμάσει στον λαιμό του έναν σταυρό από πάνω <ανάποδα;>. Και οι Εβραίοι θα βάλουν στον λαιμό τους την εικόνα του κεφαλιού του μοσχαριού, αφού έκαναν <ένα μοσχάρι> στην έρημο και το προσκύνησαν. Και δεν θα φορούν δαχτυλίδια στα δάχτυλα του δεξιού χεριού, ούτε θα ιππεύουν άλογα, αλλά μουλάρια και γαϊδούρια, με κοινές σέλες και ξύλινους αναβολείς. Και ο άνθρωπος που δεν δέχεται αυτόν τον εξευτελισμό, ας πάρει ό,τι έχει και να πάει στη χώρα των Ρομάγιε».
Και όταν βγήκε αυτό το διάταγμα, πολλοί άνθρωποι έφυγαν, αλλά λίγοι αρνήθηκαν την πίστη των χριστιανών. Και εκείνοι που ούτε έφυγαν ούτε αρνήθηκαν την πίστη τους, κρεμούσαν σταυρούς από χρυσό και ασήμι στον λαιμό τους και έφτιαχναν για τον εαυτό τους σέλες από πλούσια χρωματιστά υλικά. Όταν το άκουσε αυτό ο Χακίμ, θύμωσε και πρόσταξε λέγοντας: «Κάθε χριστιανός που δεν κρεμά στον λαιμό του ξύλινο σταυρό βάρους τεσσάρων λίτρων [sic], σύμφωνα με το μέτρο της Βαγδάτης, θα σκοτώνεται. Και επίσης ο Εβραίος που δεν θα κρεμάει στον λαιμό του μια πλάκα <;> με τη μορφή του νυχιού του κοτόπουλου <πάνω της> που ζυγίζει έξι λίμπρες, θα σκοτώνεται. Και όταν μπαίνουν στα λουτρά, θα κρεμούν κουδούνια στον λαιμό τους, ώστε να ξεχωρίζονται από τους Άραβες». [1: 184]
Μπαρ Εβραίος
Βαγδάτη (1100)
Περιγραφή από τον Ομπαντίγια, τον Νορμανδό προσήλυτο (Ιωάννη), γεννημένο στο Οππίντο, στη νότια Ιταλία, ιερέα που μετατράπηκε στον Ιουδαϊσμό (1102).
Ο υπηρέτης εγκατέστησε τον Ομπαντίγια, τον Προσήλυτο, σε ένα σπίτι που χρησιμοποιούσαν οι Εβραίοι για προσευχές και του έφεραν φαγητό. Στη συνέχεια ο Ισαάκ, επικεφαλής της Ακαδημίας, κανόνισε ότι ο Ιωάννης [Ομπαντίγια] έπρεπε να ενταχθεί στα ορφανά αγόρια, για να διδαχθεί τον νόμο του Μωυσή και τα λόγια των προφητών με τους θεϊκούς χαρακτήρες και τη γλώσσα των Εβραίων.
Πριν από αυτά τα γεγονότα [το 1091] ο χαλίφης της Βαγδάτης, με το όνομα Αλ-Μουκτάντι [1075-94], είχε δώσει εξουσία στον βεζίρη του, τον Αμπού Σούτζα, να εισαγάγει αλλαγή πολιτικής όσον αφορά τους Εβραίους της Βαγδάτης και είχε προσπαθήσει αρκετές φορές να τους καταστρέψει. Αλλά ο Θεός του Ισραήλ είχε ματαιώσει την πρόθεσή του <και> σε αυτήν την περίπτωση επίσης τους έκρυψε από την οργή του. Αυτός <Αμπού Σούτζα> επέβαλε ότι κάθε άνδρας Εβραίος έπρεπε να φοράει κίτρινο σήμα στο κάλυμμα του κεφαλιού του. Αυτό ήταν το ένα διακριτικό σημάδι στο κεφάλι και το άλλο ήταν στον λαιμό, ένα κομμάτι από μολύβι βάρους <μεγέθους;> ενός ασημένιου δηναρίου <;>, που κρεμόταν στον λαιμό κάθε Εβραίου και είχε πάνω του χαραγμένη τη λέξη ντίμμι, για να σημαίνει ότι ο Εβραίος έπρεπε να πληρώνει κεφαλικό φόρο.
Οι Εβραίοι έπρεπε επίσης να φορούν ζώνες γύρω από τη μέση τους. Ο Αμπού Σούτζα επέβαλε περαιτέρω δύο σημάδια στις Εβραίες. Έπρεπε να φορούν ένα μαύρο και ένα κόκκινο παπούτσι και κάθε γυναίκα έπρεπε να έχει μικρό κουδούνι από ορείχαλκο στον λαιμό ή το παπούτσι της, το οποίο θα κουδούνιζε και έτσι θα ανάγγειλε τη διάκριση των Εβραίων από τις εθνικές [μουσουλμάνες] γυναίκες. Ανέθεσε σε σκληρούς μουσουλμάνους άνδρες να κατασκοπεύουν Εβραίες γυναίκες, προκειμένου να τις καταπιέζουν με κάθε είδους κατάρες, ταπείνωση και κακία. Ο εθνικός πληθυσμός χλεύαζε τους Εβραίους και ο όχλος και τα παιδιά τους χτυπούσαν τους Εβραίους σε όλους τους δρόμους της Βαγδάτης.
Ο νόμος του κεφαλικού φόρου, τον οποίο εισέπραττε ετησίως αξιωματούχος του χαλίφη από τους Εβραίους, ήταν ο εξής: Κάθε Εβραίος που ανήκε στην πλούσια τάξη έπρεπε να πληρώνει τεσσεράμισι δηνάρια σε χρυσό. Ένας Εβραίος της μεσαίας τάξης δυόμισι. Και ένας Εβραίος των φτωχότερων ενάμισι δηνάριο. Όταν πέθαινε ένας Εβραίος που δεν είχε πληρώσει πλήρως τον κεφαλικό φόρο και χρωστούσε μικρό ή μεγάλο ποσό, οι εθνικοί [μουσουλμάνοι] δεν επέτρεπαν την ταφή, μέχρι να πληρωθεί το χρέος του κεφαλικού φόρου. Αν ο νεκρός δεν άφηνε τίποτε αξιόλογο, οι εθνικοί απαιτούσαν από άλλους Εβραίους να πληρώσουν, με δικά τους χρήματα, το χρέος του νεκρού σε κεφαλικό φόρο. Αλλιώς <απειλούσαν ότι> θα έκαιγαν το σώμα. [σελ. 37]
Ομπαντίγια

Απόδειξη είσπραξης ανώτατου κεφαλικού φόρου με περιγραφή Εβραίου ιδιοκτήτη
Βιλαέτι Θεσσαλονίκης, 1755/6
Hirshberg, Research (1969-70), εικ. C
Βόρεια Αφρική και Ανδαλουσία
Ο καδής Άχμαντ μπιν Ταλίμπ [9ος αιώνας] ανάγκαζε τους ντίμμι να φορούν στον ώμο τους ένα μπάλωμα από λευκό ύφασμα <ρίκα> που έφερε την εικόνα ενός πιθήκου <για τους Εβραίους> και ενός γουρουνιού <για τους χριστιανούς > και να καρφώνουν στις πόρτες τους μια σανίδα που έφερε το σήμα ενός πιθήκου [Κοράνι 5: 65]. [σελ. 142]
αλ-Μαλίκι
Στην Τυνησία οι δυσαρεστημένες μάζες συνέρρεαν στον Αμπού Γιαζίντ, τον Βέρβερο Χαριτζίτη, ενάντια στους Σιίτες κυβερνήτες. Ο Αμπού Γιαζίντ μπήκε στο Καϊρουάν το 944.
Οι Βέρβεροι εισέβαλαν στην πόλη, όπου έδωσαν διέξοδο [στην οργή τους] σε σφαγή και υπερβολές. <Μόνο> λίγοι κάτοικοι αντιστάθηκαν στα εξωτερικά άκρα της πόλης. Ύστερα ο Αμπού Γιαζίντ έστειλε σώμα στρατιωτών στο Καϊρουάν, με διοικητή έναν από τους άνδρες του, τον Αγιούμπ Ζαβίλι, ο οποίος το παρέδωσε σε λεηλασία και σφαγή και διέπραξε θηριωδίες όταν ήρθε εκεί στο τέλος του μήνα Σαφάρ.17 [σελ. 328-29]
Ο Αμπού Γιαζίντ έμεινε στις σκηνές του Μαϊσούρ18 για δύο μήνες και οκτώ ημέρες, στέλνοντας φάλαγγες προς όλες τις κατευθύνσεις, οι οποίες έφερναν πίσω λεία. Μία από αυτές οδηγήθηκε εναντίον της Σούσα, η οποία πάρθήκε με το σπαθί. Οι άνδρες σφαγιάστηκαν, οι γυναίκες υποδουλώθηκαν και η πόλη πυρπολήθηκε. Οι εισβολείς έσχισαν τα γεννητικά όργανα των γυναικών και τις ξεκοίλιασαν, έτσι ώστε σύντομα να μην υπάρχει πια ούτε ένα καλλιεργούμενο χωράφι, ούτε μια στέγη όρθια στην Ιφρικίγια. Οι κάτοικοι, ξυπόλητοι και χωρίς ρούχα, κατέφυγαν στο Καϊρουάν και όσοι δεν έγιναν σκλάβοι, πέθαναν από την πείνα και τη δίψα. [σελ. 330]
[Ο Αμπού Γιαζίντ] προχώρησε προς τη Μαχντίγια και έστησε το στρατόπεδό του δεκαπέντε μίλια από εκεί. Εξαπέλυσε φάλαγγες προς την κατεύθυνση εκείνης της πόλης, οι οποίες λεηλατούσαν και έσφαζαν τους πάντες, έτσι ώστε όλος ο πληθυσμός κατέφυγε μέσα σε αυτήν. [σελ. 331]
Ιμπν αλ-Αθίρ, Χρονικά
Σεβίλλη (περ. 1100)
Ένας μουσουλμάνος δεν πρέπει να ενεργεί ως χειρομαλάκτης (μασέρ) Εβραίου ή χριστιανού. Δεν πρέπει να καθαρίζει τα σκουπίδια τους, ούτε να καθαρίζει τα αποχωρητήριά τους. Μάλιστα ο Εβραίος και ο χριστιανός είναι πιο κατάλληλοι για τέτοιες εργασίες, οι οποίες είναι εξευτελιστικές εργασίες. Ένας μουσουλμάνος δεν πρέπει να ενεργεί <ως οδηγός ή σταυλίτης> για ζώο που ανήκει σε Εβραίο ή χριστιανό. Δεν πρέπει να λειτουργεί ως οδηγός του γαϊδάρου τους ή να τους κρατά τους αναβολείς. Όταν παρατηρείται ότι ένας μουσουλμάνος παραβιάζει αυτές τις απαγορεύσεις, θα επιπλήττεται. [σελ. 108]
Ένας Εβραίος δεν πρέπει να σφάζει ζώο για μουσουλμάνο. Οι Εβραίοι μπορούν να παίρνουν άδεια να ανοίγουν τα δικά τους ειδικά κρεοπωλεία. [σελ. 110]
Απαγορεύεται η πώληση παλτού που κάποτε ανήκε σε λεπρό, σε Εβραίο ή χριστιανό, εκτός αν ο αγοραστής ενημερωθεί για την προέλευσή του. Ομοίως, αν αυτό το ρούχο ανήκε κάποτε σε διεφθαρμένο άτομο. [σελ. 112]
Κανένας εφοριακός ή αστυνομικός, Εβραίος ή χριστιανός, δεν επιτρέπεται να φορά την ενδυμασία αριστοκράτη, ούτε νομικού, ούτε πλούσιου ατόμου. Αντίθετα, πρέπει να κανείς να τους απεχθάνεται και να τους αποφεύγει. Απαγορεύεται να τους απευθύνετε τον χαιρετισμό «Ειρήνη σε σας!» <Σαλάμ αλέκουμ!>. Στην πραγματικότητα «ο Σατανάς έχει κυριαρχήσει πάνω τους και τους έκανε να ξεχάσουν την ανάμνηση του Αλλάχ. Είναι η παράταξη του Σατανά, είναι εκείνοι που οπωσδήποτε θα χαθούν!» <Κοράνι 58: 20>. Πρέπει να τους επιβληθεί διακριτικό σημάδι, προκειμένου να αναγνωρίζονται και αυτό θα είναι για εκείνους μορφή ατίμωσης. [σελ. 114]
Ο ήχος των καμπανών πρέπει να απαγορεύεται σε μουσουλμανικά εδάφη και να προορίζεται μόνο για τα εδάφη των απίστων. [σελ. 123]
Απαγορεύεται η πώληση επιστημονικών βιβλίων σε Εβραίους και χριστιανούς, εκτός αν ασχολούνται με το συγκεκριμένο θέμα. Μάλιστα μεταφράζουν επιστημονικά βιβλία και τα αποδίδουν στους ομοθρήσκους τους και στους επισκόπους τους, ενώ είναι πραγματικά έργο μουσουλμάνων! Θα ήταν προτιμότερο να μην αφήνουμε Εβραίους ή χριστιανούς γιατρούς να κιαθιερώνονται, ώστε να θεραπεύουν μουσουλμάνους. Καθώς είναι ανίκανοι για ευγενή συναισθήματα απέναντι στους μουσουλμάνους, ας θεραπεύουν τους άπιστους σαν κι αυτούς. Γνωρίζοντας τα συναισθήματά τους, πώς είναι δυνατόν να τους εμπιστευόμαστε τις ζωές μουσουλμάνων; [σελ. 128]
Ιμπν Αμπντούν
Υπό τους Αλμοχάντ (1130-1269)
Προς το τέλος της βασιλείας του, ο Αμπού Γιουσούφ19 διέταξε τους Εβραίους κατοίκους του Μαγρέμπ να ξεχωρίζουν από τον υπόλοιπο πληθυσμό, φορώντας ειδική ενδυμασία αποτελούμενη από σκούρα μπλε ρούχα, τα μανίκια των οποίων ήσαν τόσο φαρδιά, που έφταναν μέχρι τα πόδια τους. Και —αντί για τουρμπάνι—ένα κάλυμμα κεφαλής, το οποίο κρεμόταν πάνω από τα αυτιά και του οποίου η μορφή ήταν τόσο άσχημη, ώστε να μπερδεύεται εύκολα με σαμάρι. Αυτή η αμφίεση έγινε ενδυμασία όλων των Εβραίων του Μαγρέμπ και παρέμενε υποχρεωτική μέχρι το τέλος της βασιλείας του ηγεμόνα και την αρχή εκείνης του γιου του, του Αμπού Αμπντ Αλλάχ [1224-27]. Ο τελευταίος έκανε παραχώρηση μόνο αφού του είχαν γίνει εκκλήσεις κάθε είδους από τους Εβραίους, οι οποίοι είχαν παρακαλέσει όλους εκείνους που θεωρούσαν χρήσιμους να μεσολαβήσουν για λογαριασμό τους. Ο Αμπού Αμπντ Αλλάχ τους υποχρέωσε να φορούν κίτρινα ρούχα και τουρμπάνια, την ίδια ενδυμασία που φορούν ακόμη και το τρέχον έτος 621 [1224]. Οι αμφιβολίες του Αμπού Γιουσούφ ως προς την ειλικρίνεια του εξισλαμισμού τους τον ώθησαν να λάβει αυτό το μέτρο και να τους επιβάλει συγκεκριμένη ενδυμασία. «Αν ήμουν σίγουρος», έλεγε, «ότι είχαν γίνει πραγματικά μουσουλμάνοι, θα τους άφηνα να αφομοιωθούν μέσω γάμου και άλλων τρόπων. Αλλά αν ήμουν σίγουρος ότι είχαν παραμείνει άπιστοι, θα σκότωνα τους άνδρες, θα υποδούλωνα τα παιδιά τους και θα δήμευα τα υπάρχοντά τους προς όφελος των πιστών». [σελ. 264-65]
αλ-Μαρακούσι
Μεσοποταμία-Ιράκ (12ος έως 13ος αιώνας)
Εκείνο το έτος [1148], ο εμίρης Καρά [Αρ]σλάν, ηγεμόνας της Χέσνα του Ζιάντ [Χισν Ζιγιάντ, Χαρπούτ], βλέποντας ότι οι Τούρκοι εισέβαλαν από όλες τις πλευρές και καταλάμβαναν τα εδάφη των Φράγκων,20 τα οποία ο Κύριος είχε εγκαταλείψει, επειδή οι ίδιοι τον είχαν εγκαταλείψει, έστειλε τα στρατεύματά του να καταλάβουν τη Μπαμπούλα στις όχθες του Ευφράτη. Οι κάτοικοι της γης του Γκάργκαρ21 φοβήθηκαν πολύ και έφυγαν για να αναζητήσουν ασφάλεια στο βουνό Μαρ Μπαρ Σαούμα [κοντά στη Μελιτηνή]. Όλη η περιοχή γύρω από το μοναστήρι22 γέμισε από άνδρες και γυναίκες με τα παιδιά τους και τις αποσκευές τους. Πολλοί μοναχοί, ένθερμοι για την πίστη, γκρίνιαζαν και παραπονιούνταν. Ωστόσο, καθώς υπήρχαν στο μοναστήρι μοναχοί και δουλοπάροικοι που ήσαν συγγενείς αυτών των προσφύγων, δεν μπορούσαν να τους διώξουν. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, όταν οι Τούρκοι εισέβαλαν στη γη του Γκάργκαρ και είδαν τα χωριά ερημωμένα και έμαθαν ότι οι κάτοικοι βρίσκονταν στο βουνό του Μαρ Μπαρ Σαούμα, έστρεψαν τα βήματά τους προς το βουνό. Την Κυριακή 15 του Αμπ <Αυγούστου> οι Τούρκοι <έστησαν ενέδρες> από τρεις πλευρές, και το πρωί εισέβαλαν ξαφνικά και συνέλαβαν κοπάδια και βόδια. Τρεις άνδρες σκοτώθηκαν από την πλευρά των δουλοπάροικων και δύο από την πλευρά των Τούρκων. Τότε οι Τούρκοι έστειλαν μήνυμα ότι: «Τιμούμε αυτόν τον άγιο. Του δίνουμε προσφορές και δεν έχουμε έρθει για να κακομεταχειριστούμε αυτό το μοναστήρι. Έχουμε έρθει εξαιτίας εκείνων των ανθρώπων που ήρθαν εδώ από τη χώρα του Γκάργκαρ. Αν τώρα τους παραδώσετε σε εμάς, θα σας επιστρέψουμε όλα όσα έχουμε πάρει. Δεν θα στείλουμε σε αιχμαλωσία τους ανθρώπους που έχουμε συλλάβει, αλλά με ασφάλεια πίσω στα χωριά τους». Τότε οι άνθρωποι της μονής σχημάτισαν δύο παρατάξεις. Η μία έλεγε: «Αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να παραδοθούν». Η άλλη φώναζε: «Δεν θα τους παραδώσουμε». Και ήσαν έτοιμοι να καταφύγουν στη μάχη και το σπαθί, αν δεν τους ηρεμούσε με τη σοφία του κάποιος από τους θεοσεβείς γέροντες. Πήρε μαζί του μερικούς και από τα δύο μέρη, βγήκε να αναζητήσει τους Τούρκους και τους είπε: «Αν πραγματικά, όπως λέτε, δεν θέλετε να οδηγήσετε αυτούς τους ανθρώπους στη σκλαβιά, αφήστε μερικούς από τους προκρίτους που είναι με εσάς να έρθουν μαζί μας. Θα πάμε στη Χέσνα του Ζιάντ [Χισν Ζιγιάντ, Χαρπούτ], στον εμίρη, και εκεί θα επιβεβαιωθεί αυτό το σύμφωνο». Τότε οι Τούρκοι έκαναν φανερό ότι χρησιμοποιούσαν τέχνασμα για να οδηγήσουν τον λαό στη δουλεία. Και όταν αυτό διαπιστώθηκε, όλοι οι κάτοικοι του μοναστηριού φώναζαν: «Δεν θα παραδώσουμε ούτε ένα άτομο, ακόμη κι αν όλοι μας πρέπει να πεθάνουμε!» Στη συνέχεια οι Τούρκοι έκαψαν ό,τι βρισκόταν έξω: σπίτια και πατητήρια, καθώς και τον φράχτη γύρω από τα αμπέλια. Πήραν πρόβατα, βόδια και αιχμαλώτους και έφυγαν. Οι μοναχοί <πήγαν> στη Χέσνα του Ζιάντ. Χάρη στην παρέμβαση μερικών πιστών προκρίτων του τόπου, παρουσιάστηκαν στον εμίρη και, χάρη στη βοήθεια των προσευχών του αγίου, ο Θεός ενέπνευσε την καρδιά του εμίρη Καρά Αρσλάν με γενναιοδωρία.23 Επέστρεψε τα πάντα: άνδρες, βόδια και πρόβατα. Αυτό ήταν μεγάλη χαρά για όλους σε όλη αυτή την περιοχή και ο έπαινος του Θεού και του αγίου γέμιζε κάθε στόμα. [3: 290-91]
Εκείνη την περίοδο [1152] ένας Αρμένιος ιερέας που ονομαζόταν Ιωσήφ, γέννημα θρέμμα της γης Χαζανίτ [Χανζίθ], έκτισε μια εκκλησία στο χωριό Μπαργκάις και τη στόλισε. Την έκανε με λαμπρό λευκό εξωτερικά. Μια μέρα, όταν ο εμίρης Καρά Αρσλάν είχε βγει για να ξεσκάσει, όπως συνηθίζουν να κάνουν οι βασιλιάδες, είδε αυτή την λαμπερή εκκλησία και ενοχλήθηκε από αυτό. Μερικοί Τούρκοι που απεχθάνονταν αυτόν τον ιερέα υποδαύλιζαν την οργή του εμίρη. Εκτός από τις πολλές κατηγορίες τους εναντίον του, πρόσθεταν με διαβολική έμπνευση: «Όπου χτίζεται μια νέα εκκλησία, ο ηγεμόνας του τόπου πεθαίνει». Τότε, με εντολή του, αυτή η εκκλησία ισοπεδώθηκε ανελέητα μέχρι τα θεμέλιά της και ο συκοφαντημένος ιερέας κλείστηκε στη φυλακή. Οι χριστιανοί που ζούσαν στην Χέσνα του Ζιάντ24 ενώθηκαν για να μεσολαβήσουν για λογαριασμό του. Αλλά εκείνη ακριβώς τη στιγμή, πριν προλάβουν να βρεθούν ενώπιόν του, ο εμίρης διέταξε να σταυρωθεί, την ημέρα της γιορτής του Σταυρού, τον μήνα Ελούλ <14 Σεπτεμβρίου>.
Από εκείνη τη στιγμή και για αυτόν τον λόγο εμφανίστηκε διάταγμα, που απαγόρευε την ανέγερση νέων εκκλησιών ή την αποκατάσταση παλαιών σε όλα τα εδάφη της Μεσοποταμίας. Αυτό προκαλούσε μεγάλη θλίψη σε όλους τους χριστιανούς, μέχρι την περίοδο που ακολούθησε τον θάνατο εκείνου του εμίρη. Από την εποχή του γιου του χριστιανοί από όλες τις πολιτείες ενώθηκαν, του πρόσφεραν πολύ χρυσό και έλαβαν άδεια να αποκαταστήσουν οποιαδήποτε παλαιά εκκλησία χρειαζόταν επισκευή. Ένα τέτοιο διάταγμα έφερνε μεγάλη παρηγοριά στους χριστιανούς σε κάθε μέρος. [3: 307-8]
Το έτος 1482 [1169], τον μήνα Αμπ <Αύγουστο>, πέθανε ο [Ζανγκίντ] ατάμπεγκ Κουτμπ αντ-Ντιν, ηγεμόνας της Μοσούλης και όλης της Ασσυρίας.
Στη συνέχεια ο αδελφός του, ο Νουρ αντ-Ντιν του Χαλεπιού [1146-1174], συγκέντρωσε τα στρατεύματά του και κατέβηκε χωρίς καθυστέρηση. Κατέλαβε τη Νισιμπίν χωρίς μάχη. Και οι ειδικοί του δικαίου χάρηκαν, γιατί τους εκτιμούσε πολύ. Τηρούσε επιμελώς [τις διαταγές] να μην πίνεις κρασί και να μην αφήνεις να περάσουν οι ώρες της προσευχής. Οι μουσουλμάνοι τον αποκαλούσαν «προφήτη». Αυτό συνέβαινε επειδή ήταν σκληρός με τους χριστιανούς και καλός με τους Ταϊγιάγιε. Διέταξε την καταστροφή όλων των νέων κατασκευών που υπήρχαν μέσα σε εκκλησίες και μοναστήρια. Και άρχισαν να γκρεμίζουν έναν μεγάλο τοίχο που είχε χτιστεί στην εκκλησία του Μαρ Τζακόμπ της Νισιμπίν, την οποία είχαν καταλάβει οι Νεστοριανοί από την εποχή του αιρετικού Μπαρ Σαούμα. Λεηλάτησαν τον θησαυρό που βρισκόταν εκεί και χίλια περίπου βιβλία. Το ίδιο έκαναν σε πολλά μέρη.
Ο ίδιος τοποθέτησε ως «φύλακα των νόμων» έναν από τους στενούς του φίλους, εχθρό των χριστιανών, έναν ειδικό του δικαίου που ονομαζόταν Μπαρ Αζρούν και τον έστειλε σε περιοδεία για να καταστρέψει σχολαστικά κάθε νέα κατασκευή που λεγόταν ότι είχε γίνει μέσα στις εκκλησίες την εποχή του πατέρα και του αδελφού του, «ώστε ο Θεός να τους ελέησει!». Αυτός ο απατεώνας αναχώρησε με τις οδηγίες που του είχαν δοθεί. Όπου του έδιναν δώρα ως δωροδοκίες, ορκιζόταν ότι το κτίριο ήταν παλιό. Αλλά εκεί όπου δεν έμπαινε αυτό το πέπλο πάνω στα μάτια του, γκρέμιζε και κατέστρεφε, μέχρι που ο Νουρ αντ-Ντιν έμαθε για το θέμα και τον απέλυσε. [3: 339-40]
Αυτός [ο Νουρ αντ-Ντιν] πολλαπλασίασε τον φόρο υποτέλειας των χριστιανών, αύξησε τον κεφαλικό φόρο, εισήγαγε τον νόμο ότι έπρεπε να ζώνονται με ζώνη και να μην αφήνουν τα μαλλιά να μεγαλώνουν στο κεφάλι τους, ώστε να αναγνωρίζονται και να γελοιοποιούνται από τους Ταϊγιάγιε. Ομοίως διέταξε ότι οι Εβραίοι έπρεπε να φορούν ένα κομμάτι κόκκινο ύφασμα στους ώμους τους, για να τους κάνει αναγνωρίσιμους. [3: 342]
Από το έτος 1496 [1185-86] άρχισε η καταστροφή που πραγματοποιήθηκε από τον λαό των Τουρκομάνων και για οκτώ χρόνια έσφαζαν και σφάζονταν στην Αρμενία, την Ασσυρία, τη Μεσοποταμία, τη Συρία και την Καππαδοκία. Ο λόγος για την έναρξη αυτής της καταστροφής συνέβη με αυτόν τον τρόπο: Οι μεγάλοι άνθρωποι των Τουρκομάνων, που ζουν σε σκηνές, κατεβαίνουν για να ξεχειμωνιάσουν στην έρημο που βρίσκεται στα νότια της Συρίας, όπου δεν πέφτει χιόνι, δεν κάνει παγετό και όπου μπορούν να βρεθούν βοσκοτόπια. Την άνοιξη επιστρέφουν στη βόρεια περιοχή, όπου βρίσκουν βοσκότοπους για τα γελάδια τους. Κατά την κάθοδο και την ανάβασή τους οι δρόμοι γεμίζουν με τα πλήθη των ζώων τους. Οι Κούρδοι, συνηθισμένοι στη λεηλασία, έκλεβαν τα πρόβατα, τις κατσίκες, τις καμήλες, τα βόδια τους παντού και μερικές φορές σκότωναν ακόμη και τους άνδρες τους. Τότε οι Τουρκομάνοι άρχιζαν να συγκεντρώνονται μαζί την ώρα του ταξιδιού τους, για να προσέχουν τις φάλαγγές τους. Αλλά στη γη του Σαμπακτάν, στα σύνορα του Μαρντίν, συνάντησαν διακόσιους περίπου Κούρδους που βρίσκονταν σε ενέδρα για να κλέψουν. Οι Τουρκομάνοι τους συνέλαβαν όλους και τους έσφαξαν. Από τότε υπήρχε ανοιχτή εχθρότητα μεταξύ τους. Οι Κούρδοι συγκεντρώθηκαν σε αριθμό δέκα περίπου χιλιάδων, ενώ οι Τουρκομάνοι συγκέντρωσαν μεγαλύτερο αριθμό. Συγκρούστηκαν σε μάχη και σκοτώθηκαν δέκα περίπου χιλιάδες άνδρες και από τις δύο πλευρές.
Τότε το μίσος και ο θυμός τους μεγάλωσε. Οι Κούρδοι συγκεντρώθηκαν στην περιοχή Νισιμπίν, του Τουρ Αμπντίν, σε αριθμό τριάντα περίπου χιλιάδων. Οι Τουρκομάνοι συγκεντρώθηκαν στην περιοχή Χαμπόρα [του ποταμού Χαμπούρ]. Όταν συγκρούστηκαν σε μάχη, οι Κούρδοι κατακτήθηκαν και οι νεκροί τους έπεφταν από τις όχθες του ποταμού Χαμπόρα μέχρι την ίδια τη Νισιμπίν.
Ύστερα από αυτό, έγιναν δύο μάχες μεταξύ Τουρκομάνων και Κούρδων στην περιοχή της Μοσούλης. Ο πόλεμος συνεχίστηκε και οι Κούρδοι νικήθηκαν σε πολλά μέρη. Τράπηκαν σε φυγή μπροστά στους Τουρκομάνους και διέφυγαν στα βουνά κοντά στα σύνορα της Κιλικίας, για να τοποθετήσουν τα παιδιά και τις αποσκευές τους με ασφάλεια στα σύνορα των Αρμενίων. Οι Τουρκομάνοι ήρθαν και τους επιτέθηκαν εκεί και προκάλεσαν σε όλους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, θάνατο από το σπαθί. Πήραν τα πλούτη τους και η φυλή των Κούρδων εξαφανίστηκε από όλη τη Συρία και τη Μεσοποταμία. Καθώς οι Τουρκομάνοι πηγαινοέρχονταν σε ομάδες στις πεδιάδες και στα βουνά, όπου έβρισκαν Κούρδους, τους έσφαζαν χωρίς έλεος ή αιτία.
Κατά τα πρώτα χρόνια δεν κακομεταχειρίζονταν τους χριστιανούς. Αλλά οι Τουρκομάνοι άρχιζαν σύντομα να σφάζουν και τους χριστιανούς για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή όταν οι Κούρδοι διέφυγαν, έκρυψαν τα υπάρχοντά τους στα χωριά των χριστιανών και αυτό ήταν γνωστό στους Τουρκομάνους. Δεύτερον, επειδή οι Τουρκομάνοι κακομεταχειρίζονταν όλους τους λαούς της Μεγάλης Αρμενίας όταν παρασύρονταν από τον ενθουσιασμό της λεηλασίας και της σφαγής, ενώ οι ηγεμόνες δεν τους εμπόδιζαν να το κάνουν. Αφού σκότωσαν τους Κούρδους, συνέλαβαν αιχμαλώτους τους Αρμένιους. Πήραν εικοσιέξι χιλιάδες άνδρες και τους πούλησαν ως σκλάβους. Έκαψαν τα χωριά και έβαλαν φωτιά στο μεγάλο μοναστήρι του Γκαραμπέντ, αφού σκότωσαν όλους τους μοναχούς που βρίσκονταν εκεί και λεηλάτησαν τα βιβλία του και ό,τι άλλο περιείχε.
Την ίδια περίοδο πήραν με ωμή δύναμη το φρούριο του Τελ Άραμπ που βρίσκεται στη γη του Σαμπακτάν,25 και υποδούλωσαν και πούλησαν ολόκληρο τον πληθυσμό.
Την ίδια περίοδο, σκότωσαν εκατόν εβδομήντα άνδρες στο Τελ Μπέσμεχ26 και ομοίως σε πολλά άλλα μέρη <?>. Στη συνέχεια οι ηγεμόνες, βλέποντας τα εδάφη τους να καταστρέφονται και τα χωριά τους να ερημώνονται, άρχιζαν να πολεμούν τους Τουρκομάνους ο καθένας στη δική του περιοχή. Σε όλη την Καππαδοκία και στη γη της Μελιτηνής γίνονταν μάχες και σφαγές.
Την ίδια περίοδο οι Τουρκομάνοι εισέβαλαν στη γη της Κλαυδίας27 και ο ηγεμόνας τους αντιστάθηκε σε μάχη. Διακόσιοι περίπου νέοι από το χωριό <του Αμρούν> και την υπόλοιπη χώρα σκοτώθηκαν στη μάχη.
Οι λέξεις δεν μπορούν να περιγράψουν όλες τις σφαγές που έγιναν αυτά τα οκτώ χρόνια. Γιατί από μια μικρή σπίθα γεννήθηκε εκείνη η μεγάλη φωτιά που έκαψε μυριάδες λαούς. Αργότερα, η καταιγίδα κόπασε. [3: 400-402]
Μιχαήλ Σύριος
Ύστερα από την ήττα των Μογγόλων από τους Μαμελούκους στη Συρία (Δεκέμβριος 1260-61), ο Μαλίκ Σαλίχ, κυβερνήτης της Μοσούλης κατά την κατάκτηση των Μογγόλων, ενώθηκε με τους Αιγυπτίους. Όταν καταγγέλθηκε, τράπηκε σε φυγή. Μερικοί από τους σκλάβους του, που είχαν φύγει μαζί του, επέστρεψαν στη Μοσούλη.
Και όταν αυτοί οι άνδρες <που είχαν επιστρέψει> πήγαν στο Μαουσίλ, άρχισαν μεγάλο διωγμό των χριστιανών και λεηλατούσαν τα σπίτια τους και σκότωναν όλους όσοι δεν γίνονταν μουσουλμάνοι. Και πολλοί πρεσβύτεροι και διάκονοι, ευγενείς και απλοί άνθρωποι, αρνήθηκαν την πίστη τους, <όλοι> εκτός από μερικούς από την οικογένεια των Σουαγιάντ, δηλαδή τον Ουαδκόκι, και τον Ναφίς τον χρυσοχόο. Όσο για τη χώρα έξω από τη Νινευή,28 αμέσως μόλις ο Μαλίκ Σαλίχ τράπηκε σε φυγή, οι Κούρδοι κατέβηκαν και έκαναν μεγάλη σφαγή μεταξύ των χριστιανών, και πήραν το γυναικείο μοναστήρι των Αδελφών που βρίσκεται στο Μπεθ Κουντίντα και σκότωσαν εκεί πολλούς από τους ανθρώπους, οι οποίοι από όλη τη χώρα ήσαν κρυμμένοι σε αυτό. Και αυτοί οι καταραμένοι άνθρωποι ανέβηκαν επίσης στο μοναστήρι του Μαρ Ματτάι,29 και χιλιάδες ιππείς και πεζοί άνδρες συγκεντρώθηκαν εκεί και πολεμούσαν τους μοναχούς για περίοδο τεσσάρων μηνών. Και έβαλαν σκάλες πολιορκίας στη θέση τους και ήθελαν να ανέβουν στο τείχος, αλλά οι μοναχοί επικρατούσαν και έκαιγαν τις σκάλες τους. Τότε οι Κούρδοι πελέκησαν μια μάζα βράχου από το βουνό που βρισκόταν πάνω από το μοναστήρι και την κύλησαν <προς τα κάτω> πάνω του. Αυτή η μεγάλη μάζα βράχου έσπασε στα δύο, και το ένα μέρος έκανε ρήγμα στο τείχος και σφηνώθηκε στο ρήγμα σαν πέτράδι σε δαχτυλίδι που δεν μπορεί να μετακινηθεί. Το άλλο μέρος έκανε τρύπα στο τείχος και πέρασε από αυτό, και οι Κούρδοι έσπευσαν να μπουν μέσα. Και οι μοναχοί και οι ντόπιοι της χώρας που ήσαν πρόσφυγες εκεί, αντιστέκονταν σκληρά και πολεμούσαν με πέτρες και βέλη και δεν τους άφηναν να μπουν. Και έκλεισαν αμέσως το ρήγμα με πέτρες και ασβέστη. Και κατά τη διάρκεια αυτών των αγώνων βγήκε το μάτι του Αμπού Νασρ του αρχιμανδρίτη και μερικοί άνδρες χτυπήθηκαν από βέλη, αλλά έγιναν και πάλι καλά. Και οι μοναχοί, κουρασμένοι από τις μάχες, ζήτησαν ειρήνη από τους Κούρδους και ανέλαβαν να τους δώσουν όλα τα κρεμαστά, τις κουρτίνες και τον εξοπλισμό της εκκλησίας, καθώς και να μαζέψουν χρυσό, ασήμι και αλυσίδες <κοσμήματα>. Επειδή όμως άκουσαν μια αναφορά για τον ερχομό των Τατάρων [των Μογγόλων], οι Κούρδοι έτειναν γρήγορα προς την ειρήνη. Και πήραν από το μοναστήρι πολύ μεγάλο ποσό περιουσίας, η συνολική αξία του οποίου ανερχόταν σε χίλια χρυσά δηνάρια, και αναχώρησαν.
Και εκείνη την εποχή ορισμένοι άνθρωποι από το χωριό Μπεθ Σαχράγιε, και άλλοι από τους ντόπιους της Νινευή, που είχαν κλειστεί στο μοναστήρι της Χαμπσουσιάθα, απομακρύνθηκαν από εκείνο το μέρος και πήγαν και διέσχισαν τον ποταμό Ζάμπα [άνω Ζαμπ] για να πάνε στην Άρμπιλ [Άρβηλα]. Και τους συνάντησε ο Κούτλου Μπεγκ, ο εμίρης, και δίνοντάς τους ως λόγο ότι ερχόταν από την πλευρά του εχθρού, τους σκότωσε όλους, άνδρες και γυναίκες μαζί. [1: 441]
Μπαρ Εβραίος
Υποχρεώσεις των ντίμμι, σύμφωνα με τον Αμπού Αμπντάλα μπιν Γιαχίγια Ιμπν Φαντλάν: Επιστολή στον Χαλίφη Νασίρ αλ-Ντιν Αλλάχ (1180-1225)
Ο Ομάρ Ιμπν αλ-Χατάμπ έγραφε στους κυβερνήτες των επαρχιών και τους έδινε εντολή να υποχρεώνουν τους ντίμμι να ξυρίζουν τα μαλλιά τους, να φορούν μολύβδινες και σιδερένιες σφραγίδες στον λαιμό τους, να μην κάθονται με ανοικτά τα σκέλη στις σέλες τους, να φορούν στη μέση ειδικές ζώνες που τους ξεχώριζαν από τους μουσουλμάνους.
Και έτσι ήταν την εποχή των χαλίφηδων, αλλά ο τελευταίος που επέβαλε αυστηρά αυτές τις υποχρεώσεις ήταν ο χαλίφης αλ-Μουκταντίρ μπι-Αμράλα [908-32], ο οποίος τους ανάγκαζε να τηρούν τους νόμους που ίσχυαν την εποχή του αλ-Μουταβακίλ.
Τους διέταζε να κρεμούν κουδούνια στον λαιμό τους και να βάζουν ξύλινα ομοιώματα στις πόρτες τους για να τις ξεχωρίζουν από τα μουσουλμανικά σπίτια. Τα σπίτια τους δεν έπρεπε να έχουν το ίδιο ύψος με εκείνα των μουσουλμάνων. Υποχρέωνε τους Εβραίους να φορούν σήμα και κίτρινο τουρμπάνι, ενώ οι Εβραίες γυναίκες να φορούν κίτρινα πέπλα και παπούτσια διαφορετικού χρώματος, το ένα λευκό και το άλλο μαύρο. Έπρεπε επίσης να φορούν σιδερένια περιδέραια στον λαιμό τους όταν έμπαιναν στα λουτρά. Όσο για τους χριστιανούς, έπρεπε να φορούν μαύρα ή γκρι ρούχα, ειδική ζώνη στη μέση και σταυρό στο στήθος τους. Δεν τους επιτρεπόταν να ιππεύουν άλογο, αλλά μόνο μουλάρι ή γάιδαρο χωρίς σαμάρι ή σέλα, τα οποία δεν τους επιτρεπόταν να ιππεύουν με ανοιχτά τα σκέλη, αλλά μόνο στο πλάι, με τα πόδια από τη μία πλευρά. Παρόλο που όλα αυτά έχουν εγκαταλειφθεί, δεν έχει θεσπιστεί αύξηση φόρου, ενώ στις περισσότερες [μουσουλμανικές] χώρες εξακολουθούν να είναι αναγκασμένοι να φορούν [διακριτικά] σήματα και δεν γίνονται δεκτοί παρά στις πιο ταπεινωτικές θέσεις εργασίας. Έτσι, για παράδειγμα, στη Μπουχάρα και τη Σαμαρκάνδη οι ντίμμι καθαρίζουν τις τουαλέτες και τους υπονόμους και μεταφέρουν τα σκουπίδια και τα απορρίμματα. Στην επαρχία του Χαλεπιού, που είναι η πλησιέστερη σε εμάς, υποχρεώνονται ακόμη να φορούν το σήμα. Επιπλέον, σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο, όταν πρέπει να καταβληθεί ο κεφαλικός φόρος [τζίζια], το άτομο που παραδίδει το ποσό πρέπει να είναι όρθιο και αυτός που το παραλαμβάνει πρέπει να είναι καθισμένος. Ο πρώτος το τοποθετεί στο χέρι του άλλου, έτσι ώστε ο μουσουλμάνος να το λαμβάνει στην παλάμη του χεριού, με το χέρι του μουσουλμάνου να είναι πάνω και αυτό του ντίμμι κάτω. Ο τελευταίος τότε τεντώνει μπροστά τη γενιάδα του και ο μουσουλμάνος τον χτυπά στο μάγουλο με τις λέξεις: «Πλήρωσε τις οφειλές στον Αλλάχ, εχθρέ του Αλλάχ, άπιστε». Αλλά σήμερα συμβαίνει ακόμη μερικοί από αυτούς να μην έρχονται πια αυτοπροσώπως ενώπιον των αξιωματούχων, αλλά να στέλνουν τους αγγελιοφόρους τους στη θέση τους.
Όσο για τους Σαβαίους, οι οποίοι είναι ξεκάθαροι ειδωλολάτρες, που ζουν στην επαρχία αλ-Ουασίτ [Ιράκ], αυτοί δεν είναι ντίμμι, αν και ήσαν τέτοιοι στο παρελθόν. Όταν ο χαλίφης αλ-Καχίρ Μπιλάχ [932-34] ρώτησε τον Αμπού Σαάντ αλ-Ισταχάρι τον Σάφι σχετικά με το καθεστώς τους, εκείνος δήλωσε ότι το αίμα τους ήταν νόμιμο και αρνήθηκε τον κεφαλικό τους φόρο. Όταν το έμαθαν, τον δωροδόκησαν με 50.000 δηνάρια και τους άφησε ήσυχους. Κατά συνέπεια, σήμερα δεν πληρώνουν καν τον κεφαλικό φόρο και δεν τους ζητείται τίποτε, παρόλο που βρίσκονται υπό μουσουλμανική κυριαρχία. Ας γίνει το θέλημα του σουλτάνου!
Ιμπν αλ Φουβάτι
Την εποχή του σουλτάνου αλ-Μαλίκ ας-Σαλίχ Νατζμ αλ-Ντιν Αγιούμπ [1240-49], ένας μουσουλμάνος πήγε στο Σουκ αλ-Τουτζάρ στο Κάιρο. Είχε μαζί του έγγραφη απόδειξη για κάποια χρήματα που του όφειλε ένας στρατιώτης. Το έγγραφο ήταν έτοιμο και χρειαζόταν μόνο τις απαραίτητες υπογραφές των μαρτύρων. Ο άνδρας συνάντησε δύο χριστιανούς. Φορούσαν περιστήθια και ρούχα με φαρδιά μανίκια, όπως ντύνονται οι μουσουλμάνοι της ευγενούς τάξης. Ο μουσουλμάνος πίστεψε πραγματικά ότι ήσαν ευγενείς. Άπλωσε το έγγραφο μπροστά τους και εκείνοι το υπέγραψαν. Η ίδια η πράξη τους ήταν κοροϊδία για τους μουσουλμάνους. Το γεγονός τέθηκε υπόψη του σουλτάνου αλ-Μαλίκ αλ-Σαλίχ. Κι εκείνος έδωσε εντολή να χτυπήσουν αυτούς τους χριστιανούς, να τους αναγκάσουν να φορούν ζώνες και να φέρουν το διακριτικό σημάδι ότι δεν ήσαν μουσουλμάνοι. Ότι έπρεπε να τους εμποδίζουν να μοιάζουν με μουσουλμάνους και ότι έπρεπε να πάρουν την κατάλληλη χαμηλή και ταπεινή στάση στην οποία τους είχε υποβαθμίσει ο Αλλάχ. [σελ. 439-40]
Γαζή μπιν αλ-Ουασίτι
Θρησκευτικές Γιορτές
Και τις ημέρες των Νηστειών [1271] οι Ισμαηλίτες [Ασσασσίνοι] όρμησαν πάνω στον Άλα Αντ-Ντιν, τον αρχηγό των γραμματέων (σαχίμπ ντιουάν), όταν ίππευε στη Βαγδάτη, και τον μαχαίρωσαν, αλλά δεν τον τραυμάτισαν <θανάσιμα>. Και τους συνέλαβαν και τους έκοψαν τα χέρια. Και οι Άραβες διέδωσαν την αναφορά ότι ήσαν χριστιανοί και ότι είχαν σταλεί από τον [Αρμένιο] καθολικό. Και οι άγιοι άνθρωποι, και οι μοναχοί, και οι αρχηγοί που βρίσκονταν στη Βαγδάτη συνελήφθησαν και κλείστηκαν στη φυλακή. Και ο Κούτλου Μπεγκ, ο εμίρης της Άρμπιλ, συνέλαβε και έκλεισε στη φυλακή τον καθολικό και τους αγίους του. Βρίσκονταν σε μεγάλη θλίψη καθ’ όλη τη διάρκεια των Νηστειών, μέχρι που ο Θεός τους βοήθησε, και ήρθε επίσημη επιστολή [πουκντάνα] από το στρατόπεδο και αφέθηκαν ελεύθεροι. Και από τότε ο καθολικός πήγε και κατοίκησε στην πόλη Έσνου στο Αντορμπιτζάν. [1: 449]
Και εκείνες τις ημέρες [1274] όταν οι χριστιανοί της πόλης Άρμπιλ ήθελαν να γιορτάσουν τη Γιορτή του Ωσαννά <Κυριακή των Βαΐων>, και γνωρίζοντας ότι οι Άραβες ετοιμάζονταν να τους εμποδίσουν, έστειλαν και κάλεσαν για βοήθειά τους ορισμένους Τατάρους που ήσαν χριστιανοί και που βρίσκονταν κοντά τους. Και όταν ήρθαν εκείνοι, τοποθέτησαν σταυρούς στα κεφάλια των δοράτων τους και ο μητροπολίτης των Νεστοριανών, μαζί με όλο τον λαό του, εξόρμησε μαζί με εκείνους τους Τάταρους ιππεύοντας μπροστά τους. Και όταν πλησίασαν στο μέτωπο του φρουρίου, οι παρέες των Αράβων ενώνονταν και κουβαλούσαν πέτρες και λιθοβολούσαν τους Τάταρους και τους χριστιανούς, και οι παρέες τους διασκορπίζονταν και καθένας από τους χριστιανούς έφευγε προς μία πλευρά. Και ύστερα από αυτό έμεναν μέσα μερικές ημέρες, χωρίς να τολμούν να βγουν. Και αυτό ταλαιπωρούσε επίσης τους χριστιανούς σε κάθε μέρος. [1: 451]
Αναρχία και ληστεία
Και την πρώτη μέρα της εβδομάδας, την εικοστή ένατη ημέρα του μήνα Ταμούζ <Ιούλιος> [1285], συριακή ορδή από έφιππους ληστές, Κούρδους, Τούρκους και Άραβες της ερήμου, δύναμης εξακοσίων περίπου, έσκασε πάνω στη χώρα της Άρμπιλ και λεηλάτησαν και σκότωσαν πολλούς άνδρες που ήσαν χριστιανοί από το χωριό Αμκαμπάντ (Αϊνκάουα, κοντά στην Άρμπιλ) και από το Σουρχάγκαν και άλλα χωριά. Και ο Μπάχα Αντ-Ντιν, ο Κούρδος, πήγε από την Άρμπιλ για να τους αντιμετωπίσει σε μάχη, και ηττήθηκε από αυτούς και τράπηκε σε φυγή και μπήκε στην πόλη. Και εκείνοι οι καταραμένοι ληστές πήραν μεγάλα λάφυρα, γυναίκες και παρθένες και πολλά γελάδια, και έφυγαν. Και εκείνες τις μέρες ήρθαν άλλες ομάδες απατεώνων στη χώρα του Τουρ Αμπντίν,30 και έκαναν μεγάλη σφαγή στο χωριό Κεσλάθ, και στο Μπεθ Μανίμ και στα χωριά του, και στη Σμπιρίνα, και μετέφεραν πολλά λάφυρα από τη χώρα της Μπεθ Ρισέ και αναχώρησαν.
Και το έτος 597 <των Ελλήνων—1286 μ.Χ.>,31 τη δέκατη έβδομη ημέρα του μήνα Χαζιράν <Ιούνιος>, συγκεντρώθηκαν περίπου τέσσερις χιλιάδες έφιπποι κλέφτες και ληστές, Κούρδοι, Τουρκομάνοι και Άραβες, και μερικοί άνδρες λένε ότι τριακόσιοι επίλεκτοι ιππείς από τους Αιγύπτιους σκλάβους [Μαμελούκους] ενώθηκαν μαζί τους. Και έστρεψαν το βλέμμα τους στη χώρα του Μαουσίλ. Και αφού κατέστρεψαν τα χωριά που βρίσκονταν στον δρόμο τους, ξέσπασαν πάνω στην πόλη την αυγή της δεύτερης ημέρας <της εβδομάδας>, την εικοστή δεύτερη ημέρα του τρίτου μήνα των Αράβων, του έτους 685 <1285 μ.Χ.>.32 Τότε ο βασιλιάς [σουλτάνος] Μασούντ και οι άλλοι ιππείς που βρίσκονταν στην πόλη, ανέβηκαν στα άλογα και βγήκαν έξω [από την πόλη] για να τους πολεμήσουν. Και όταν είδαν πόσο μεγάλος ήταν ο αριθμός τους και ότι οι ίδιοι δεν είχαν δύναμη ίση με τη δική τους, γύρισαν πίσω και μπήκαν στην πόλη. Και εκείνοι διέσχισαν τον Τίγρη και πήγαν και ανέβηκαν στο μοναστήρι του Μαρ Ματτάι και έμειναν εκεί για λίγες ημέρες. Ύστερα, όταν οι καταραμένοι ληστές μπήκαν στην πόλη, οι Άραβες, που ήσαν συντοπίτες τους, τους συνάντησαν με άφθονες προμήθειες σε τρόφιμα και δροσερά νερά. Και χαίρονταν μαζί τους με μεγάλη χαρά και ενθουσιάζονταν, προσποιούμενοι ότι ήσαν διατεθειμένοι να κάνουν κακό και να καταστρέψουν και να σκοτώσουν μόνο τους χριστιανούς.
Και εκείνοι οι χριστιανοί που βρίσκονταν στη γειτονιά της εκκλησίας των Ταγκριτανάγιε <Ταγριτανών> πήραν τις γυναίκες τους, τους γιους τους και τις κόρες τους, μαζί με όλα τα γελάδια τους, και πήγαν και κατέφυγαν στο αρχοντικό του θείου του Προφήτη, ο οποίος ονομαζόταν Νακίμπ Αλ-Αλαουαχίν […] ελπίζοντας ότι, ενδεχομένως, οι ληστές θα σέβονταν εκείνο το κτίριο και ότι εκεί θα μπορούσαν να σωθούν από τη σφαγή και τη λαφυραγώγηση της πόλης.

Χάρτης στον Bar Hebraeus: Το καντήλι των ιερών (1406)
Φιλοσοφικό έργο που συντέθηκε το 1267 ή το 1274 και ασχολείται με τα θεολογικά δόγματα και τις φυσικές επιστήμες
Ms. Syriaque αρ. 210, Ancien fonds, no. 121, fol. 38, BN
Στη συνέχεια οι υπόλοιποι χριστιανοί, που δεν είχαν πού να φύγουν και δεν μπορούσαν να βρουν καταφύγιο στο αρχοντικό της Νακίμπα, παρέμεναν τρομοκρατημένοι και τρέμοντας, κλαίγοντας και θρηνώντας για τον εαυτό τους και για την κακή τους μοίρα, αν και στην πραγματικότητα η κακή μοίρα ήρθε μέσω των ιδίων που είχαν πάει εκεί <δηλ στο αρχοντικό της Νακίμπα>. Μόλις μπήκαν οι ληστές, άρχισαν να ρωτούν για τους χριστιανούς. Τότε οι Άραβες που ήσαν ντόπιοι της πόλης φώναξαν με ένα στόμα <ή φωνή>: «Να, όλοι οι χριστιανοί βρίσκονται στο αρχοντικό της Νακίμπα». Τότε δυνάμωσαν όλοι μαζί και όλοι οι ληστές πήγαν εκεί. Τοποθέτησαν σκάλες, ανέβηκαν και κατέλαβαν το αρχοντικό, και λεηλάτησαν και λήστεψαν όλο τον κόσμο που βρισκόταν εκεί μέσα. Και ένας από τους χριστιανούς που βρίσκονταν εκεί τραυματίστηκε από βέλος και πέθανε. Και βασάνισαν όχι μόνο τους χριστιανούς αλλά και τους Άραβες, και χλεύαζαν τις γυναίκες, τους γιους και τις κόρες τους στα τζαμιά, μπροστά στα μάτια τους.
Και όταν τελείωσαν εκεί, πήγαν στη συνοικία των Εβραίων και λαφυραγώγησαν τα σπίτια τους και λεηλάτησαν όλη την κοινότητά τους. Όσο για τους χριστιανούς που είχαν μείνει στα σπίτια τους και δεν είχαν πάει αλλού, κανένας δεν τους πείραξε, και ούτε καν είδαν τους άρπαγες με τα μάτια τους. Αλλά ορισμένοι χριστιανοί έμποροι και πολλοί Άραβες, που έρχονταν στην πόλη, και είχαν κατέβει στα πανδοχεία <χάνια> που βρίσκονταν έξω από την πόλη, όπου δεν ήρθε κανένας από τους ληστές, λόγω του φόβου τους, έχασαν μεγάλη ποσότητα των εμπορευμάτων τους. Και έφεραν τα φορτία τους μέσα στην πόλη και τα κατέθεσαν στην αγορά των παζαριών, και καθώς όλα τα τρόφιμα και οι προμήθειες των πολιτών ήσαν εκεί, νόμιζαν ότι δεν θα παραμελούνταν ποτέ από εκείνους που φρουρούσαν τέτοιο μέρος όπως αυτό. Επομένως αγωνίζονταν και πάλευαν μεταξύ τους, για να φέρουν μέσα τους θησαυρούς τους. Και οι ντόπιοι της πόλης έβγαζαν επίσης και μετέφεραν υπάρχοντα από τα σπίτια τους, και έφερναν χρυσάφι και ασήμι και δέματα υφάσματος και ενδύματα διαφόρων ειδών σε εκείνο το μέρος. Και αφού συγκεντρώθηκαν <όλα αυτά>, ήρθαν οι ληστές και έσπασαν εύκολα τις πύλες της αγοράς, μπήκαν και πήραν ό,τι βρήκαν εκεί.
Τώρα, πολλοί νέοι από τους ντόπιους της πόλης στέκονταν δίπλα στην πύλη της αγοράς, και όταν οι ληστές, που ήσαν βαριά φορτωμένοι με λάφυρα, έβγαιναν έξω, τα άρπαζαν από αυτούς και τρέπονταν σε φυγή. Και άλλοι έπαιρναν τα άλογά τους που είχαν αφήσει στην πύλη της αγοράς και τρέπονταν σε φυγή. Και έτσι όλη εκείνη την ημέρα, από το πρωί μέχρι το βράδυ, γύριζαν τα παζάρια της πόλης και έπαιρναν άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια και βόδια, αναρίθμητα. Και πήραν αιχμαλώτους τους σκλάβους και τις δούλες, σχεδόν πεντακόσιες ψυχές, και ο μεγαλύτερος αριθμός από αυτούς ήσαν Άραβες και Εβραίοι. Υπήρχαν και λίγοι χριστιανοί, αλλά μόνο εκείνοι που βρέθηκαν από το αρχοντικό της Νακίμπα. [l: 475-77]
Και αυτή τη χρονιά επίσης [1289] δύο περίπου χιλιάδες ιππείς των ομάδων ληστών της Συρίας συγκεντρώθηκαν και ήρθαν και διέσχισαν τα σύνορα του Σιντζάρ33 και της Μπεθ Αρμπάγιε και ούτε λεηλάτησαν ούτε λαφυραγώγησαν, μέχρι που έφτασαν στην περιοχή του Πισαμπούρ, ενός χωριού στις όχθες του ποταμού Τίγρη, όπου σταμάτησαν εκεί για τη νύχτα. Και σηκώθηκαν κατά τη διάρκεια της νύχτας και διέσχισαν τον ποταμό, και έστρεψαν το βλέμμα τους στο Ουαστάου, μεγάλο χωριό των Νεστοριανών, και ξέσπασαν πάνω του νωρίς το ξημέρωμα της πρώτης ημέρας της εβδομάδας, τη δέκατη τέταρτη ημέρα του μήνα Αμπ <Αύγουστου>. Τώρα οι χωρικοί, νομίζοντας ότι ήσαν απλώς μερικοί ληστές, εξόρμησαν για να τους αντιμετωπίσουν. Και όταν είδαν πόσο πολλοί ήσαν, επέστρεψαν στο χωριό, και μερικοί από αυτούς κατέφυγαν στην εκκλησία και σώθηκαν, ενώ μερικοί άλλοι διασκορπίστηκαν στους κήπους και τους αμπελώνες. Και εκείνοι οι καταραμένοι άνδρες απλώθηκαν στα επτά χωριουδάκια που ήσαν γύρω του και έπειτα προκάλεσαν μεγάλη καταστροφή. Και σκότωσαν σχεδόν πεντακόσιους άνδρες και αιχμαλώτισαν σχεδόν χίλια άτομα, γυναίκες και γιους και κόρες, και πήραν θησαυρούς και πρόβατα και γελάδια αμέτρητα. Και γύρισαν πίσω την ίδια μέρα με τον τρόπο που είχαν έρθει και ταξίδευαν αθόρυβα και χωρίς φόβο, μέχρι που έφτασαν στον ποταμό Χαμπούρα, πάνω από τον οποίο υπήρχε εύθραυστη <ή στενή> γέφυρα, και εκεί τους εμπόδιζε το βάρος των λαφύρων και ο μεγάλος αριθμός των αιχμαλώτων, τους οποίους με δυσκολία κουβαλούσαν μαζί τους. Και έτσι τα νέα <για αυτούς> έφτασαν στον Αμίρ [εμίρη] των Μογγόλων που βρισκόταν στη Μαουσίλ [Μοσούλη] και οι Μογγόλοι ετοιμάστηκαν χωρίς καθυστέρηση, σηκώθηκαν, ανέβηκαν στα άλογα τους και τους καταδίωξαν. Και προχώρησαν και τους βρήκαν, και ο μεγαλύτερος αριθμός από αυτούς είχε διασχίσει τη γέφυρα και ταξίδευαν φορτωμένοι με λάφυρα. Και όσους δεν είχαν ακόμη διασχίσει τη γέφυρα, οι Μογγόλοι τους σκότωσαν. Και πήραν από τη λεία τριακόσιους αιχμαλώτους, γυναίκες και γιους και κόρες, και τους έφεραν και τους παρέδωσαν στους ιδιοκτήτες τους [γονείς].
Και επιπλέον αυτό το καλοκαίρι οι ληστές της Συρίας, δύο περίπου χιλιάδες έφιπποι άνδρες, εξόρμησαν και πήγαν στις περιοχές της Μελιτηνής και της Χέσνα [Χαρπούτ]. Και ο Χαρμπάντα, ο αρχηγός του στρατεύματος που βρισκόταν εκεί, <το> άκουσε, μάζεψε τα στρατεύματά του, ετοιμάστηκαν και πήγαν και τους αντιμετώπισαν σε μάχη και αυτοί [ο Χαρμπάντα και οι άνδρες του] λύγισαν μπροστά τους. Και μεγάλος αριθμός από εκείνους που ήσαν μαζί του σκοτώθηκαν, ενώ ορισμένοι φίλοι του και συγγενείς του και οι γιοι των αδελφών του, άγνωστος αριθμός ατόμων, αιχμαλωτίστηκαν. Και μόνο αυτός και τα σαράντα άτομα που είχαν τραπεί σε φυγή διέφυγαν, και ήρθαν και μπήκαν στο νέο αρχοντικό που είχε χτίσει στη χώρα της Χέσνα [Χαρπούτ], στη θέση που στην αραμαϊκή γλώσσα αποκαλείται «Χεσόνα». Και ενώ κάθονταν και θρηνούσαν και συλλογίζονταν πώς θα μπορούσαν να σώσουν εκείνους που είχαν γίνει αιχμάλωτοι πολέμου, συμφωνούσαν όλοι ότι ο πόλεμος που είχε γίνε σε αυτή τη χώρα είχε συμβεί εξαιτίας των χριστιανών και ότι επομένως ήταν σωστό να πάρουν τα χρήματα από αυτούς και να αγοράσουν <δηλ. να πληρώσουν λύτρα για> εκείνους που είχαν γίνει αιχμάλωτοι εξαιτίας τους. Στη συνέχεια άρχισαν να εκτιμούν κάθε πόλη και περιοχή για ορισμένη ποσότητα χρυσού, σύμφωνα με την ικανότητα του τόπου <να πληρώσει>. [l: 483-84]
Φτώχεια του Εβραίου βεζίρη Σαντ αντ-Ντάουλα (1292)
Και ιδού, από εκείνη τη στιγμή <και πέρα> [1290 μ.Χ.] ο βασιλιάς των βασιλέων [Αργούν, 1284-91] αναγνώρισε, και του αποδείχθηκε πλήρως, το ψεύδος και την αυθάδεια των Αράβων, και πως ό,τι έκαναν, το έκαναν με δόλο <ή προδοσία>, και την αποδοχή προσώπων <δηλ υποκρισία>. Και διέταξε αμέσως να είναι αρχηγός των γραμματέων, δηλαδή σαχίμπ ντιουάν, σε όλη την επικράτεια του βασιλείου του ο Σαντ αντ-Ντάουλα, ο Εβραίος, που ήταν κυβερνήτης στη Βαγδάτη. Και οι κυβερνήτες να μη διορίζουν ποτέ, ποτέ τον Άραβα ως γραμματέα, αλλά μόνο τον χριστιανό και τον Εβραίο. Και έτσι το μίσος και η κακή βούληση των Αράβων <προς τους χριστιανούς> δυνάμωνε. Τώρα, επειδή εκείνος ο Εβραίος ήταν κυβερνήτης, του είχαν εμπιστευθεί τη διαχείριση των εσόδων και της φορολογίας της πόλης. Και ο βασιλιάς των βασιλέων έστειλε τον αδελφό του <να είναι> κυβερνήτης της Βαγδάτης στη θέση του. Και έστειλε τον άλλο του αδελφό, μαζί με τον Τατζ αντ-ντιν, τον γιο του Μουχάτας, του γενικού διευθυντή, στο Μαουσίλ, και στο Μαρντίν, και όλο το Ντιάρ Μπακρ. [1: 484-85]
Και τον μήνα Ταμούζ <Ιούλιο> αυτού του έτους κάποιος μοναχός, ο οποίος ήταν Αρμένιος και δίκαιος άνθρωπος, ένας από εκείνους που γύριζαν στις χώρες προειδοποιώντας <τον λαό> και κηρύσσοντας μετάνοια και σωφρονισμό και ομολογία των αμαρτιών, έφτασε στο φρούριο του Ζαΐντ [Ζαϊντάν;] και παρέμεινε εκεί ένα περίπου μήνα ημερών. Και οι ομιλίες του ευχαριστούσαν πάρα πολύ τους χριστιανούς που βρίσκονταν εκεί, και μερικοί νέοι άνδρες ελκύστηκαν από αυτόν και άρχισαν να μαζεύονται γύρω του τη νύχτα, και έτρωγαν, έπιναν και συζητούσαν για τις ιστορίες των αγίων ανδρών και τη στέψη των μαρτύρων. Και όταν η δύναμη αυτών που έλεγε έγινε γνωστή στους Άραβες, ορισμένοι από αυτούς χτυπήθηκαν από φθόνο και πήγαν το βράδυ της Παρασκευής και πήραν ένα νεκρό σκυλί και το κρέμασαν πάνω από την πόρτα του Μεγάλου Τζαμιού. Και όταν ξημέρωσε και οι Άραβες συγκεντρώθηκαν για να προσευχηθούν, είδαν εκείνο το νεκρό σκυλί και φούντωσαν από οργή. Και όλοι με ένα στόμα είπαν: «Αυτή η πράξη είναι έργο του Αρμένιου μοναχού και εκείνων που μαζεύονται μαζί του». Και τράβηξαν τα σπαθιά και τα στιλέτα τους και πήγαν και άρπαξαν τον άθλιο μοναχό και μερικούς από τους ντόπιους της πόλης που ήσαν μαζί του. Γιατί όταν οι άνθρωποι έμαθαν τη φάρσα <με τον σκύλο>, έφευγαν και κρύβονταν όλοι από την οργή των <Αράβων>. Ύστερα αυτοί οι κακοί άνδρες πήραν τον καλόγερο και έφυγαν για το μοναστήρι του Μπάουθ, και μπήκαν στα κελιά των μοναχών και πήραν όλα τα υπάρχοντά τους. Και σκότωσαν εκείνο τον φτωχό μοναχό εκεί, μαζί με δύο ή τρεις ντόπιους της πόλης και επέστρεψαν στην πόλη. Και έμπαιναν επίσης στα σπίτια των πιστών χριστιανών και λεηλατούσαν ό,τι εύρισκαν στα σπίτια τους, και χτυπούσαν και βασάνιζαν πολλούς έντιμους άνδρες. Και η πόλη παρέμενε για ένα περίπου μήνα ημερών χωρίς αγορά και χωρίς πώληση <δηλ. το εμπόριο παρέλυσε>. [1: 487-88]
Η συμπεριφορά των Αράβων έχει αποκαλυφθεί <από καιρό> στον κόσμο, και μέχρι σήμερα κανένας Εβραίος δεν έχει ανυψωθεί ποτέ μεταξύ τους σε θέση ύψιστης τιμής. Τον Εβραίο τον βρίσκεις μόνο <μεταξύ των Αράβων> ως βυρσοδέψη, βαφέα ή ράφτη. Αλλά πραγματικά, οι αξιότιμοι και οι τυχεροί ανάμεσά τους <εξυψώνουν> την τέχνη της θεραπείας και την τέχνη του γραφέα. Όμως σε καταστάσεις στις οποίες άλλοι δεν θα ταπεινωθούν για να δουλέψουν, εκείνοι θα δουλέψουν. Και εκείνη την εποχή, όταν οι Μογγόλοι κυριαρχούσαν σε αυτές τις δυτικές χώρες, δεν τιμούσαν όλους όσοι άξιζαν να τιμηθούν, και δεν έβαζαν να κυβερνήσουν τις πόλεις και τα χωριά, που ήσαν υποταγμένα σε αυτούς, εκείνους που κατάγονταν από γενιά βασιλιάδων. Με τους Μογγόλους δεν υπάρχει ούτε σκλάβος ούτε ελεύθερος άνθρωπος. Ούτε πιστός ούτε ειδωλολάτρης. Ούτε χριστιανός ούτε Εβραίος. Αλλά θεωρούν ότι όλοι οι άνθρωποι είναι το ίδιο. […]
Επομένως αυτός ο Εβραίος θριάμβευε με κάθε τρόπο και απέκτησε τη μεγαλύτερη δόξα και τιμή στην εποχή του [ιλ-χάνου] Αργούν, του βασιλιά των βασιλέων, και έφερνε μόνος του όλα τα πολιτικά ζητήματα σε επιτυχημένη διέξοδο, και πολλά άλλα πέρα από αυτά. Στους ευγενείς του στρατοπέδου δεν έδινε σημασία, και περιόριζε τις χειραψίες με αυτούς, και αντιμετώπιζε με περιφρόνηση τους κυριότερους αμίρ και τους διευθυντές των γενικών υποθέσεων. Άνθρωπο που να μπορούσε να κάνει μια χάρη <ή ευεργέτημα> ή που να μπορούσε να κάνει κακό, δεν έβλεπες ποτέ στην Πύλη του Βασιλείου, εκτός ενδεχομένως Εβραίο. Και μέσα από αυτήν την κατάσταση πραγμάτων πολλοί από τους Εβραίους που βρίσκονταν στις άκρες του κόσμου συγκεντρώνονταν κοντά του και όλοι με ένα στόμα έλεγαν: «Πραγματικά, μέσω αυτού του ανθρώπου ο Κύριος σήκωσε ψηλά το κέρας της λύτρωσης <ή απελευθέρωσης> και την ελπίδα της δόξας για τους γιους των Εβραίων στις τελευταίες ημέρες τους».
Στη συνέχεια, όταν καυχιόντουσαν περήφανα για την εξύψωσή τους και ασχολούνταν με τη δύναμή τους, ξαφνικά ο Αργούν, ο βασιλιάς των βασιλέων, αισθάνθηκε <δηλ. έπαθε> παράλυση και έπασχε βαριά από τη νόσο για ένα μήνα ημερών. Και ο άθλιος Εβραίος μπήκε σε αμηχανία με την ασθένειά του και με μεγάλη προσοχή προσπαθούσε με κάθε δυνατό τρόπο να τον θεραπεύσει. Τότε οι αμίρ και οι ευγενείς του στρατοπέδου, που περιφρονούσαν τον Εβραίο εντελώς, έχοντας χάσει κάθε ελπίδα να <σώσουν> τη ζωή του Αργούν, <συμπεριφέρονταν> σαν να ήταν ο ίδιος ο Εβραίος, μέσα από το κακό των μηχανορραφιών του, η αιτία της ασθένειας του Αργούν. Και άρχισαν να βρυχώνται στον άθλιο άνδρα σαν λιοντάρια, μέχρι που ο Αργούν έβαλε τέλος στη ζωή του την τέταρτη ημέρα της εβδομάδας, στο τέλος του δεύτερου Κανούν <Ιανουαρίου> του έτους <1291 μ.Χ.>. Τότε ο Θεός ξεσήκωσε την οργή Του εναντίον των Εβραίων που βρίσκονταν σε κάθε μέρος. Αυτόν τον Σαντ αντ-Ντάουλα, τον σαχίμπ ντιουάν, τον σκότωσαν εκεί. Και με μεγάλη προσοχή <οι αμίρ και οι ευγενείς> έστειλαν πρεσβευτές σε όλες τις χώρες που βρίσκονταν υπό την κυριαρχία των Μογγόλων, και άρπαξαν τους αδελφούς του και τους συγγενείς του, τους έδεσαν με αλυσίδες, και λεηλάτησαν τα αποθέματα τροφίμων τους, και πήραν τους γιους τους, και τις κόρες τους, και τους δούλους τους, και τις υπηρέτριές τους, και τα κοπάδια και τις αγέλες τους, και όλα τα υπάρχοντά τους. Και εκείνος που σκοτώθηκε από αυτούς σκοτώθηκε, και όσοι έμειναν <ζωντανοί> επέστρεψαν στις αρχικές τους θέσεις. Ο άνθρωπος που χθες ήταν αξιωματικός και μπορούσε να αιχμαλωτίζει και να ελευθερώνει, και ήταν ντυμένος με βασιλικά ρούχα, ήταν σήμερα ντυμένος με τσουβάλι και είχε βρώμικα, ξεθωριασμένα χέρια, σαν να ήταν βαφέας και όχι γραφέας, και ζητιάνος που πήγαινε από πόρτα σε πόρτα και όχι αξιωματικός. Τις δοκιμασίες και την οργή που ξεσηκώθηκαν εναντίον των Εβραίων εκείνη την εποχή, ούτε η γλώσσα μπορεί να πει ούτε η πένα να γράψει.
Στη συνέχεια, στη Μπάμπιλ <Βαγδάτη>, όταν ακούστηκε η <είδηση για τη> δολοφονία αυτού του Εβραίου, οι Άραβες οπλίστηκαν και πήγαν στη συνοικία των Εβραίων, επειδή οι Εβραίοι ζούσαν όλοι μαζί σε μια συνοικία στη Μπάμπιλ. Και όταν θέλησαν να μπουν και να τους λεηλατήσουν, οι Εβραίοι ξεσηκώθηκαν εναντίον τους με μεγάλη δύναμη, και πολεμούσαν εναντίον των Αράβων, σκότωναν και σκοτώνονταν. Και δεν άφησαν ζωντανό <κανέναν Εβραίο> για να τον κυβερνούν. Έλεγαν: «Όταν αυτός ο Εβραίος έγινε μεγάλος και τρανός, διέταξε να χτιστεί ένα παλάτι γι’ αυτόν στην Ταμπρίζ και έθαψε εκεί πολλά δοχεία γεμάτα χρυσό και ασήμι στους τοίχους του». Τώρα αυτό το «γεγονός» έγινε γνωστό μόνο τότε, γιατί μόνο όταν οι Μογγόλοι τους βασάνισαν <δηλ. τους Εβραίους>, εκείνοι τους έδειξαν τα μέρη όπου βρίσκονταν τα δοχεία, και έτσι έσκαψαν <τους τοίχους> και τα έβγαλαν έξω. Ολόκληρη η περίοδος κατά την οποία ο Εβραίος ήταν διευθυντής και κυβερνήτης, ήταν δύο χρόνια πάνω-κάτω. Και σκοτώθηκε και το όνομά του <δηλ. η φήμη του> χάθηκε, και εξαιτίας του οι Εβραίοι σε όλο τον μουσουλμανικό κόσμο μισήθηκαν και κακοποιήθηκαν. [1: 490-91]
Ύστερα από τον προσηλυτισμό των Μογγόλων στο Ισλάμ (1295)
Και αυτός [ο Ναβρούζ]34 εξέδωσε εντολή να καταστραφούν οι εκκλησίες και τα σπίτια των εικόνων και οι συναγωγές των Εβραίων, και να αντιμετωπίζονται με ατίμωση οι ιερείς <των εικόνων> [Βουδιστές] και οι αρχιερείς. Και ότι έπρεπε να τους επιβληθεί φόρος υποτέλειας και φόροι. Και να μην εμφανίζεται κανένας χριστιανός <στους δρόμους>, αν δεν είχε ζώνη γύρω από τα λαγόνια του, και κανένας Εβραίος δεν έπρεπε να εμφανίζεται <στους δρόμους>, αν δεν είχε σημάδι στο κεφάλι του.
Και εκείνες τις μέρες [Οκτώβριος 1296] οι ξένοι λαοί35 άπλωσαν τα χέρια τους στην Ταμπρίζ και κατέστρεψαν όλες τις εκκλησίες που ήσαν εκεί, και υπήρχε μεγάλη θλίψη μεταξύ των χριστιανών σε όλο τον κόσμο. Οι διωγμοί, η ατίμωση, οι χλευασμοί και τα αίσχη που υφίσταντο οι χριστιανοί εκείνη την εποχή, ιδιαίτερα στη Βαγδάτη, δεν μπορούν να περιγραφούν με λέξεις. Να, σύμφωνα με όσα λένε οι άνθρωποι, κανένας χριστιανός δεν τολμούσε να εμφανιστεί στους δρόμους <ή στην αγορά>, αλλά οι γυναίκες έβγαιναν και έμπαιναν και αγόραζαν και πωλούσαν, επειδή δεν μπορούσαν να τις ξεχωρίσουν από τις γυναίκες των Αράβων και δεν μπορούσαν να τις αναγνωρίσουν ως χριστιανές, αν και όσες αναγνωρίστηκαν ως χριστιανές, ατιμάστηκαν, χαστουκίστηκαν, χτυπήθηκαν και χλευάστηκαν. Και να, όλοι οι χριστιανοί που βρίσκονταν σε αυτές τις περιοχές βασανίζονταν με τέτοια τιμωρία. Δεν θα έλεγα ότι εγκαταλείφθηκαν από τον Θεό. Και ενώ οδηγούνταν εδώ κι εκεί και ταλαιπωρούνταν από θυελλώδεις καταιγίδες, οι εχθροί της δικαιοσύνης τους κορόιδευαν και τους έλεγαν: «Πού είναι ο Θεός σας; Δείξτε μας αν έχετε κάποιον να σας βοηθήσει ή κάποιον που μπορεί να σας λυτρώσει και <να σας> σώσει». Τώρα αυτός ο διωγμός δεν κυριαρχούσε μόνο επί του λαού μας, αλλά και επί των Εβραίων, ενώ ήταν δύο φορές πιο άγριος, πολλές φορές μεγαλύτερος, επί των ιερέων που ήσαν λάτρεις ειδώλων [Βουδιστές]. Και αυτό μετά την τιμή στην οποία τους είχαν εξυψώσει οι Μογγόλοι βασιλείς και η οποία ήταν τόσο μεγάλη, που τα μισά από τα χρήματα που είχαν συγκεντρωθεί στο θησαυροφυλάκιο του βασιλείου είχαν δοθεί σε αυτούς, και είχαν δαπανηθεί <?> για την κατασκευή εικόνων από χρυσό και ασήμι. Και πολύ μεγάλος αριθμός ειδωλολατρών ιερέων, λόγω του τρόπου με τον οποίο διώχθηκαν, έγιναν μουσουλμάνοι.

Μάχη στο Μπολνίσι (1227). Γεωργία. Μάχη μεταξύ Γεωργιανών και στρατευμάτων του Χουαράζμ-Σαχ Τζαλάλ αντ-Ντιν καθ’ οδόν προς την Τιφλίδα
Ms. Tarikh-i jahangusha’i of Juvaini. Cop. persane Σιράζ (1437), supple. persan 206 fol. >67. BN
Και στη συνέχεια προέκυψε εντολή από τον βασιλιά των βασιλέων [Γαζάν] και γράφτηκαν γιαρλίκ <δηλ. διατάγματα> προς όλες τις χώρες και στάλθηκαν Μογγόλοι αγγελιοφόροι σε κάθε χώρα και πόλη, για να καταστρέψουν τις εκκλησίες και να λεηλατήσουν τα μοναστήρια. Και όπου πήγαιναν οι αγγελιοφόροι, αν έβρισκαν χριστιανούς που σηκώνονταν ενώπιόν τους για να τους προσφέρουν υπηρεσία και να τους δώσουν δώρα, ήσαν λιγότερο αυστηροί και πιο επιεικείς. Γιατί ενδιαφέρονταν πολύ περισσότερο να μαζέψουν χρήματα παρά να καταστρέψουν τις εκκλησίες, σύμφωνα με όσα συνέβησαν στην πόλη Άρβηλα. Γιατί όταν έφτασαν οι αξιωματικοί εκεί, έμειναν είκοσι ημέρες και περίμεναν ότι κάποιος από τους χριστιανούς θα <τους> πλησίαζε και θα αναλάμβανε <να φέρει> κάποια ποσότητα χρυσού και θα ήταν απέναντί τους ανοιχτοχέρης, με αντάλλαγμα να γλιτώσουν οι εκκλησίες που βρίσκονταν εκεί και να μην καταστραφούν, αλλά κανένας δεν <τους> πλησίασε. Και ο ίδιος ο μητροπολίτης που βρισκόταν εκεί δεν μπορούσε να σηκώσει το βάρος των εκκλησιών του και κανένας άλλος δεν ανέλαβε τη φροντίδα των εκκλησιών, αλλά καθένας φρόντιζε προσεκτικά τη διαχείριση του δικού του σπιτιού. Επομένως, δόθηκε αμέσως η ευκαιρία στους ειδωλολάτρες και έβαλαν στο χέρι τους τις τρεις υπέροχες εκκλησίες που ήσαν εκεί, και τις κατέστρεψαν εντελώς, μέχρι τα ίδια τα θεμέλια. […]
Τώρα όταν άκουσαν <οι Νινευίτες36> για τη συμφορά που είχε συμβεί εκεί, τρόμαξαν και φοβήθηκαν υπερβολικά. Και όταν οι ευγενείς και οι αξιωματικοί <των Μογγόλων> πέρασαν στην περιοχή του Μαουσίλ, ορισμένοι άνδρες που αγαπούσαν έργα <που συνδέονταν> με τις ιερές εκκλησίες και οι οποίοι ανέλαβαν την ευθύνη των προβλημάτων <που τους ταλαιπωρούσαν>, τους πλησίασαν, και ανέλαβαν <να δώσουν> πολύ χρυσάφι. Και επειδή δεν κατείχαν τον μαμμωνά <πλούτο> του κόσμου, έβαζαν <το> χέρι <τους> στον εξοπλισμό και την επίπλωση των εκκλησιών, και δεν άφηναν στη θέση του ούτε σταυρό, ούτε εικόνα, ούτε θυμιατήρι ή βιβλίο Ευαγγελίων που ήταν δεμένο με χρυσάφι. Και όταν αυτό δεν ήταν αρκετό, έβαζαν τους πιστούς που βρίσκονταν στις πόλεις και τα χωριά να συνεισφέρουν συγκεκριμένο χρηματικό ποσό. Και μάζεψαν σχεδόν δεκαπέντε χιλιάδες ντινάρ (δηνάρια) και τα ζύγισαν <δηλ. πληρώθηκαν> για τη μη καταστροφή των εκκλησιών και για τον φόρο των χριστιανών. Και με τη βοήθεια του Θεού καμία εκκλησία δεν υπέστη ζημιές. [1: 506-8]
Μπαρ Εβραίος
Αίγυπτος
Στις 7 Τζουμάντα 822 <1 Ιουνίου 1419> ο σουλτάνος της Αιγύπτου <Μαλίκ Μουαγιάντ Αμπού Νασρ>37 κάλεσε τον χριστιανό πατριάρχη να εμφανιστεί ενώπιόν του παρουσία των καδήδων και των διδασκάλων του Νόμου. Ενώ παρέμενε όρθιος, δέχτηκε κατακρίσεις και χτυπήματα και τον επέπληξε ο σουλτάνος, λόγω των ταπεινώσεων στις οποίες είχαν υποβληθεί οι μουσουλμάνοι από τον ηγεμόνα των Αβησσυνών. Απειλήθηκε ακόμη και με θάνατο. Στη συνέχεια κλήθηκε ο αρχηγός της αστυνομίας του Καΐρου, ο Σαΐχ Σαντρ αντ-Ντιν Άχμαντ μπιν αλ-Ατζάμι, τον οποίο επέπληξε για την περιφρόνηση των χριστιανών προς τους νόμους που σχετίζονταν με την [ιδιαίτερη] ενδυμασία τους και την εξωτερική τους εμφάνιση. Ύστερα από μακρά συζήτηση μεταξύ των διδασκάλων του Νόμου και του σουλτάνου για αυτό το θέμα, αποφασίστηκε ότι κανένας από αυτούς τους άπιστους δεν θα απασχολούνταν σε κυβερνητικά γραφεία, ούτε από τους εμίρηδες. Ούτε θα γλίτωναν από τα μέτρα που είχαν παρθεί για να τους διατηρούν σε κατάσταση ταπείνωσης. Έπειτα ο σουλτάνος κάλεσε τον αλ-Ακράμ Φανταΐλ, τον χριστιανό, τον γραμματέα του βεζίρη, ο οποίος είχε φυλακιστεί για αρκετές ημέρες. Τον χτύπησαν, του αφαίρεσαν τα ρούχα και τον παρέλασαν ταπεινωτικά στους δρόμους του Καΐρου, συνοδευόμενο από τον αρχηγό της αστυνομίας που διακήρυσσε: «Αυτή είναι η ανταμοιβή για τους χριστιανούς που εργάζονται σε κυβερνητικά γραφεία!» Ύστερα από όλα αυτά, ρίχτηκε ξανά στη φυλακή.
Ο σουλτάνος εφάρμοζε τόσο προσεκτικά αυτά τα μέτρα, που πουθενά στην Αίγυπτο δεν βρισκόταν χριστιανός απασχολούμενος στη διοίκηση. Αυτοί οι άπιστοι, όπως και οι Εβραίοι, υποχρεώθηκαν να παραμένουν στο σπίτι, να μειώσουν τον όγκο των τουρμπανιών τους και να κοντύνουν τα μανίκια τους. Απαγορεύτηκε σε όλους να καβαλούν γαϊδούρια, με αποτέλεσμα, όταν οι [απλοί] άνθρωποι έβλεπαν έναν έφιππο χριστιανό, να του επιτίθενται και να του αρπάζουν το γαϊδούρι του και όλα όσα είχε. Κατά συνέπεια, κανέναν δεν εύρισκες καβάλα, παρά μόνο έξω από το Κάιρο. Οι χριστιανοί έκαναν κάθε προσπάθεια για να ξαναπιάσουν δουλειά και πρόσφεραν μεγάλα χρηματικά ποσά για τον σκοπό αυτόν. Ωστόσο, παρά την υποστήριξη που είχαν από τους Κόπτες γραμματείς, ο σουλτάνος δεν συναίνεσε στα αιτήματά τους και αρνήθηκε να ανακαλέσει τις απαγορεύσεις που είχε διατάξει.
Και τότε σκέφτηκα: λόγω αυτής της πράξης, ίσως ο Αλλάχ συγχωρήσει όλες τις αμαρτίες του αλ-Μαλίκ αλ-Μουαγιάντ! Γιατί, ενεργώντας έτσι, ουσιαστικά συνέβαλε σημαντικά στο Ισλάμ, αφού η απασχόληση των χριστιανών σε επίσημες θέσεις είναι ένα από τα μεγαλύτερα κακά, που έχει ως αποτέλεσμα την εξύψωση της θρησκείας τους, αφού οι περισσότεροι μουσουλμάνοι χρειάζεται να επισκέπτονται συχνά αυτούς τους αξιωματούχους κατά τη διάρκεια των δραστηριοτήτων τους. Γιατί κάθε φορά που έχουν κάποια δουλειά η οποία εξαρτάται από γραφείο που διοικείται από τέτοιους αξιωματούχους, είναι υποχρεωμένοι να συμπεριφέρονται ταπεινωτικά και ευγενικά απέναντί τους, είτε είναι χριστιανοί, είτε Εβραίοι είτε Σαμαρείτες. [σελ. 115-16]
Έτσι το διάταγμα που εκδόθηκε από αυτόν τον ηγεμόνα ισοδυναμεί με δεύτερη κατάκτηση της Αιγύπτου. Με αυτόν τον τρόπο το Ισλάμ εξυψώθηκε και η απιστία ταπεινώθηκε και τίποτε δεν είναι πιο αξιέπαινο στα μάτια του Αλλάχ. [σελ. 117]
Iμπν Ταγριμπέρντι
Μαρόκο
[Ο αλ-Μαγίλι, πεθ. 1504] έδειχνε ακατάπαυστο πείσμα στην υποστήριξη του καλού και την απαγόρευση του κακού. Πίστευε ότι οι Εβραίοι <ο Αλλάχ να τους καταραστεί> δεν απολάμβαναν πια το καθεστώς προστατευόμενης μειονότητας <ντίμμα>. Αυτό το καθεστώς είχε τώρα καταργηθεί λόγω της σύνδεσής τους με τη μουσουλμανική άρχουσα τάξη. Τέτοια συμμετοχή στη διακυβέρνηση είναι αντίθετη με την υποβάθμιση και την περιφρόνηση που συνοδεύει την πληρωμή της τζίζγια. Αρκεί ένα άτομο <ή μια ομάδα> από αυτούς να παραβιάσει το καθεστώς, για να ακυρωθεί αυτό για όλους τους. <Ο δάσκαλός μας> [αλ-Μαγίλι] κήρυξε νόμιμο το χύσιμο εβραϊκού αίματος και τη λεηλασία των υπαρχόντων τους και υποστήριξε ότι η καταστολή τους ήταν πιο επείγον καθήκον από εκείνη όλων των άλλων απίστων. Έγραψε βιβλίο για το θέμα, αποτελούμενο από πολλά κεφάλαια <?> που προκάλεσε τη διαφωνία των περισσότερων νομικών της εποχής του, περιλαμβανομένου του σεΐχη Ιμπν Ζάκρι και άλλων <επιφανών προσωπικοτήτων>. Ακολούθησε μεγάλη συζήτηση. Το έργο έφτασε στη Φεζ, την πρωτεύουσα, όπου οι νομικοί το εξέτασαν πολύ. Κάποιοι εξέφρασαν την περιφρόνησή τους, ενώ άλλοι αντέδρασαν με δίκαιο τρόπο <faminhum man anifa waminhum man ansafa>. [σελ. 806-7]
Ιμπν Άσκαρ
Συλλογή του κεφαλικού φόρου (τζίζια)
Την ημέρα της πληρωμής θα συγκεντρωθούν σε δημόσιο χώρο όπως το σουκ. Πρέπει να στέκονται εκεί και να περιμένουν στο χαμηλότερο και πιο βρώμικο μέρος. Οι ενεργούντες αξιωματούχοι που εκπροσωπούν τον Νόμο θα στέκονται από πάνω τους και θα υιοθετούν απειλητική στάση, ώστε να φαίνεται σε αυτούς, καθώς και στους άλλους, ότι στόχος μας είναι να τους εξευτελίσουμε προσποιούμενοι ότι θα πάρουμε τα υπάρχοντά τους. Θα συνειδητοποιούν ότι τους κάνουμε χάρη <ξανά> που δεχόμαστε από αυτούς τη τζίζγια και τους αφήνουμε <έτσι> να φύγουν ελεύθεροι. Ύστερα θα σύρονται ένας-ένας <προς τον αρμόδιο υπάλληλο> για την απόσπαση της πληρωμής. Ο ντίμμι όταν πληρώνει, θα δέχεται ένα χτύπημα και θα σπρώχνεται στην άκρη, έτσι ώστε να νομίζει ότι έχει ξεφύγει από το σπαθί μέσω αυτής <της προσβολής>. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο οι φίλοι του Κυρίου [Αλλάχ], της πρώτης και της τελευταίας γενιάς θα ενεργούν απέναντι στους άπιστους εχθρούς τους, γιατί η δύναμη ανήκει στον Αλλάχ, στον Προφήτη Του και στους πιστούς. [σελ. 811]
αλ-Μαγίλι
Σε καθορισμένη ημέρα ο ντίμμι —χριστιανός ή Εβραίος— πρέπει να παρουσιαστεί προσωπικά, και όχι μέσω της μεσολάβησης εκπροσώπου <ουακίλ>, ενώπιον του εμίρη που είναι υπεύθυνος για τη συλλογή της τζίζγια. Ο τελευταίος πρέπει να κάθεται σε κάθισμα υπερυψωμένο με τη μορφή θρόνου. Ο ντίμμι θα βγει μπροστά φέρνοντας τη τζίζγια που κρατά στη μέση της παλάμης του χεριού του, απ’ όπου ο εμίρης θα την πάρει με τέτοιο τρόπο, ώστε το χέρι του να βρίσκεται πάνω και το χέρι του ντίμμι από κάτω. Ύστερα από αυτό ο εμίρης θα χτυπήσει τον ντίμμι στον λαιμό με τη γροθιά του. Ένας άνδρας θα στέκεται κοντά στον εμίρη, για να διώξει τον ντίμμι βιαστικά. Τότε ένας δεύτερος [ντίμμι] και ένας τρίτος θα εμφανιστούν για να υποστούν την ίδια μεταχείριση, όπως και όλοι εκείνοι που θα ακολουθήσουν. Όλοι [οι μουσουλμάνοι] θα γίνονται δεκτοί για να απολαμβάνουν αυτό το θέαμα. Σε κανέναν [ντίμμι] δεν θα επιτρέπεται να αναθέτει σε τρίτον να πληρώσει τη τζίζγια αντί για τον ίδιο, γιατί πρέπει να υποστούν αυτήν την υποβάθμιση προσωπικά. Γιατί έτσι πιθανότατα θα πιστέψουν τελικά στον Αλλάχ και στον Προφήτη Του και συνεπώς θα απελευθερωθούν από αυτόν τον αντιπαθητικό ζυγό. [JA 19 (1852), 107-8]
αλ-Αντάουι
Περσία (17ος έως 18ος αιώνας)
Απέλαση του πληθυσμού της Αρμενίας από τον Σαχ Αμπάς Α’ (1604)38
[Ο Σαχ-Αμπάς] κάλεσε τους αξιωματικούς του ενώπιόν του και επέλεξε ανάμεσά τους τους ηγέτες και τους διοικητές του πληθυσμού, έναν διοικητή ανά περιφέρεια. Ο εμίρης Γκούνα-Χαν τοποθετήθηκε ιδιαίτερα ως επικεφαλής της πόλης Ερεβάν, της γης της Αραράτ και των μικρών περιοχών κοντά σε αυτήν. Είχαν ως οδηγίες, όπου μπορούσε να φτάσει η δύναμή τους, να κυνηγήσουν και να συλλάβουν τα πάντα —μέχρι τον τελευταίο ζωντανό σκύλο— είτε χριστιανούς είτε υποτελείς μουσουλμάνους. Για όσους αντιστέκονταν και επαναστατούσαν κατά της βασιλικής τάξης, ξίφος, θάνατο και αιχμαλωσία.
Αφού έλαβαν αυτή τη σκληρή και θανατηφόρα εντολή από τον μονάρχη, οι στρατηγοί αναχώρησαν, καθένας με το τμήμα του, και πήγαν στις περιοχές της Αρμενίας που τους είχαν ανατεθεί. Ήταν σαν φλόγα που απλωνόταν από τον άνεμο ανάμεσα σε καλάμια. Αμέσως, με βιασύνη και χωρίς να παίρνουν ανάσα, οι κάτοικοι των επαρχιών, αναγκασμένοι να εγκαταλείψουν τις κατοικίες τους και εξορισμένοι από την πατρίδα τους, οδηγούνταν σαν κοπάδια ελαφρών και βαριών βοοειδών, παρασύρονταν βίαια και επαναφέρονταν με τη βία στην επαρχία Αραράτ, όπου γέμιζαν τον απέραντο κάμπο από τη μια άκρη μέχρι την άλλη. […] Τα περσικά στρατεύματα στα οποία είχε ανατεθεί η επιχείρηση, συγκέντρωναν τον πληθυσμό οπουδήποτε, σε χωριά ή πόλεις, και παρέδιδαν σπίτια και κτίρια στις φλόγες. Έκαιγαν και κατέστρεφαν τα αποθέματα ζωοτροφών, σωρούς καλαμποκιού, κριθαριού και άλλων χρήσιμων πραγμάτων. Λεηλατούσαν, ξεκαθάριζαν τα πάντα, έτσι ώστε τα στρατεύματα των Οσμανλή [Οθωμανών] να βρεθούν άπορα και να πεθάνουν, ενώ οι εκτοπιζόμενοι, βλέποντάς το αυτό, να χάσουν κάθε ελπίδα και σκέψη επιστροφής.
Ενώ οι Πέρσες στρατιώτες, που ήσαν επιφορτισμένοι με τη συνοδεία αυτών των μαζών, τις έσερναν προς την πεδιάδα του Ετσμιαντζίν, ο Σαχ Αμπάς βρισκόταν στην Άγτζα-Γάλα [Ερβαντάσατ] και ο Οσμανλή σερντάρ [Οθωμανός διοικητής], Ντσκάλ-ογλου, έφτασε με τα στρατεύματά του στο Καρς. Γνωρίζοντας ότι δεν ήταν σε θέση να συνεχίσει την εκστρατεία εναντίον των Οθωμανών, των οποίων η αριθμητική υπεροχή τον αποθάρρυνε, ο Σαχ Αμπάς στράφηκε προς το Ναχιτζεβάν και, με όλους τους άνδρες του, ξεκίνησε να ακολουθήσει τα ίχνη των ορδών που πήγαιναν στην Περσία. Οι Οθωμανοί, από την πλευρά τους, ακολουθούσαν από κοντά τους Πέρσες. Υπήρχαν, λοιπόν, τρεις μεγάλες και χωρίς τέλος συγκεντρώσεις: εκείνες των πληθυσμών, των Περσών και των Οθωμανών. Ως αποτέλεσμα, συνέβαινε ώστε όταν οι πληθυσμοί άρχιζαν να απομακρύνονται, ο Σάχ Αμπάς και οι Πέρσες κατέβαιναν στο προηγούμενο στρατόπεδό τους και, όταν έφευγαν από το μέρος, αυτό καταλαμβανόταν από τον Ντσκάλ-ογλου, με τα στρατεύματα των Οθωμανών. Ακολουθούσαν ο ένας μετά τον άλλο, βάζοντας τα πόδια τους στις ίδιες διαδρομές, μέχρι που ο λαός και οι Πέρσες έφτασαν στο χωριό Τζούλφα και οι Οθωμανοί στο Ναχοβάν [Ναχιτζεβάν]. Από εκεί και πέρα, οι Πέρσες δεν επέτρεπαν στους ανθρώπους να σταματούν, ούτε για μια ώρα: τους έσπρωχναν, τους πίεζαν να βιαστούν, προκαλούσαν τον θάνατο κάποιων από αυτούς από χτυπήματα με ραβδιά, έκοβαν τα αυτιά ή τις μύτες άλλων, έκοβαν κεφάλια και τα κολλούσαν σε στύλους. Αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο έκοψαν τα κεφάλια του Ιωάντζαν, αδελφού του καθολικού Αρακέλ, και ενός άλλου άνδρα και τα κόλλησαν σε στύλο δίπλα στον ποταμό Αράξη. Σκοπός αυτών των βασανιστηρίων, και ακόμη χειρότερων που επιβάλλονταν στον πληθυσμό, ήταν να τους αναγκάσουν από υπερβολικό τρόμο να βιαστούν και να διασχίσουν τον ποταμό. Το πονηρό περσικό έθνος βασάνιζε τους ανθρώπους με αυτόν τον τρόπο, με τον φόβο ότι οι Οθωμανοί προέλαυναν πίσω τους. Έβλεπαν το στρατόπεδο του λαού, γεμάτο μέχρι ξεχείλισμα —με τους δικούς τους ανθρώπους, επίσης πολύ πολυάριθμους— και καταλάβαιναν ότι θα χρειάζονταν πολλές ημέρες για να διασχίσουν το ποτάμι. Φοβούνταν μήπως οι Οθωμανοί εκμεταλλευτούν αυτή την καθυστέρηση και τους ριχτούν ξαφνικά και τους προκαλέσουν καταστροφή, ή μήπως τους πάρουν τον πληθυσμό και τον οδηγήσουν πίσω, κάτι που αργότερα θα τους προκαλούσε σημαντική ζημιά. Γι’ αυτό βασάνιζαν τον κόσμο και τον πίεζαν να βιαστεί να περάσει. Αλλά δεν υπήρχαν αρκετά σκάφη και σχεδίες για ένα τέτοιο πλήθος. Είχαν μεταφερθεί πολλά σκάφη από διάφορα μέρη και είχαν κατασκευαστεί επί τόπου πολλές σχεδίες, αλλά ο λαός και οι Πέρσες σχημάτιζαν τόσο μεγάλο σώμα, που τίποτε δεν αρκούσε. Οι Πέρσες πολεμιστές στους οποίους είχε ανατεθεί η συνοδεία των εκτοπιζόμενων, τους περικύκλωναν και φρόντιζαν να μην ξεφύγει κανένας, έδιναν χτυπήματα με ξύλα, έσπαγαν τα πάντα, έσπρωχναν τους ανθρώπους στο νερό, ξεχειλίζοντας τις [βαθιές] όχθες του, έτσι ώστε τα δεινά και οι κίνδυνοι για τους ανθρώπους να είναι τρομακτικοί.
Το άθλιο πλήθος έβλεπε τον απέραντο ποταμό, τη θάλασσα που επρόκειτο να τους καταπιεί. Στις πλάτες τους, το δολοφονικό σπαθί των Περσών, που δεν άφηνε καμία ελπίδα φυγής. Συναυλία από θλιβερούς θρήνους, πλημμύρες δακρύων που σχημάτιζαν έναν άλλον Αράξη, κλάματα, στεναγμοί, λυγμοί, ουρλιαχτά θλίψης, υβρεολόγια, τρομακτικά κλάματα, παρακλήσεις και κραυγές αναμιγνύονταν. Ούτε έλεος ούτε μέσα σωτηρίας εμφανιζόταν από κανένα σημείο.
Εδώ ο λαός μας θα χρειαζόταν τον Μωυσή των αρχαίων χρόνων και τον μαθητή του, τον Ιησού του Ναυή, για να απελευθερώσει τον Ισραήλ από τα χέρια ενός άλλου Φαραώ, για να ηρεμήσει τα κύματα και το φούσκωμα ενός μεγάλου, πλατύ ποταμού. Αλλά δεν τους είχαν, γιατί το πλήθος των εγκλημάτων μας είχε κλείσει τις πύλες του ελέους του δίκαιου Θεού.
Οι σκληροί Πέρσες στρατιώτες, συνοδεύοντας το πλήθος, γέμιζαν το ποτάμι με αυτό, και οι ίδιοι μέσα στα νερά προκαλούσαν διπλάσιες κραυγές και θρήνους, που ξεκολλούσαν από το στήθος τους λόγω του κινδύνου. Κάποιοι κολλούσαν στις σανίδες των σκαφών ή ακόμη και στις σχεδίες, άλλοι άρπαζαν τις ουρές αλόγων, βοδιών και βουβαλιών, ενώ άλλοι κολυμπούσαν απέναντι. Όσοι δεν ήξεραν κολύμπι, οι αδύναμοι, γέροι άνδρες και γυναίκες, παιδιά, νεαρά κορίτσια και αγόρια, κάλυπταν την επιφάνεια του νερού που τους παρέσυρε σαν φθινοπωρινές τούφες από καλάμια. Ο ποταμός εξαφανιζόταν κάτω από ανθρώπους που μεταφέρονταν από το ρεύμα. Μερικοί κατάφερναν να περάσουν απέναντι, πολλοί πνίγονταν εκεί και συναντούσαν τον θάνατό τους.
Κάποιοι Πέρσες ιππείς, που είχαν γεροδεμένα άλογα ή ήταν προικισμένοι οι ίδιοι με δύναμη, πήγαιναν ανάμεσα στους χριστιανούς, παρατηρούσαν τα κορίτσια και τα αγόρια και αν κάποιο από αυτά τους ευχαριστούσε —γυναίκα, αγόρι ή κορίτσι— εξαπατούσαν τον κύριό τους [τον πατέρα ή συγγενή τους] λέγοντάς του: «Δώσε τους σε μένα, θα τους πάω στην άλλη πλευρά». Αφού διέσχιζαν το ποτάμι, αντί να τα ακουμπήσουν στο έδαφος, τα έπαιρναν για να κάνουν το κέφι τους. Άλλοι τα έφερναν κολυμπώντας, άλλοι τα έπαιρναν μακριά, σκότωναν τον κύριο και τα συνόδευαν. Άλλοι έφευγαν, ρίχνοντας τα παιδιά στον δρόμο και εγκαταλείποντάς τα. Οι κύριοι διέφευγαν οι ίδιοι, αφήνοντας τους άρρωστους, εξαιτίας των αφόρητων κινδύνων και κόπων στους οποίους ήσαν εκτεθειμένοι. Με μια λέξη, λέω ότι το έθνος μας ήταν θύμα μιας τέτοιας δυστυχίας και αφόρητης αναστάτωσης και βασανισμού, που είμαι ανίκανος να εξιστορήσω τις λεπτομέρειες της θανάσιμης δυσκολίας που έπληξε το αρμενικό έθνος, το οποίο συντρίφτηκε από τέτοιες συμφορές. […] Τελικά συνέβη να διασχίσει όλο το πλήθος τον ποταμό και μαζί τους ο περσικός στρατός. Ο εμίρης Γκούνα, ο μέχρι τότε αρχηγός τους, έλαβε εντολή από τον Σαχ Αμπάς να ενταχθεί στον στρατό του, αφήνοντας τον Χαλιφαλού Ελίας Σουλτάν, να οδηγεί το πλήθος, με εντολές να οδηγούν αυτούς τους ανθρώπους με αναγκαστικές πορείες, να τους απομακρύνουν από τον Οθωμανούς και να τους βάλουν σε περσικό έδαφος. Όσο για τον σάχη, προχώρησε κατευθείαν στην Ταυρίζ [Ταμπρίζ] με τα στρατεύματά του, ακολουθώντας τον βασιλικό δρόμο ή ντασάντεχ, αλλά το πλήθος δεν ακολούθησε τον δρόμο που πήγαινε κατευθείαν στην πόλη, φοβούμενο ότι, βαδίζοντας πίσω από τον βασιλιά, θα χωριζόταν από εκείνον και θα το απομάκρυναν οι Οθωμανοί. Είχε, λοιπόν, δώσει εντολή στον Ελίας Σουλτάν να τους οδηγήσει από κυκλικές διαδρομές, σε μέρη που ήταν δύσκολο να προσεγγιστούν, όπου οι Οθωμανοί δεν θα μπορούσαν να τους ακολουθήσουν. Ο Ελίας χάραζε την πορεία του πλήθους και τους οδηγούσε μέσα από κοιλάδες απ’ όπου περνούσε ο Αράξης, μέσα από ορεινά φαράγγια, δύσκολα τόσο στην είσοδο όσο και στο κατέβασμα, καθώς και μέσα από μικρές κοιλάδες και στενά μέρη. Διέσχιζαν ορεινά φαράγγια και κινούνταν από το ένα δύσκολο σημείο στο άλλο με πόνους και βάσανα […].

Αρμενική Βίβλος. Ζωγράφος: Χατσαντούρ. Νέα Τζούλφα (1620)
Ms. αρ. 428, σελ. 443a, Συλλογή Γκιουλμπενκιάν,
Βιβλιοθήκη Χειρογράφων Αγίου Τόρος, Ιερουσαλήμ
Το κυνήγι των φυγάδων
Όταν τελείωσε αυτό το θέμα, ο χαν και τα στρατεύματά του προχώρησαν εναντίον άλλων προσφύγων από την ίδια περιοχή Γκάρχνι-Ζουρ. Aυτούς που κατόρθωναν να σταματήσουν, τους λεηλατούσαν και τους έσφαζαν ή τους έπαιρναν μαζί τους. Πηγαινοερχόμενοι έφτασαν στη μεγάλη κοιλάδα που ονομάζεται Κουρχουντάρα. Παρόλο που υπήρχαν πολλά σπήλαια και οχυρωμένα μέρη σε αυτή την κοιλάδα όπου κρύβονταν οι χριστιανοί, τα παραμέλησαν υπέρ της περίφημης σπηλιάς του Ιαχς-Χαν όπου είχαν συγκεντρωθεί χίλιοι χριστιανοί, άνδρες και γυναίκες, τους οποίους είχε προσελκύσει η ισχυρή θέση της και οι οποίοι φρουρούσαν προσεκτικά τις προσεγγίσεις της. Οι Πέρσες στρατιώτες τους είχαν επιτεθεί μάταια για μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά δεν πετύχαιναν κανένα αποτέλεσμα από κάτω, γιατί ήταν πολύ υψηλή θέση. Η διαβολική τους φαντασία τους παρουσίασε μια άλλη μέθοδο. Ένα απόσπασμα διακοσίων ανδρών εγκατέλειψε την κοιλάδα και σκαρφάλωσε στους βράχους, όπου οι πέτρες σχημάτιζαν βαθμίδες μέχρι την κορυφή. Αφού στερεώθηκαν μεταξύ τους με μακριά σχοινιά, κατέβηκαν, ο ένας μετά τον άλλο, από το ένα επίπεδο στο άλλο, και με αυτόν τον τρόπο έφτασαν στο επίπεδο των κορυφών όπου βρισκόταν η σπηλιά. Εκεί έντυσαν τέσσερις άνδρες τους με σιδερένιους θώρακες, καλύπτοντάς τους από την κορυφή μέχρι τα νύχια, στους οποίους ήσαν προσαρτημένα τέσσερα ή πέντε σπαθιά. Κάθε άνδρας είχε ένα γυμνό σπαθί στο χέρι του και τέσσερα ή πέντε σχοινιά γύρω από το σώμα του, έτσι ώστε αν κοβόταν ένα, να τον κρατούσαν τα άλλα. Κρεμούσαν αυτούς τους ανθρώπους από ιλιγγιώδες ύψος, μέχρι να φτάσουν στη σπηλιά. Όταν έφταναν στο κέντρο του κρησφύγετου, άρχιζαν να χτυπούν με τα σπαθιά τους άνδρες και γυναίκες ανελέητα, σαν λύκοι που είχαν μπει σε μαντρί και κομμάτιαζαν πρόβατα. Βλέποντας τα περσικά ξίφη να πέφτουν πάνω τους για να τους σφάξουν, οι εξαθλιωμένοι χριστιανοί έβγαζαν μεγάλη κραυγή θλίψης. Υπήρχαν λυγμοί, θρήνοι, δάκρυα και στεναγμοί που έβγαιναν από αυτούς με θανάσιμη φρίκη. Στριφογύριζαν, ανησυχούσαν, έσπρωχναν ο ένας τον άλλον σε σύγχυση, πήγαιναν πέρα-δώθε σαν κύματα φουρτουνιασμένης θάλασσας, αναζητώντας ασφάλεια εκεί όπου δεν υπήρχε διέξοδος. Ακούγοντας τις κραυγές και καταλαβαίνοντας τι είχε συμβεί, οι άνθρωποι που φρουρούσαν τα μονοπάτια που οδηγούσαν στο σπήλαιο εγκατέλειψαν τις θέσεις τους από ανησυχία για τους συντρόφους τους και μπήκαν μέσα για να τους βοηθήσουν. Όταν είδαν τους φρουρούς να φτάνουν έξω, οι Πέρσες μπήκαν εντελώς μέσα στη σπηλιά και έπεσαν με τα ξίφη τους στους χριστιανούς.
Από την είσοδο μέχρι την πιο μακρινή γωνιά του κρησφύγετου ήταν σαν κομμένο γρασίδι, όλοι σφαγμένοι και πεσμένοι κάτω. Άνδρες, γριές γυναίκες και όσοι δεν τους άρεσαν, σκοτώθηκαν και στο δάπεδο της σπηλιάς έτρεχε αίμα χριστιανών που κοκκίνιζε όλες τις πέτρες. Τραβούσαν το παιδί από το στήθος της μητέρας του και το πέταγαν κάτω. Μερικές γυναίκες, νέοι άνδρες και νεαρά κορίτσια, που γλίτωσαν από τη σφαγή, βλέποντας να παραδίδονται στα χέρια αυτών των άγριων, απάνθρωπων κτηνών που θα τους οδηγούσαν σε αιχμαλωσία, θα τους βασάνιζαν και θα κηλίδωναν την αγνότητά τους, προτίμησαν τον θάνατο από μια σύντομη και φευγαλέα ζωή γεμάτη έγκλημα και δεινά. Πολλοί από αυτούς κάλυπταν τα κεφάλια τους με πέπλα ή με τις εσθήτες τους και ρίχνονταν από την κορυφή της σπηλιάς στην άβυσσο και έτσι συναντούσαν τον θάνατό τους. Υπήρχε όμως ένα πυκνό δάσος στην κοιλάδα. Μερικοί από εκείνους που ρίχνονταν από τη σπηλιά πιάνονταν στα κλαδιά των δένδρων που έφεραν το βάρος τους. Τα κλαδιά περνούσαν από το στομάχι τους και έβγαιναν από την πλάτη μερικών από αυτούς. Έφταναν στις καρδιές και έσκιζαν τους ώμους άλλων, και ο θάνατός τους ήταν ακόμη πιο σκληρός και οδυνηρός. Τέλος, όσοι παρέμειναν λεηλατήθηκαν και ληστεύτηκαν και η πλούσια λεία μοιράστηκε μεταξύ των Περσών στρατιωτών, οι οποίοι τους άρπαξαν και τους πήγαν στο κύριο στρατόπεδο.
Έτσι η απέλαση στην Περσία δεν επεκτάθηκε σε μία ή δύο περιοχές αλλά σε μεγάλο αριθμό, από το Ναχιτζεβάν μέχρι το Εγεγκατζόρ, στα σύνορα του Γκέγαμ, και στο Λόρε, το Χαμζατσιμάρ και το Απαράν. Στο Τσαράπ-Χαν και το Τσιρακαβάν. Στο Ζαρισάτ και σε μέρος των χωριών του Καρς [κοντά στην Ανί]. Σε ολόκληρη την κοιλάδα Γκαγζβάν, σε όλη την επικράτεια του Αλασκέρτ, στο χωριό Μακόν και στη γη του Αγμπάκ. Στο Σαλαμάστ και τη Χόϋ, στο Ούρμι, σε όλους τους ξένους και περαστικούς ανθρώπους, που είχαν μείνει στην Ταμπρίζ και τα χωριά της. Σε ολόκληρη την πεδιάδα της Αραράτ και την πόλη του Ερεβάν. Στα εδάφη του Κερχ-Μπουλάκ και του Τζαγκνότς-Ντζορ, στο Γκάρνι-Ντζορ και το Ούρτζνα-Ντζορ και νωρίτερα στις περιοχές Κάριν, Μπάσεν, Χνους [Χουνούς] και Μαναζκέρτ, Άρτζκε, Άρτζες, Μπέρκρι και Βαν, όπου οι κάτοικοι είχαν συρθεί στο Ερεβάν σε αιχμαλωσία και μεταφερθεί πιο μακριά.
Όλες αυτές οι περιοχές της όμορφης γης της Αρμενίας, με τις εξαρτήσεις τους, όπου ο πληθυσμός είχε μεταφερθεί βίαια στην Περσία με εντολή του σάχη, λεηλατήθηκαν και ερημώθηκαν.
Πολλά ερημωμένα χωριά και μεγάλες πόλεις-αγορές εξακολουθούν να φαίνονται ακόμη και σήμερα στο πλούσιο και γόνιμο έδαφός τους, στα χωράφια και τους κήπους τους. [σελ. 287-95]
Αφού κατέστρεψαν την περιοχή της Αραράτ, οι Τζελαλή προχώρησαν στο Γαρκούνικ και λεηλάτησαν τα χωριά του (1605).
Επιπλέον, συνέλαβαν γυναίκες και παιδιά και τα πήραν μαζί τους σε αιχμαλωσία, προκειμένου να εξαναγκάσουν τους κυρίους τους να τα εξαγοράσουν με χρυσό και ασήμι. Αφού έκαναν τα πάντα σε βαθμό κορεσμού, έβαλαν τις αιχμάλωτες γυναίκες και τα παιδιά να βαδίσουν, φόρτωσαν τα υποζύγια και τα βόδια, χρησιμοποιώντας τους φρουρούς που είχαν πέσει στα χέρια τους, και στη συνέχεια πήραν στον δρόμο μαζί τους τα πολλά κοπάδια προβάτων, τις προμήθειες και τις αγέλες αλόγων. Καθώς αυτή η εκστρατεία γινόταν τον χειμώνα —και η ψυχρή περίοδος εκείνη τη χρονιά ήταν σκληρή, το χιόνι βαρύ— δεν είχαν πορευτεί για δύο ημέρες, όταν τα εξαντλημένα ζώα έπεφταν στον δρόμο. Χώρισαν τα φορτία όσων δεν μπορούσαν να συνεχίσουν και τα μοίρασαν σε αιχμάλωτες γυναίκες και παιδιά. Με αυτόν τον τρόπο, πέρασαν το βουνό και έφτασαν στο χωριό Κάρμπι. Πόσα βάσανα υπέστησαν οι άθλιοι άνθρωποι που απασχολήθηκαν σε αυτό το έργο! Μερικοί από αυτούς έχασαν χέρια, πόδια και αυτιά από τον παγετό που ξέραινε τη σάρκα τους. Σε άλλους το παγωμένο αεράκι έκοβε την ανάσα και έπεφταν στον δρόμο και εξέπνεαν. Αυτοί πέθαναν στο ταξίδι. Οι επιζώντες οδηγήθηκαν στο Κάρμπι. Άλλοι πωλήθηκαν για ασήμι, άλλοι διατηρήθηκαν ως σκλάβοι για να υπηρετούν τους Τζελαλή, οι οποίοι ξεκουράζονταν μέχρι την άνοιξη. [σελ. 309-10]
Αρακέλ της Ταμπρίζ

Το ειδύλλιο του Αλεξάνδρου (1536)
Ζωγράφος: Κρικόνις του Αγταμάρ
Ms. αρ. 473, φυλ. 17, Συλλογή Γκιουλμπενκιάν,
Βιβλιοθήκη Χειρογράφων Αγίου Τόρος, Ιερουσαλήμ
Αλλαγή θρησκεύματος των Εβραίων της Περσίας (1657-1661) υπό τον Σαχ Αμπάς Β’
Αφού απομάκρυναν το αρμενικό έθνος από την καρδιά του Ισφαχάν, σχεδίαζαν να εξαλείψουν και τους Εβραίους από εκεί. Την εποχή του Σαχ Αμπάς Β’, το αρμενικό έτος 1106 <Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 1657>, μια Παρασκευή, παραμονή Σαββάτου, προς το βράδυ, ο ίδιος εχτίμ αλ-ντάουλα [υπουργός] Μεχμέτ Μπεγκ, ο οποίος είχε εκδιώξει τους Αρμένιους από την καρδιά του Ισφαχάν, ήθελε να κάνει το ίδιο πράγμα με τους Εβραίους. Επέλεξε στρατιώτες και τους έστειλε εναντίον των Εβραίων ή Γιεχούντ [Ιουδαίων]: «Όλοι εσείς οι Εβραίοι πρέπει να φύγετε από το κέντρο της πόλης [του Ισφαχάν] και να εγκατασταθείτε έξω, σε ένα από τα περίχωρα. Καθώς είστε μη μουσουλμάνοι και ακάθαρτη φυλή, φύγετε από την πόλη και μείνετε έξω, όπως διατάζει ο μονάρχης».39
«Αφού αυτή είναι η εντολή του μονάρχη για εμάς», είπαν οι Εβραίοι σε τόνους ικεσίας, «η εντολή του είναι στο μυαλό μας και θα την εκτελέσουμε πλήρως. Ζητάμε μόνο να μας δώσετε λίγων ημερών χάρη, για να μπορέσουμε να φύγουμε με τους γιους και τις κόρες μας, με τα υπάρχοντά μας και τα πράγματά μας. Επιπλέον, βλέπετε ότι σήμερα πέρασε η ώρα, ότι έχουμε πολλούς ασθενείς και ανάπηρους, γέρους και μικρά παιδιά, που δεν μπορούν να φύγουν τη νύχτα. Σας ζητάμε λοιπόν χάρη τριών ημερών».
Όμως οι στρατιώτες που είχαν ήδη φτάσει, δεν τους επέτρεψαν να περιμένουν μέχρι την επομένη και επέμεναν να φύγουν με τη μεγαλύτερη βιασύνη το ίδιο βράδυ, όπως ήταν η διαταγή του εχτίμ αλ-ντάουλα, που δεν τους επέτρεπε να περιμένουν μέχρι το πρωί και τους πρόσταζε να φύγουν [οι Εβραίοι] αμέσως, αυτοί και οι οικογένειές τους. Γιατί αν έστω και ένας από αυτούς παρέμενε την επόμενη μέρα, το ραβδί, η φυλακή και τα βασανιστήρια θα τιμωρούσαν τους ανυπότακτους που παρέμεναν σε περιφρόνηση της εντολής του εχτίμ αλ-ντάουλα.
Ο υπουργός [εχτίμ αλ-ντάουλα] ενεργούσε με αυτόν τον τρόπο απέναντι στους Εβραίους, προκειμένου να τους αναγκάσει να διαπράξουν το έγκλημα της παραβίασης της αργίας του Σαββάτου, την οποία τηρούν χωρίς να κάνουν τίποτε.
Οι στρατιώτες του εχτίμ αλ-ντάουλα ήρθαν για να τους διώξουν με χτυπήματα και κακομεταχείριση, τους ανάγκαζαν να εγκαταλείψουν τις κατοικίες τους με ξίφος και ξύλο, σπρώχνοντάς τους βάναυσα, διασκορπίζοντας τα υπάρχοντά τους και σπάζοντας τις πόρτες τους. Όσο για τους Εβραίους, φώναζαν, θρηνολογούσαν, έκλαιγαν και θρηνούσαν, κρατώντας καθένας από το χέρι τον γιο ή την κόρη του, σέρνοντας τα κρεβάτια και τα ρούχα του στο έδαφος, φεύγοντας αργά, πηγαίνοντας από πόρτα σε πόρτα σε δρόμους και πλατείες, χωρίς να τους λυπηθεί κανένας μωαμεθανός.
Αφού έφυγαν από την πόλη και έφτασαν στην περιοχή Τζούγα και Γκαουραμπάντ, δεν κατάφεραν να σταματήσουν εκεί, επειδή ήρθαν αρκετοί στρατιώτες και, ισχυριζόμενοι ότι είχαν εντολή από τον εχτίμ αλ-ντάουλα, πρόσταξαν τους ανθρώπους του Τζούγα και Γκαουραμπάντ να μην τους δώσουν άσυλο και όλοι ξεκουράζονταν στην ύπαιθρο. Δεδομένου ότι δεν ήσαν καλυμμένοι και καθώς υπήρχαν ανάμεσά τους πολλοί φτωχοί και από τα δύο φύλα, το κρύο του φθινοπώρου και των αρχών του χειμώνα προκαλούσε μεγάλη ταλαιπωρία. [Υπήρχαν ανάμεσά τους πολλές γυναίκες που θήλαζαν τα μωρά τους, μερικές από τις οποίες ήσαν έγκυες και είχαν βαριά πόδια. Υπήρχαν νεαρά κορίτσια και όμορφα αγόρια, προς τα οποία ήταν στραμμένο το πάθος των ακάθαρτων, λάγνων και μοιχών από το περσικό έθνος, που έλεγαν άσχημα, βρώμικα και πονηρά πράγματα, προκαλώντας τους μεγάλη ντροπή.]40 Επίσης άλλοι μωαμεθανοί που βρέθηκαν στον δρόμο τους, τους αντιμετώπιζαν με περιφρόνηση και αηδία, τους χτυπούσαν και έριχναν πολλές προσβολές σε αυτούς τους άθλιους ανθρώπους.
Ύστερα από αυτό ο εχτίμ αλ-ντάουλα, βλέποντας ότι δεν υπήρχε τρόπος να τους οδηγήσει να γίνουν μουσουλμάνοι με τη θέλησή τους, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει βία για αυτόν τον σκοπό. Διέταξε κάθε μουσουλμάνο και ιδιαίτερα στρατιώτες, όπου έβρισκαν έναν Εβραίο, να τον πιάνουν και να τον φέρνουν στην πόρτα του. Ως αποτέλεσμα, μόλις ένας μουσουλμάνος έπιανε Εβραίο, συμπεριφερόταν με αυτόν τον τρόπο. Ο υπουργός μιλούσε πρώτα στον Εβραίο με γλυκό τόνο: «Ελάτε, καλοί άνθρωποι, αφήστε τη μάταιη θρησκεία σας, αναγνωρίστε τον Θεό που δημιούργησε τους ουρανούς και τη γη και ας γίνουμε αδελφοί».
Οι Εβραίοι απαντούσαν: «Γνωρίζουμε τον Θεό, τον δημιουργό του ουρανού και της γης, τον υπηρετούμε, αλλά δεν επιθυμούμε αδελφοσύνη μαζί σας και δεν θα ομολογήσουμε τη θρησκεία σας. Η δική μας είναι αληθινή, που δόθηκε από τον Θεό, με τη μεσολάβηση του Προφήτη Μωυσή, τον οποίο εσείς οι ίδιοι αναγνωρίζετε».
«Αγκαλιάζοντας τη θρησκεία μας», απαντούσε ο εχτίμ αλ-ντάουλα, «θα είστε οι αγαπημένοι μας αδελφοί. Επιπλέον, θα σωρεύσουμε πάνω σας πλούσια δώρα και διακεκριμένες τιμές». […]
Ύστερα από διαβούλευση, οι Εβραίοι υπέβαλαν στον εχτίμ αλ-ντάουλα ένα αίτημα, για να έχουν μέρος να ζουν: «Όπως», είπαν, «διώχνοντας τους Αρμένιους από το κέντρο της πόλης, τους έδωσες ένα μέρος να ζουν αλλού, κάνε το ίδιο για εμάς, σε οποιοδήποτε μέρος στα περίχωρα της πόλης, όπου σιγά-σιγά θα χτίσουμε σπίτια. Αυτή θα είναι η μόνιμη κατοικία μας, έχοντας εγκαταλείψει την πόλη».
Όμως ο εχτίμ αλ-ντάουλα, ύστερα από διαβούλευση με τους άλλους Πέρσες άρχοντες, όρισε ένα μέρος, μακριά από την πόλη, που ονομαζόταν Γκοζαλντάμπα, κοντά στο Μουθαλλάθ-Ιμάμ, εντελώς ακατάλληλο μέρος και χωρίς πόρους, πρώτον επειδή ήταν μακριά από την πόλη, ύστερα επειδή το νερό ήταν τόσο σπάνιο εκεί, που αν κάποιος ήθελε να το φέρει από μακριά, δεν θα έφτανε εκεί λόγω της απόστασης. Αν σκαβόταν πηγάδι, δεν έβγαινε νερό από εκείνο το λοφώδες και πετρώδες έδαφος, που είχε επιλεγεί ακριβώς για να κάνει τους Εβραίους που θα ζούσαν εκεί να υποφέρουν και να τους οδηγήσει στα άκρα. Επομένως δεν μπορούσαν να πάνε εκεί και παρέμεναν απομονωμένοι έξω, στην ύπαιθρο.
Ύστερα από αυτό, ο εχτίμ αλ-ντάουλα αποφάσισε να αυξήσει σταδιακά τα βάσανα των Εβραίων. Από αμνημονεύτων χρόνων υπήρχε ένα μέρος στα περίχωρα της πόλης, μακριά από κάθε κατοικούμενο σπίτι, μέρος που περιβαλλόταν από ψηλό τείχος με μια πόρτα προς το εσωτερικό, στο οποίο δεν υπήρχε ούτε ένα κτίριο, μόνο το τείχος που αποτελούσε τον περίβολο.
Διέταξε να αναθέσουν κάθε ζευγάρι Εβραίων σε έναν Πέρση στρατιώτη, για να τους βασανίζει. Να συλλάμβαναν όλους τους Εβραίους που εύρισκαν και να τους οδηγούσαν στο περίφραγμα με αλυσίδες. Να ράντιζαν νερό σε όλη την επιφάνεια του εδάφους και να τους κάθιζαν εκεί χωρίς ρούχα. Καθώς ήταν η εποχή της κρύας φθινοπωρινής περιόδου <το 1658>, το νερό δεν ήταν μόνο δροσερό αλλά παγωμένο. Οι Εβραίοι κάθισαν εκεί [και οι Πέρσες στρατιώτες τους χτυπούσαν] για τρεις ημέρες και τρεις νύχτες, ενώ οι Εβραίοι έμεναν εκεί με άδειο στομάχι και χωρίς φαγητό, γιατί κανένας δεν τους έδινε τίποτε, ενώ το ψωμί που τους έφερναν οι συμπατριώτες τους που έμεναν έξω και το πετούσαν πάνω από τα τείχη στο περίφραγμα, το έπαιρναν οι στρατιώτες και το έτρωγαν οι ίδιοι. Ύστερα από αυτό, ο εχτίμ αλ-ντάουλα τους πήρε από εκεί και τους έριξε στη φυλακή.
Στη συνέχεια έκανε [ο εχτίμ αλ-ντάουλα] αυτή την ερώτηση στον σαντρ, τον επικεφαλής της περσικής θρησκείας: «Τι πρέπει να γίνει, αν αυτοί οι άνθρωποι δεν συμφωνούν να αγκαλιάσουν την πίστη μας; Να τους μετατρέψουμε με τη βία ή όχι;». «Ο νόμος μας», απάντησε ο σαντρ, «δεν επιτρέπει τη μετατροπή με βία». «Τότε τι πρέπει να γίνει;» επανέλαβε ο υπουργός. «Αυτό δεν έχει να κάνει με μένα», είπε ο σαντρ. «Είναι δική σου δουλειά».
Έχοντας βάλει τους Εβραίους να έρθουν ενώπιόν του, ο εχτίμ αλ-ντάουλα τους προέτρεψε να υποταχθούν και να αγκαλιάσουν την πίστη του Μωάμεθ: «Όποιος το κάνει αυτό», πρόσθεσε, «θα λάβει δύο τουμάν από μένα, θα απαλλαγεί από τα βάσανα και θα κάθεται ειρηνικά στο σπίτι του. Αυτός που θα αναγνωρίσει πρώτος την πίστη μας θα έχει εξουσία ως ηγέτης». […]
[Ένας από αυτούς, ο Οβαντία, απαρνήθηκε τον Ιουδαϊσμό και συμβούλευε τους Πέρσες.] Μέσω της συμβουλής του, ο Χαχάμ [ραβίνος], που ονομαζόταν Σαΐντ, αναζητήθηκε εσπευσμένα και όταν βρέθηκε, οδηγήθηκε στον εχτίμ αλ-ντάουλα που του είπε: «Υπόκυψε τη συμβουλή μου, εκτέλεσε τη βασιλική εντολή. Έλα και αγκάλιασε τη μουσουλμανική πίστη και θα σωριάσω πάνω σου δώρα και οφέλη». Αντί να συναινέσει, ο Χαχάμ απάντησε με άρνηση. Οι ευγενείς μιλούσαν μάταια, παρέμενε σταθερός και ζήτησε μόνο να επιστρέψει στο σπίτι του. Όταν τον άφησαν οι ευγενείς να φύγει, ο αποστάτης Οβαντία, που βρισκόταν εκεί εκείνη την ώρα, τους προέτρεψε να τον κρατήσουν και να τον έχουν κοντά τους, κάτι που αποφάσισαν να κάνουν. Την επόμενη μέρα τον κάλεσαν πίσω στο ντιβάν [αίθουσα συμβουλίων] και τον παρότρυναν πάλι να ασπαστεί τη μουσουλμανική πίστη. Αλλά αρνήθηκε κι αυτή τη φορά. Ο ίδιος ελιγμός επαναλήφθηκε την τρίτη ημέρα με το ίδιο αποτέλεσμα. Τελικά την επόμενη μέρα, ύστερα από πολλά λόγια και υποσχέσεις, εκφωνήθηκε η ποινή του Χαχάμ: «Αν δεν υιοθετήσει τη μουσουλμανική πίστη, το στομάχι του θα ανοιχτεί και θα περάσει μέσα από την πόλη δεμένος σε καμήλα. Η περιουσία του και η οικογένειά του θα παραχωρηθούν σε λεηλασία». Αφού εκφωνήθηκε η ποινή, έφεραν μια καμήλα, στην οποία τον κάθισαν, ήρθαν οι δήμιοι και του γύμνωσαν το στομάχι, στη συνέχεια τον χτυπούσαν με γυμνό σπαθί, λέγοντας ότι είτε θα αποστατήσει είτε το στομάχι του θα ανοιχτεί. Ο φόβος του θανάτου, καθώς και η αγάπη για τους κοντινούς του ανθρώπους, τον οδήγησαν στην αποδυνάμωση και αναγκάστηκε να εκφράσει την πίστη του στο μουσουλμανικό δόγμα και ενσωματώθηκε στη θρησκεία του Μωάμεθ, πράγμα που προκάλεσε ανείπωτη χαρά στους Πέρσες.
Αφού μετέτρεψαν τον Χαχάμ στη θρησκεία τους, έβαζαν Εβραίους να έρχονται στο ντιβάνι, έναν ή δύο μαζί, και τους έλεγαν: «Τι λόγο έχετε να επιμένετε στην αντίστασή σας, όταν ο Χαχάμ έχει κάνει την ομολογία του [της πίστης];» Καθώς αυτοί οι άνθρωποι παρέμεναν σταθεροί, οι ευγενείς τους έβαζαν να οδηγηθούν πίσω στη φυλακή από στρατιώτες. Τους έβγαζαν, τους οδηγούσαν και τους πήγαιναν πίσω πολλές φορές, και στον δρόμο οι στρατιώτες, οι σκλάβοι και οι υπηρέτες των ευγενών που ήσαν παρόντες, τους έβριζαν, τους κακομεταχειρίζονταν, τους χτυπούσαν, τους χαστούκιζαν τα πρόσωπα, τους πέταγαν στο έδαφος και τους σήκωναν τραβώντας, ύστερα τους έφερναν ενώπιον του εχτίμ αλ-ντάουλα και των ευγενών, και προσπαθούσαν να αποσπάσουν από αυτούς την αποδοχή της μουσουλμανικής πίστης. Αν οι Εβραίοι, θέλοντας και μη, την πρόφεραν από τον φόβο του θανάτου, οι Πέρσες έντυναν αμέσως τους αποστάτες με νέα ρούχα, τους έδιναν δύο τουμάν από το βασιλικό ταμείο και τους επέτρεπαν να επιστρέψουν στο σπίτι τους. Αυτοί που αντιστέκονταν, κρατούνταν στη φυλακή. Ύστερα τους οδηγούσαν ξανά στην αυλή δύο ή τρεις φορές, ακόμη και περισσότερες, και τους παρότρύναν να αποστατήσουν. Με αυτές τις ενέργειες, όλοι οι αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν στη θρησκεία του Μωάμεθ. Σε διάστημα ενός μήνα, τριακόσιοι πενήντα άνδρες έγιναν μουσουλμάνοι.
Από τότε που οι μισοί Εβραίοι υιοθέτησαν τη θρησκεία των Περσών, το έθνος τους έχασε εκείνο που κέρδισαν οι Πέρσες με την υπεροχή τους επάνω τους. Δεν τους επιτρεπόταν καν να υπάρχουν πια, γιατί κάθε μέρα σύρονταν με τη βία ενώπιον του εχτίμ αλ-ντάουλα και εκεί αναγκάζονταν να γίνουν μουσουλμάνοι.
Οι Πέρσες έβαζαν τόση αποφασιστικότητα στη βία τους με στόχο τη μεταστροφή, ώστε όλοι οι Εβραίοι που ζούσαν στο Ισφαχάν και δεν ήσαν πολλοί, τριακόσιες περίπου οικογένειες, να υιοθετήσουν τη θρησκεία του Μωάμεθ.
Ως τελευταίο μέτρο, τους επέβαλαν μουσουλμάνο μουλά, στον οποίο ανέθεσαν να τους διδάσκει τον νόμο του Μωάμεθ, να τους συνοδεύει επιμελώς στον τόπο της προσευχής, να τους κάνει να προσεύχονται στα περσικά, να διδάσκει στα παιδιά περσικά γράμματα και ιστορία. Οι Εβραίοι αναγκάζονταν επίσης να δίνουν τις κόρες τους στους μωαμεθανούς, να παντρεύονται οι ίδιες μουσουλμάνες, να μη σφάζουν ζώα σύμφωνα με το αρχαίο τους τελετουργικό, να αγοράζουν το κρέας τους από τα καταστήματα των μουσουλμάνων κρεοπωλών. Με μια λέξη, υποβάλλονταν σε μια μάζα περσικών εθίμων.
Υπήρχαν όμως Εβραίοι που δεν πήγαιναν στο περσικό τζαμί και απέφευγαν κάθε στενότερη σχέση μαζί τους. Οι οποίοι, αντί να αγοράζουν το κρέας από το κρεοπωλείο, έσφαζαν κρυφά πρόβατο στο σπίτι, ή ακόμη και δεν αγόραζαν κρέας για μέρες συνεχώς. Αν πήγαιναν κατά καιρούς στο κρεοπωλείο των Περσών από φόβο προδοτών για να αγοράσουν κρέας, το μετέφεραν επιδεικτικά και τολμηρά στο σπίτι τους για να το δουν όλοι και, αντί να το φάνε οι ίδιοι, το έδιναν στα σκυλιά και τα έβαζαν να το φάνε. Οι Εβραίοι επιδίδονταν σε πολλές άλλες παρόμοιες πρακτικές, αποδεικνύοντας ότι δεν ήθελαν να απαρνηθούν τον Ιουδαϊσμό. […]
Οι Εβραίοι λοιπόν, δεν εφάρμοζαν τις εντολές του Ισλάμ στις τοπικές συγκεντρώσεις τους, αλλά εκείνες του Ιουδαϊσμού. «Κάθε χρόνο αφήνουμε στην άκρη τους ετήσιους φόρους που χρωστάμε στο βασιλικό ταμείο και τους κεφαλαιοποιούμε στο θησαυροφυλάκιό μας», έλεγαν, «για να μπορέσουμε να τους παραδώσουμε με την πρώτη εισφορά και να προστατευτούμε. Όσο για τα δύο τουμάν που πληρώθηκαν για την αποστασία μας, τα κρατάμε και βγάζουμε ετήσιο τόκο από αυτά, για να δείχνουμε ότι συμφωνούμε με τους Πέρσες και ικανοποιούμε όλες τις απαιτήσεις τους». Αυτή λοιπόν είναι η κατάσταση μεταξύ Περσών και Εβραίων μέχρι τη στιγμή που το γράψαμε αυτό, το δικό μας έτος 1109 <1660> […] Όσο για το μέλλον, ο Θεός το γνωρίζει.
Πρέπει επίσης να γίνει γνωστό ότι την περίοδο που οι Εβραίοι οδηγούνταν, θέλοντας και μη, στην πίστη του Μωάμεθ, ο εχτίμ αλ-ντάουλα έπαιρνε από τον μονάρχη διάταγμα για όλους τους επικεφαλής επαρχιών υπό περσική κυριαρχία, να κάνουν όλους τους Εβραίους και τις κοινότητες σε χωριά και πόλεις, όπου κι αν βρίσκονταν, να εγκαταλείψουν τον Ιουδαϊσμό. Αν υποτάσσονταν με ευγενικό και ευχάριστο τρόπο, τόσο το καλύτερο. Οι ανυπότακτοι έπρεπε να οδηγηθούν με βία και βασανιστήρια να υιοθετήσουν τον νόμο του Μωάμεθ. Μόλις παραλαμβανόταν το βασιλικό διάταγμα σε ένα μέρος, ήταν σαν να μαινόταν φωτιά ανάμεσα σε καλάμια. Οι Εβραίοι συγκεντρώνονταν και πιέζονταν να εκτελέσουν αυτό το υπέρτατο διάταγμα. Δεν υποτάσσονταν όλοι. Μερικοί διέφευγαν με δωροδοκία, με φυγή ή χάρη στην οξυδέρκειά τους. Εκείνοι που παρέμεναν, πιασμένοι απροετοίμαστοι, ακολουθούσαν, θέλοντας και μη, τη μουσουλμανική θρησκεία. Αναλάμβαναν τουλάχιστον να φαίνονται έτσι στα μάτια των Περσών και όχι στην πραγματικότητα, ενώ ασκούσαν κρυφά τους νόμους του Ιουδαϊσμού.
Οι Εβραίοι που διέμεναν σε περσικές πόλεις δεν είχαν άλλη επιλογή από το να φαίνονται ότι συμμορφώνονται με τους νόμους της χώρας. Αυτό συνέβη στο Κασάν, το Κουμ, το Αρνταβέλ, το Ταουρέζ [Ταμπρίζ], το Καζμπίν, το Λαρ, το Σιράζ, το Μπαντερί-ι-Κουμ. Όσοι σώθηκαν με δωροδοκίες, φυγή ή έξυπνα μέσα, έμειναν στο Γκιουλπεκιάν, Χουνσάρ, Μπαντάρ, Σουστάρ, Χαμαντάν, Γεζντ, στο Κιρμάν, Χορασάν, στο Ντουμαβάντ, Ασταρμπάντ, στο Γκιλάν και στα χωριά του Φαχραμπάντ.
Όσο για εκείνους που παρέμειναν στην ίδια την πόλη Φαχραμπάντ, αντιστάθηκαν ανοιχτά στο βασιλικό διάταγμα και δεν συμμορφώθηκαν με την πίστη του Μωάμεθ. Έχοντας μάθει ότι οι Εβραίοι του Ισφαχάν την είχαν υιοθετήσει, ο κυβερνήτης τους, ο ηγεμόνας Μίρζα-Σατγ, ανέλαβε να αναγκάσει τους Εβραίους του προαναφερθέντος χωριού να την υιοθετήσουν επίσης. Πριν λάβουν το βασιλικό διάταγμα, οι Εβραίοι, ανησυχώντας για τις βίαιες ενέργειές του, του είχαν πει απευθείας: «Δεν έχεις την εντολή του κυρίαρχου για αυτό το θέμα. Γιατί μας βασανίζεις;» Αυτά τα λόγια μείωσαν ελαφρώς την αλαζονεία του, αλλά έντονη δυσαρέσκεια παρέμεινε στην καρδιά του και περίμενε υπομονετικά μέχρι να λάβει το αντίγραφο. Ύστερα από αυτό, κάλεσε τους Εβραίους και τους είπε: «Τι έχετε να πείτε; Εδώ είναι το διάταγμα του κυρίαρχου. Υποταχθείτε να το εκτελέσετε και γίνετε μουσουλμάνοι».
Όσο για τους Εβραίους, επέμεναν στην αντίθεσή τους χωρίς να λυγίζουν: «Δεν αναγνωρίζουμε τον νόμο του Μωάμεθ», έλεγαν. «Δεν θα παραιτηθούμε από την πίστη των πατέρων μας. Κάντε μας ό,τι θέλετε».
Ο ηγεμόνας χρησιμοποίησε διάφορα είδη βασανιστηρίων για να τους αναγκάσει. Μερικούς τους κρεμούσαν από στύλο και τους κοβόταν η ανάσα. Άλλοι τους έπνιγαν στο νερό της λίμνης, τους έβγαζαν έξω και τους χτυπούσαν. Επιπλέον, έστειλε στρατιώτες να λεηλατήσουν τα σπίτια τους, να βλάψουν τις γυναίκες τους, πράγματα που αυτοί οι άνθρωποι έκαναν με μανία εναντίον αγοριών και κοριτσιών. Οι Εβραίοι αυτής της χώρας ήσαν πλούσιοι και εύποροι. Πολλοί από αυτούς είχαν καταστήματα [ντούκαν] στην αγορά, όπου έκαναν εμπόριο με εκλεκτά υφάσματα και ασημικά. Ο ηγεμόνας των μουσουλμάνων διέταξε να λεηλατηθούν τα πλούσια καταστήματά τους, κάτι που σύντομα έγινε.
Περισσότεροι από εκατό από τους Εβραίους άνδρες συνελήφθησαν, φορτώθηκαν οι λαιμοί τους με μακριά και βαριά σιδερένια αλυσίδα, την οποία έφεραν ο ένας πίσω από τον άλλο —καθώς υπήρχε μία μόνο αλυσίδα— και σέρνονταν καθημερινά στην πόρτα του ηγεμόνα για να κριθούν. Ύστερα οδηγούνταν πίσω στη φυλακή.
Το ζήτημα κράτησε τρεις ή τέσσερις μήνες. Ακόμη και ο ηγεμόνας αρρώστησε και κουράστηκε από τις εντολές του για βασανιστήρια και πήρε αυθόρμητα αυτή την απόφαση: «Αφού αρνείστε να απαρνηθείτε τον Ιουδαϊσμό, βάλτε ένα σημάδι πάνω σας, που θα κάνει όλους να γνωρίζουν ότι είστε Εβραίοι». Αυτοί οι άνθρωποι δέχτηκαν πρόθυμα ένα τέτοιο σημάδι. […] [Και ο ηγεμόνας, ως προσβολή γι’ αυτούς, διέταξε ότι από τον λαιμό κάθε Εβραίου αρσενικού έπρεπε να κρέμονται, σε ένα σπάγγο, χάλκινα κομμάτια σιδήρου και χαλκού, λαβές από επιτραπέζιες κανάτες νερού και από ποτιστήρια. Με αυτό το διακριτικό σημάδι έπρεπε οι Εβραίοι να περπατούν στους δρόμους, τις πλατείες, τις αγορές και όλα τα άλλα μέρη. Όποιος Εβραίος δεν έφερε αυτό το σημάδι, υποβαλλόταν σε χτυπήματα, φυλακή και πρόστιμα. Αποδεχόμενοι αυτήν την εντολή, οι Εβραίοι φορούσαν πρόθυμα στον λαιμό τους αυτό που ήθελε ο ηγεμόνας (τον σπάγγο με τα αντικείμενα) και έτσι πήγαιναν παντού.]
Οι Εβραίοι θα υφίσταντο ακόμη τόσα βασανιστήρια και προσβολές, που οι ίδιοι οι Πέρσες θα βαριούνταν και θα σταματούσαν εντελώς να τους κυνηγούν. Απαλλαγμένοι με αυτόν τον τρόπο από τα χέρια των Περσών, επέμεναν μέχρι σήμερα στην πίστη των πατέρων τους.41 […] Στον Θεό, που γνωρίζει το μέλλον, δόξα στην αιωνιότητα! Αμήν. [l: 489-96]
Αρακέλ της Ταμπρίζ
Εκτόπιση Αρμενίων από την επαρχία Αραράτ (1735)
Μετά την αναχώρηση του χαν [Ναντίρ Σαχ],42 έμεινα στην Τιφλίδα για τρεις ημέρες. Μάλιστα ο τρομακτικός κυρίαρχος είχε διατάξει να παρθούν τριακόσιες οικογένειες από εκείνη την πόλη, όπως είχε ήδη διατάξει για την Αραράτ, και να αναγκαστούν να μετακινηθούν στο Χορασάν. Ο χαν του Ερεβάν, ο καλαντάρ43 και ο μελίκ44 είχαν ήδη εντολές να καταγράψουν αυτές τις τριακόσιες οικογένειες, να τις βγάλουν, θέλοντας και μη, από τις κατοικίες τους και να τις κάνουν να μεταναστεύσουν. Καταγράφηκε επίσης ένας αντίστοιχος αριθμός οικογενειών από την Τιφλίδα.

Ο Ταμερλάνος παίρνει το φρούριο της Τιφλίδας (1386).
Γεωργιανοί αιχμάλωτοι οδηγούμενοι μακριά με εντολές του σουλτάνου
Χειρόγραφο των Κήπων της αγνότητας (Rawzat al-Safa) του Μιρχβάντ, 6ο μέρος.
Περσικό αντίγραφο χρονολογούμενο στο 1603, supple. persan 151b. fol. 59v. BN
Οι άνθρωποι συγκεντρώθηκαν σε μια εκκλησία και, καθώς πολλοί είχαν μάθει για την αναχώρηση και σύλληψη των δικών τους, έσπευσαν στο μέρος όπου είχα καταλύσει. Ξεσηκώθηκαν κραυγές, κλάματα, φωνές που υψώνονταν προς τον ουρανό. Υπήρχαν δάκρυα, βογγητά, θρήνοι. Σφάδαζαν στο έδαφος, με παρακαλούσαν να ζητήσω από τον χαν να τους ελευθερώσει, να μην τους πάει σε ξένη χώρα. Θλιμμένος από το θέαμα του πόνου του λαού μου, των ανδρών όσο και των γυναικών, και με βαριά καρδιά, ξαναμμένος, χύνοντας δάκρυα αίματος, άρχισα να χτυπάω τις πόρτες των μεγάλων, παρακαλώντας, εκλιπαρώντας, ικετεύοντας να σωθούν από μια τέτοια ατυχία. Δόξα τω Θεώ, ορισμένα επιχειρήματα απάλυναν την καρδιά του Χαν, ο οποίος τους έδωσε συγχώρεση, σε αντάλλαγμα για τρεις χιλιάδες τουμάν και τρεις χιλιάδες φορτία καλαμποκιού, τα οποία συγκέντρωσαν όλοι μαζί και έτσι εξαγοράστηκαν. Όσο για τις τριακόσιες οικογένειες της Αραράτ, αν και μου κόστισε πολύ πικρή αγωνία και κούραση, τίποτε δεν μπορούσε να γίνει. Διέταξε να παραδίδονται δύο βουβάλια ανά σπίτι με έξοδα του ταμείου, προκειμένου να μεταφέρουν ό,τι ήθελαν. Καθένας από εκείνους που παρέμεναν, έπρεπε να δώσει τρία βόδια, τρεις αγελάδες, τρία λίτρα χάλκινα αντικείμενα, τρία χαλιά, τρία λεπ <?> αλεύρι και σιτάρι και ένα τουμάν ασήμι, σε βοήθεια του σπιτιού κάθε πρόσφυγα. (2: 278-79]
Αβραάμ της Κρήτης
Παλαιστίνη
Εβραίοι και χριστιανοί στην Ιερουσαλήμ (1700)
Εμείς [οι Εβραίοι] υποχρεωθήκαμε να δώσουμε μεγάλο χρηματικό ποσό στις μουσουλμανικές αρχές στην Ιερουσαλήμ, για να μας επιτραπεί να χτίσουμε νέα συναγωγή. Παρόλο που η παλιά συναγωγή ήταν μικρή και θέλαμε μόνο να τη διευρύνουμε λίγο, απαγορευόταν, σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο, οποιαδήποτε τροποποίηση […]. Εκτός από τις δαπάνες για δωροδοκίες που προορίζονταν για να κερδίσουμε την εύνοια των μουσουλμάνων, κάθε άνδρας ήταν υποχρεωμένος να πληρώνει ετήσιο κεφαλικό φόρο δύο χρυσών νομισμάτων στον σουλτάνο. Ο πλούσιος δεν ήταν υποχρεωμένος να δίνει περισσότερα, αλλά ο φτωχός δεν μπορούσε να δώσει λιγότερα. Κάθε χρόνο, γενικά κατά τη γιορτή του Περάσματος [Πάσχα], ένας αξιωματούχος από την Κωνσταντινούπολη έφτανε στην Ιερουσαλήμ. Όποιος δεν είχε τα μέσα να πληρώσει τον φόρο ριχνόταν στη φυλακή και η εβραϊκή κοινότητα ήταν υποχρεωμένη να τον εξαγοράσει. Ο αξιωματούχος παρέμενε στην Ιερουσαλήμ για δύο περίπου μήνες και κατά συνέπεια, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι φτωχοί άνθρωποι κρύβονταν όπου μπορούσαν, αλλά αν πιάνονταν, θα εξαγοράζονταν με πόρους της κοινότητας.45 Ο αξιωματούχος έστελνε τους στρατιώτες του σε όλους τους δρόμους για να ελέγχουν τα χαρτιά των περαστικών, επειδή δινόταν πιστοποιητικό σε όσους είχαν ήδη πληρώσει τον φόρο. Αν βρισκόταν κανείς χωρίς το πιστοποιητικό του, έπρεπε να παρουσιαστεί ενώπιον του αξιωματούχου με το απαιτούμενο ποσό, διαφορετικά φυλακιζόταν μέχρι τη στιγμή που θα μπορούσε να ελευθερωθεί με πληρωμή λύτρων. [φύλλα 3a-b]
Οι χριστιανοί είναι επίσης υποχρεωμένοι να πληρώνουν τον κεφαλικό φόρο […] Ωστόσο οι μουσουλμάνοι δεν επιτρέπεται να αποσπούν πληρωμή του φόρου το Σάββατο ή τις Άγιες Ημέρες, και κατά συνέπεια μπορούσαμε να περπατήσουμε στους δρόμους ανενόχλητοι εκείνες τις ημέρες. Όμως, κατά τη διάρκεια της εβδομάδας, οι φτωχοί δεν τολμούσαν να εμφανιστούν έξω. Ομοίως, οι στρατιώτες δεν επιτρέπεται να πραγματοποιούν τους ελέγχους τους για να εισπράττουν τον φόρο από πόρτα σε πόρτα, και πολύ λιγότερο σε οίκους προσευχής. Αλλά, με την κακία τους, οι στρατιώτες πήγαιναν στις συναγωγές, περιμένοντας δίπλα στις πόρτες, ζητώντας το πιστοποιητικό πληρωμής από εκείνους που έβγαιναν […]. Κανένας Εβραίος ή χριστιανός δεν επιτρέπεται να ιππεύει άλογο, αλλά γάιδαρο επιτρέπεται να καβαλάει, γιατί [στα μάτια των μουσουλμάνων] οι χριστιανοί και οι Εβραίοι είναι κατώτερα όντα. [φύλλο 7b]
Οι μουσουλμάνοι δεν επιτρέπουν την είσοδο στην περιοχή του Ναού σε κανένα μέλος άλλης πίστης, εκτός αν αυτός μεταστραφεί στη θρησκεία τους, γιατί ισχυρίζονται ότι κανένα μέλος άλλης θρησκείας δεν είναι αρκετά καθαρό για να εισέλθει σε αυτό το ιερό σημείο. Δεν κουράζονται ποτέ να ισχυρίζονται ότι, παρόλο που ο Θεός είχε αρχικά επιλέξει τον λαό του Ισραήλ, έκτοτε τον εγκατέλειψε λόγω της ανομίας του, για να επιλέξει τους μουσουλμάνους. [φύλλα 8b-9a]
Στη Γη του Ισραήλ, κανένα μέλος οποιασδήποτε άλλης θρησκείας εκτός από το Ισλάμ δεν μπορεί να φορά το πράσινο χρώμα, ακόμη και αν είναι νήμα [από βαμβάκι] σαν αυτό με το οποίο διακοσμούμε τα σάλια προσευχής μας. Αν ένας μουσουλμάνος το αντιληφθεί, αυτό θα μπορούσε να φέρει προβλήματα. Ομοίως, δεν επιτρέπεται η χρήση πράσινου ή λευκού τουρμπανιού. Το Σάββατο όμως φοράμε λευκό τουρμπάνι, στο στέμμα του οποίου τοποθετούμε ένα κομμάτι ύφασμα άλλου χρώματος ως διακριτικό σημείο. [φύλλα 13a-b]
Οι χριστιανοί δεν επιτρέπεται να φορούν τουρμπάνι, αλλά φορούν καπέλο, όπως συνηθίζεται στην Πολωνία. Επιπλέον, ο μουσουλμανικός νόμος απαιτεί από κάθε θρησκευτικό δόγμα να φορά το συγκεκριμένο ένδυμά του, έτσι ώστε κάθε λαός να διακρίνεται από τον άλλο. Αυτή η διάκριση ισχύει και για τα παπούτσια. Πράγματι, οι Εβραίοι φορούν παπούτσια σε σκούρο μπλε χρώμα, ενώ οι χριστιανοί κόκκινα. Κανένας δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει το πράσινο, γιατί αυτό το χρώμα το φοράνε μόνο οι μουσουλμάνοι.46 Οι τελευταίοι είναι πολύ εχθρικοί απέναντι στους Εβραίους και τους προκαλούν ενοχλήσεις στους δρόμους της πόλης. Όμως είναι σπάνιο Τούρκοι ή ακόμη και Άραβες πρόκριτοι να βλάπτουν τους Εβραίους όταν τους περνούν [στον δρόμο], αλλά ο απλός λαός διώκει τους Εβραίους, γιατί απαγορεύεται να υπερασπιστούμε τον εαυτό μας εναντίον των Τούρκων ή των Αράβων. Αν ένας Άραβας χτυπήσει Εβραίο, αυτός [ο Εβραίος] πρέπει να τον εξευμενίσει, αλλά δεν πρέπει να τον επιπλήξει, φοβούμενος ότι μπορεί να τον χτυπήσουν ακόμη περισσότερο, κάτι που αυτοί [οι Άραβες] κάνουν χωρίς τον παραμικρό δισταγμό. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιδρούν οι Ανατολίτες Εβραίοι, γιατί είναι συνηθισμένοι σε αυτή τη μεταχείριση, ενώ οι Ευρωπαίοι Εβραίοι, που δεν έχουν συνηθίσει ακόμη να δέχονται επίθεση από τους Άραβες, τους προσβάλλουν κι αυτοί με τη σειρά τους. […]
Ακόμη και οι χριστιανοί υποβάλλονται σε αυτές τις ενοχλήσεις. Αν ένας Εβραίος προσβάλει μουσουλμάνο, ο τελευταίος του δίνει βάναυσο χτύπημα με το παπούτσι του για να τον ταπεινώσει, χωρίς κανένας να μπορεί να τον εμποδίσει να το κάνει. Οι χριστιανοί πέφτουν θύματα της ίδιας μεταχείρισης και υποφέρουν το ίδιο όπως οι Εβραίοι, μόνο που οι πρώτοι είναι πολύ πλούσιοι λόγω των επιδοτήσεων που λαμβάνουν από το εξωτερικό και χρησιμοποιούν αυτά τα χρήματα για να δωροδοκούν τους Άραβες. Όσο για τους Εβραίους, δεν έχουν πολλά χρήματα για να λαδώσουν τις παλάμες των μουσουλμάνων, και κατά συνέπεια υπόκεινται σε πολύ μεγαλύτερη ταλαιπωρία. [φύλλο 13b]
Γκενταλιά του Σιεμιάτιτσε

Το Δυτικό Τείχος (Δακρύων) του Όρους του Ναού. Ιερουσαλήμ (1870)
Φωτογραφία: Palestine Exploration Fund, Λονδίνο
Αίγυπτος
Κοπτικό Προσκύνημα από την Αίγυπτο στην Ιερουσαλήμ το 1756
Οι Κόπτες χριστιανοί ήθελαν να κάνουν προσκύνημα στην Ιερουσαλήμ. Ο ηγέτης τους, που ήταν τότε ο Νουραούζ, συγγραφέας από το Ριντβάν Κάτχοντα, μετέδωσε αυτό το σχέδιο στον σεΐχη Αμπντάλαχ αλ-Σαμπράουι και του πρόσφερε δώρο χιλίων δηναρίων. Ο σεΐχης του έδωσε τότε έναν φετβά που επέτρεπε σε όσους απολάμβαναν την προστασία των μουσουλμάνων να έχουν πλήρη ελευθερία στη θρησκεία τους και στα προσκυνήματά τους. Όταν πήραν αυτόν τον φετβά στα χέρια τους, οι Κόπτες προχώρησαν σε τεράστιες προετοιμασίες και ξεκίνησαν να φύγουν. Η ακολουθία τους ήταν εντυπωσιακή και επιδεικτική. Κουβαλούσαν μαζί τους τεράστια φορτία αποσκευών, επιχρυσωμένα ξύλινα κιβώτια. Οι γυναίκες και τα παιδιά τους μεταφέρονταν σε φορεία, ενώ δεν ξέχασαν να πάρουν μαζί τους μουσικά όργανα. Περιμένοντας την ώρα της αναχώρησης, έστησαν κατασκήνωση στο Κουμπάτ αλ-Αζάμπ και προσέλαβαν Βεδουΐνους για να τους συνοδεύσουν στο ταξίδι. Τους έδωσαν χρηματικά ποσά, τιμητικούς μανδύες, ρούχα και φιλοδωρήματα.
Τα νέα για αυτό το προσκύνημα σύντομα διαδόθηκαν στην πόλη και αυτή η πράξη θεωρήθηκε κατακριτέα. [2: 114-15]:
[Ένας πρόκριτος κατέκρινε τον σεΐχη αλ-Σαμπράουι για αυτήν:] «Η πράξη που τους έδωσες την άδεια να κάνουν, θα γίνει έθιμο. Το επόμενο έτος θα γίνουν χαλί και στο μέλλον θα μιλούν για το προσκύνημα των χριστιανών, με τον ίδιο τρόπο που μιλούν τώρα για το προσκύνημα των μουσουλμάνων. Σεΐχη Αμπντάλα, άκου καλά τι θα σου πω: θα φέρεις την ευθύνη αυτής της απόφασης μέχρι την Ημέρα της Ανάστασης».
Τότε ο σεΐχης Αμπντάλα σηκώθηκε, γεμάτος οργή. Έφυγε από το σπίτι του Σίντι αλ-Μπάκρι και έδωσε άδεια στους ανθρώπους να πέσουν πάνω στους Κόπτες που έκαναν το προσκύνημα και να τους λεηλατήσουν. Τότε ο όχλος, διογκωμένος από ομάδα μαθητών από το τζαμί Αλ-Αζχάρ, πήγε στην κατασκήνωση των Κοπτών, την οποία λεηλάτησε. Κακομεταχειρίστηκε τους προσκυνητές, που δεν γλίτωσαν ούτε από χτυπήματα από ραβδιά, ούτε από πέτρες. Λεηλάτησε επίσης την κοντινή εκκλησία που βρισκόταν στο Ντεμίρντασι. Οι χριστιανοί υπέστησαν πολύ άσχημη μεταχείριση με αφορμή αυτό το προσκύνημα και δεν μπορούσαν να εκδικηθούν για τις προσβολές που υπέφεραν. Τα τεράστια έξοδα που είχαν αναλάβει, πήγαν χαμένα. [2: 115-16]
Αλ Τζαμπάρτι
Γνώμη ενός Αιγύπτιου νομικού του 18ου αιώνα
Όπως λέει ο Μπαντρ47 στο αλ-Ντουράρ αλ-Ναφάις, παραθέτοντας από τον Αμπού Ουμπάιντ:48 Η ίδρυση μουσουλμανικών πόλεων ποικίλλει ανάλογα με τοπικές συνθήκες. Έτσι για παράδειγμα, στη Μαντίνα, το Ταΐφ, το Γιαμάν, υπήρξε διαπραγμάτευση συνθηκών ειρήνης. [Υπήρχε] ακατοίκητη περιοχή (ή περιοχές), που οριοθετήθηκε και κατοικήθηκε από μουσουλμάνους, όπως το Κάιρο, η Κούφα, η Βασόρα, η Βαγδάτη, η Ουασίτ. [Επίσης] κάθε χωριό που καταλήφθηκε με τη βία και που ο χαλίφης δεν έκρινε σκόπιμο να το επιστρέψει σε εκείνους από τους οποίους είχε παρθεί. Αυτές είναι μουσουλμανικές πόλεις, στις οποίες οι προστατευόμενοι άνθρωποι δεν επιτρέπεται να εμφανίζουν κανένα από τα θρησκευτικά τους σύμβολα, για παράδειγμα, να ανεγείρουν εκκλησίες, να παράγουν κρασί ή χοιρινό ή να χτυπούν τις καμπάνες. Καμία δική τους νέα συναγωγή, εκκλησία, κελί μοναχού, προσευχητήριο δεν επιτρέπεται σε αυτές τις πόλεις, με τη συναίνεση των δασκάλων [θεολόγων]. Αναφέρθηκε πιο πάνω ότι η πόλη μας, το Κάιρο, είναι ισλαμική πόλη, που ξεκίνησε μετά την κατάκτηση της Αιγύπτου, υπό τη βασιλεία των Φατιμιδών. Επομένως καμία εκκλησία, συναγωγή και τα υπόλοιπα δεν επιτρέπεται να ανεγερθούν σε αυτήν. Μεταξύ εκείνων που το επιβεβαίωσαν ήταν και ο μουφτής του Ισλάμ, ο ευρυμαθής Χανάφι, ο σεΐχης Κασίμ μπιν Κουτλουμπούγα,49 μαθητής του Ιμπν αλ-Χουμάμ.50 Τα βιβλία της σχολής συμφωνούν ομόφωνα στην απαγόρευση της ανέγερσης εκκλησιών που ανήκουν σε ντίμμι και παρόμοιων σε οποιοδήποτε ισλαμικό έδαφος. Πώς μπορεί, λοιπόν, να επιτραπεί σε αυτόν τον ισλαμικό οικισμό, σε πόλη στην οποία η απιστία δεν είχε ποτέ επιρροή, ούτε από την έναρξη της πόλης; Ο Προφήτης, ειρήνη και ευλογία πάνω του, έλεγε: Όχι ευνουχισμός και καμία εκκλησία στο Ισλάμ. Η λέξη «ευνουχισμός», χίσα (khisa), ακολουθεί το μοτίβο φιάλ (fi’al) ως το ρηματικό ουσιαστικό του χσι (khsy), «ευνουχίζω». Η σχέση μεταξύ «ευνουχισμού» και «εκκλησίας» είναι ότι η ανέγερση μιας εκκλησίας σε μουσουλμανικό έδαφος υποδηλώνει την εξάλειψη της ανδροπρέπειας στους ανθρώπους της επικράτειας, όπως ακριβώς ο ευνουχισμός είναι στην πραγματικότητα η εξάλειψη της αρρενωπότητας σε ένα ζώο, αν και η έννοια της λέξης στο δικό μας πλαίσιο είναι η απόσυρση από τις γυναίκες με προσκόλληση στις εκκλησίες. Η σύνδεση είναι προφανής. Με τον όρο «καμία εκκλησία» ο Προφήτης εννοούσε καμία κατασκευή από εδώ και πέρα, απαγόρευση, δηλαδή, να χτιστεί εκκλησία σε ισλαμικό έδαφος, επειδή η ανέγερση μιας νέας εκκλησίας σε ισλαμικό έδαφος σημαίνει την εξάλειψη της αρρενωπότητας στους ανθρώπους εκείνης της περιοχής, πράγμα που δεν είναι επιτρεπτό, όπως δεν είναι [επιτρεπτή] και η εξάλειψη της αρρενωπότητας του ανθρώπου με ευνουχισμό. [σελ. 20-21]
Παρόλο που ορισμένα δεδομένα μπορούν να γίνουν κατανοητά από τα παραπάνω, να γνωρίζετε ότι όπως απαγορεύεται στους ντίμμι να χτίζουν εκκλησίες, κι άλλα πράγματα επίσης απαγορεύονται σε αυτούς. Δεν πρέπει να βοηθούν άπιστο εναντίον μουσουλμάνου, Άραβα ή μη Άραβα. Ή να δείχνουν στον εχθρό τα αδύνατα σημεία των μουσουλμάνων, όπως η μη προετοιμασία των μουσουλμάνων για μάχη. Οι ντίμμι δεν πρέπει να μιμούνται τους μουσουλμάνους στην ενδυμασία, να φορούν στρατιωτικά ρούχα, να κακομεταχειρίζονται ή να χτυπούν μουσουλμάνο, να υψώνουν τον σταυρό σε ισλαμική συνάθροιση. Να αφήνουν γουρούνια να βγαίνουν από τα σπίτια τους σε μουσουλμανικές αυλές. Να εμφανίζουν λάβαρα στις δικές τους γιορτές. Να οπλοφορούν στις γιορτές τους ή να φέρουν εν γένει όπλα ή να έχουν όπλα στα σπίτια τους. Αν κάνουν κάτι τέτοιο, πρέπει να τιμωρηθούν και να κατασχεθούν τα όπλα. Ούτε Εβραίος ούτε χριστιανός πρέπει να ιππεύει άλογο, με ή χωρίς σέλα. Μπορούν να ιππεύουν γαϊδούρια με σαμάρι φόρτωσης. Δεν πρέπει να φορούν κάμπα <ένδυμα με μακριά μανίκια>, μεταξωτά ενδύματα, τουρμπάνια, αλλά μπορούν να φορούν επενδεδυμένα καλανσούβα [κωνικά καπέλα]. Όταν περνούν από συγκέντρωση μουσουλμάνων, πρέπει να ξεκαβαλικεύουν και μπορούν να πορεύονται καβάλα μόνο σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, όπως ασθένεια ή αναχώρηση για τη χώρα, καταλαμβάνοντας την άκρη του δρόμου. Δεν πρέπει να μιμούνται την ενδυμασία των ανθρώπων γνώσης και τιμής, ούτε να φορούν πολυτελή ενδύματα, μετάξι ή, ας πούμε, λεπτό ύφασμα. Πρέπει να διακρίνονται από εμάς στο ντύσιμο, όπως μπορεί να προβλέπει το τοπικό έθιμο κάθε περιοχής, αλλά χωρίς στολισμό, ώστε να υποδηλώνεται η ταπείνωση, η υποταγή και ο υποβιβασμός τους. Τα κορδόνια των παπουτσιών τους δεν πρέπει να είναι σαν τα δικά μας. Όπου φοριούνται κλειστά παπούτσια και όχι παπούτσια με κορδόνια, τα παπούτσια τους πρέπει να είναι χοντροκομμένα, δυσάρεστου (αστόλιστου) χρώματος. Οι σύντροφοι [του Προφήτη] συμφώνησαν σε αυτά τα σημεία, προκειμένου να καταδείξουν την ταπείνωση του απίστου και να προστατεύσουν την πίστη του αδύναμου πιστού. Γιατί αν τους δει ταπεινωμένους, δεν θα έχει κλίση προς την πίστη τους, πράγμα που δεν ισχύει αν τους δει με δύναμη, υπερηφάνεια ή πολυτελή ρούχα, καθώς όλα αυτά τον ωθούν να τους εκτιμήσει και να στραφεί προς αυτούς, με δεδομένη τη δική του στενοχώρια και φτώχεια. Όμως η εκτίμηση για τον άπιστο είναι απιστία.
Στο al-Ashbah wa-l-naza’ir51 λέει:
Ο σεβασμός για τον άπιστο είναι απιστία. Αυτός που χαιρετά έναν ντίμμι με ευλάβεια, είναι ένοχος απιστίας. Αυτός που λέει σε έναν μάγο,52 με σεβασμό, «Ω, δάσκαλε», είναι ένοχος για απιστία. Αυτό συμβαίνει επειδή αυτοί είναι οι εχθροί του αγαπημένου μας, του Κυρίου των Αγγελιοφόρων. Κι αυτός που τιμά τον εχθρό του αγαπημένου του, ταπεινώνει τον αγαπημένο του. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν επιτρέπεται η εγκατάσταση απίστων ως αξιωματούχων. Το να τους αφήνουν να κυριαρχούν επί μουσουλμάνου, δίνοντάς τους εξουσία να τον χτυπούν, να τον φυλακίζουν ή να τον καταπιέζουν για να αποσπάσουν χρήματα, μετατρέπει τον άπιστο σε εισπράκτορα φόρου από μουσουλμάνο, όλα για λογαριασμό οπλαρχηγού ή αξιωματούχου ο οποίος, για χάρη των κοσμικών υποθέσεων και αδιαφορώντας για την τιμωρία στο μέλλον, δεν φοβάται τις συνέπειες της προίκισης των απίστων με εξουσία επί των πιστών. Αν ο άπιστος συμπεριφέρθηκε με αυτόν τον τρόπο, παραβίασε τη συνθήκη [ντίμμα] με τους μουσουλμάνους όπως αναφέρθηκε πιο πάνω και υπόκειται σε θάνατο.
Ο Καμάλ μπιν αλ-Χουμάμ [πεθ. 1457] λέει: «Ο άπιστος ντίμμι που υψώνεται πάνω από τους μουσουλμάνους για να γίνει αυταρχικός, πρέπει να σκοτωθεί από τον χαλίφη».
Απαγορεύεται να τους παραχωρείται τιμητική θέση σε συνεδρίαση στην οποία παρευρίσκονται μουσουλμάνοι, να δείχνεται φιλία προς αυτούς, να απευθύνονται χαιρετισμοί σε αυτούς.
Αν χαιρετήσατε κάποιον που θεωρούσατε μουσουλμάνο, για να μάθετε στη συνέχεια ότι ήταν ντίμμι, αποσύρετε τα λόγια σας, προσποιούμενος ότι «απάντησε στους χαιρετισμούς μου». Αν ένας από αυτούς χαιρετά, του απαντάτε μόνο «το ίδιο σε σένα».53 Αν αλληλογραφείτε με κάποιον, λέτε: «Χαιρετισμούς σε εκείνον που ακολουθεί σωστή καθοδήγηση». Αλλά να αποφεύγετε να τους συγχαίρετε, να τους παρηγορείτε ή να τους επισκέπτεστε, εκτός αν περιμένετε ότι το άτομο που επισκεφθήκατε θα εξισλαμιστεί. Αν το περιμένετε, επισκεφτείτε τον και προτείνετέ του το Ισλάμ.
Απαγορεύεται στους απίστους να υψώνουν κατασκευή ψηλότερη από εκείνη μουσουλμάνου γείτονα, ακόμη και αν η δομή του μουσουλμάνου είναι πολύ χαμηλή και ο μουσουλμάνος συμφιλιώνεται με το ψηλό κτίριο του απίστου. Απαγορεύεται να αγοράζουν Κοράνι, ή βιβλίο ισλαμικού νόμου ή προφητικής παράδοσης, ή να παίρνουν ένα ως ενέχυρο. Καμία από αυτές τις περιπτώσεις δεν θα ήταν σωστή. Δεν πρέπει κανείς να σηκώνεται προς τιμήν τους για να αρχίσει να τους χαιρετά, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω. Αν συνοδεύει μουσουλμάνος τον άπιστο που χαιρέτισε, να απευθύνετε τον χαιρετισμό προς αυτόν και να μην επιδίδεστε σε «Πώς είσαι; Πώς ήσουν; Πώς νιώθεις;» Μπορεί κανείς να πει «Ο Θεός να σε τιμήσει και να σε καθοδηγήσει», εννοώντας προς το Ισλάμ. Μπορεί κανείς να πει «Ο Θεός να σου δώσει μακροζωία, πολύ πλούτο και απογόνους», γιατί αυτό συνεπάγεται την καταβολή πολλών κεφαλικών φόρων.
Όπως οι μουσουλμάνοι πρέπει να διαφέρουν σαφώς από τους άπιστους στη ζωή, έτσι και οι τάφοί τους πρέπει να διακρίνονται σαφώς από εκείνους των απίστων και πρέπει να είναι απομακρυσμένοι από αυτούς. [σελ. 55-57]
Αλ-Νταμανχούρι
Τουρκία
Επιστολές Βρετανών Πρεσβευτών στην Κωνσταντινούπολη (1662-1785)
Πέρα Κωνσταντινούπολης, 25 Απριλίου 1662
[…] Ο σημερινός βεζίρης54 δεν αποδοκιμάζει τίποτε από την τυραννία και την αυστηρότητα του πατέρα του,55 αλλά μάλλον τον ξεπερνά σε φυσική αποστροφή για τους χριστιανούς και τη θρησκεία τους. Για εκείνες τις εκκλησίες που είχαν καεί πριν από δύο χρόνια στον Γαλατά και την Κωνσταντινούπολη, Έλληνες, Αρμένιοι και Λατίνοι αγόρασαν το έδαφος σε υψηλή τιμή από τον Μεγάλο Άρχοντα. Χωρίς όμως άδεια να οικοδομήσουν με τη μορφή εκκλησιών ή να το χρησιμοποιούν εκεί για άλλες τελετουργίες ή θρησκευτικές λειτουργίες. Όμως αυτές οι θρησκείες, όντας πολύ μπροστά στον ζήλο τους, όχι μόνο τις ξαναέχτισαν με τον τρόπο των εκκλησιών, αλλά κατάφευγαν εκεί δημοσίως στη θεία λειτουργία τους. Πράγμα το οποίο ο βεζίρης χρησιμοποίησε ως ευπρόσδεκτη ευκαιρία, για να κατεδαφίσει και να ισοπεδώσει τις εκκλησίες τους, το οποίο έκανε με μεγάλο πάθος και κακία, ενώ επέβαλε αυστηρή φυλάκιση σε εκείνους που ήσαν επικεφαλής της ανοικοδόμησης, εκτός μόνο από τον επικεφαλής δραγουμάνο μου ή διερμηνέα, που διαφεύγει ακόμη, απαλλαγμένος από κάθε παρενόχληση, με εκείνη την ασφάλεια που απολαμβάνει υπό την προστασία μου.56
SP 97-17 [σελ. 272b-73]
Ουίντσισλη προς Φόρεϊν Όφις, Λονδίνο
Κωνσταντινούπολη, 3 Φεβρουαρίου 1758
[…] Η διαταγή εναντίον των ενδυμάτων χριστιανών και Εβραίων, εκτός από σεμνούς μανδύες, καφέ, μαύρους κλπ. καθώς και για τα καπέλα και τις μπότες, εφαρμόζεται πολύ αυστηρά, με τρόπο άγνωστο στο παρελθόν, που ανησυχεί πολύ όλους εκείνους που δεν είναι μωαμεθανοί και τους κάνει να φοβούνται τα χειρότερα. Φαίνεται ωστόσο φυσικό, όταν ληφθεί υπόψη ότι προέρχεται από θρησκευτικόν ηγεμόνα [τον σουλτάνο Μουσταφά Γ’] που αρνείται τον εαυτό του.
SP 97-40 (n.p.)
Πόρτερ προς Πιτ, Λονδίνο
Κωνσταντινούπολη, 3η Ιουνίου 1758
Αυτός ο χρόνος του ραμαζανιού καταναλώνεται ως επί το πλείστον κατά την ημέρα στον ύπνο και κατά τη νύχτα στο φαγητό, έτσι ώστε να έχουμε λίγα περιστατικά οποιασδήποτε σημασίας, εκτός από όσα μας παρέχει ο ίδιος ο Μεγάλος Άρχοντας [σουλτάνος Μουσταφά Γ’], που είναι αποφασισμένος να τηρεί τους νόμους του και να τους εκτελεί. Εκείνος [ο νόμος] που αφορά το ντύσιμο έχει επαναληφθεί συχνά και με ασυνήθιστη επισημότητα, αλλά όπως και στις προηγούμενες βασιλείες, ύστερα από μερικές εβδομάδες σπάνια τον τηρούν, αλλά σταδιακά παραβιάζεται. Αυτοί οι άνθρωποι, των οποίων το πάθος κυριαρχεί έτσι, νόμιζαν ότι ξεχάστηκε και στράφηκαν οι ίδιοι στην παλιά τους πορεία. Ένας Εβραίος το Σάββατό του ήταν το πρώτο θύμα, όταν τον συνάντησε ο Μεγάλος Άρχοντας που γύριζε ινκόγκνιτο (αγνώριστος), και μη έχοντας μαζί του τον δήμιο, χωρίς να τον στείλει [τον Εβραίο] στον βεζίρη, έβαλε να τον εκτελέσουν και να κόψουν τον λαιμό του εκείνη τη στιγμή. Την επόμενη μέρα ακολούθησε ένας Αρμένιος, που στάλθηκε στον βεζίρη, ο οποίος προσπάθησε να τον σώσει και τον καταδίκασε στις γαλέρες, αλλά ο Καπικουλάρ Κεχαγιάς [επικεφαλής των φρουρών] ήρθε στην Πύλη τη νύχτα, συνοδευόμενος από τον δήμιο, για να μάθει τι είχε γίνει με τον παραβάτη. Ο πρώτος υπουργός τον έφερε κατευθείαν από τις γαλέρες και κόπηκε το κεφάλι του, για να ενημερωθεί ο Άρχοντας ότι είχαν τηρηθεί οι εντολές του. Γενικός τρόμος έπληξε όλους τους ανθρώπους και σε μεγάλη αμηχανία οι υπουργοί της Πύλης, οι ίδιοι οι δραγουμάνοι ή διερμηνείς, φοβούνται να περπατήσουν στους δρόμους, αν και εξαιρούνται από την εντολή. Ο βεζίρης έχει διατάξει όλους τους δικούς του ανθρώπους, αν και προστατεύονται από μπεράτ [επίσημο πιστοποιητικό], να συμμορφώνονται με το γράμμα του νόμου. […]
SP 97-40 (n.p.),
Πόρτερ προς Πιτ, Λονδίνο
Κωνσταντινούπολη, 17 Σεπτεμβρίου 1770
[…] Ο μποσταντζήμπασης [αρχηγός των φρουρών του σουλτάνου Μουσταφά Γ’] άλλαξε και ο νέος εξέδωσε αμέσως διαταγές, ότι κανέναν Έλληνα, Αρμένιο ή Εβραίο δεν πρέπει να τους δουν έξω από τα σπίτια τους μισή ώρα μετά το ηλιοβασίλεμα. Γι’ αυτό, αν έβρισκε κάποιον στους δρόμους μετά την ώρα αυτή, θα τον κρεμούσε χωρίς διάκριση. Θεωρείται ότι ο λόγος αυτής της διαταγής είναι ότι οι Τούρκοι μεταμφιέζονται στην [μη μουσουλμανική] ενδυμασία τους. […]
SP 97-46 [σελ. 2l6-2I6b]
Μάρεϊ προς Ουέιμουθ

Σουλάκμπασι. Αρχηγός των Φρουρών
Le Hay (1715), εικ. 16
Κωνσταντινούπολη, 10 Ιανουαρίου 1785
[…] Ο μεγάλος βεζίρης [του σουλτάνου Αμπντ αλ-Χαμίντ Α’] αναγκάστηκε να πάρει ένα πολύ σκληρό και ασύμφορο μέτρο με τους Έλληνες κατοίκους αυτής της πρωτεύουσας, οι οποίοι, στη μεγάλη πυρκαγιά τον περασμένο Αύγουστο, είχαν σώσει από τις φλόγες, με εκπληκτική προσπάθεια και τεράστιο κόστος, δύο εκκλησίες τους που βρίσκονται στην Πόλη. Αυτές, κύριέ μου, αν και πολύ κατεστραμμένες, είχαν επισκευαστεί κρυφά με μεγάλη δυσκολία, και το έργο, με μεγάλο κόστος, είχε ολοκληρωθεί εντελώς, όταν κάποιοι κακοί Τούρκοι σε εκείνη τη γειτονιά διαμαρτυρήθηκαν για αυτή τη σκληρή δουλειά ως παράβαση του νόμου, με βάση τον οποίο οι χριστιανικές εκκλησίες στην πόλη της Κωνσταντινούπολης δεν πρέπει ούτε να γκρεμίζονται, ούτε να επισκευάζονται, αλλά επιτρέπεται να υπάρχουν για τους σκοπούς που προορίζονται, εφόσον ευχαριστεί τον Θεό να τις διατηρεί. Αυτή τη στιγμή ο βεζίρης δεν θεώρησε κατάλληλο να αντιταχθεί στον φανατισμό του όχλου και με το ξημέρωμα της ημέρας της 8ης τρέχοντος, ανέθεσε σε μερικούς Τούρκους εργάτες να κατεδαφίσουν όλες τις νέες επισκευές που έγιναν σε αυτά τα δύο κτίρια.
FO 261-1 (n.p.)
Έηνσλι προς Καρμάρθεν, Λονδίνο
Μαρόκο (19ος αιώνας)
Επιστολή του σουλτάνου του Μαρόκου, Μουλάι Αμπντ αρ-Ραχμάν (1822-1859), προς το Γαλλικό Προξενείο στην Ταγγέρη (1841)
Οι Εβραίοι της ευτυχούς χώρας μας λάμβαναν εγγυήσεις, από τις οποίες επωφελούνταν ως αντάλλαγμα για την εφαρμογή των όρων που επιβάλλει ο θρησκευτικός μας νόμος σε εκείνους τους ανθρώπους που απολάμβαναν την προστασία του. Αυτοί οι όροι τηρούνταν και εξακολουθούν να τηρούνται από τους ομοθρήσκους μας. Αν οι Εβραίοι σέβονται αυτούς τους όρους, ο νόμος μας απαγορεύει να χυθεί του αίμα τους και διατάζει την προστασία των υπαρχόντων τους, αλλά αν παραβιάσουν ακόμη και έναν όρο, [τότε] ο ευλογημένος νόμος μας επιτρέπει να χυθεί το αίμα τους και να παρθούν τα υπάρχοντά τους. Η ένδοξη πίστη μας τους επιτρέπει μόνο τα σημάδια ταπεινότητας και υποβάθμισης. Επομένως και μόνο το γεγονός ότι ένας Εβραίος υψώνει τη φωνή του εναντίον ενός μουσουλμάνου συνιστά παραβίαση των όρων προστασίας. Αν στη χώρα σας είναι ίσοι σε όλα τα θέματα, αν είναι εξομοιωμένοι με εσάς, όλα αυτά είναι ωραία και καλά στη χώρα σας, αλλά όχι στη δική μας. Το καθεστώς σας μαζί μας είναι διαφορετικό από το δικό τους. Εσείς θεωρείστε ότι [έχετε την ιδιότητα] «συμφιλιωμένοι», ενώ εκείνοι είναι οι «προστατευόμενοι».
Κατά συνέπεια, αν κάποιος από αυτούς τολμήσει στην ευτυχή μας αυτοκρατορία να ασχοληθεί με το εμπόριο, πρέπει να συμμορφώνεται με τις ίδιες υποχρεώσεις με τους «προστατευόμενους [λαούς]» ανάμεσά μας και να υιοθετεί τα ίδια εξωτερικά σημεία [διάκρισης]. Αυτός που δεν επιθυμεί να τηρεί αυτές τις υποχρεώσεις θα ήταν πιο συνετό να μένει στη δική του χώρα, γιατί δεν έχουμε ανάγκη το εμπόριό του, αν το τελευταίο πρόκειται να διεξαχθεί σε συνθήκες αντίθετες με τον ευλογημένο νόμο μας. […]
Ολοκληρώθηκε στις 20 του ιερού μήνα Ντουλ-Χιτζά, του έτους 1257 <1841>. [σελ. 14-16]
Eugène Fumey

Εβραίος (1720)
Costumes turcs

Μπαντανατζής: Αρμένιος που ασβεστώνει τοίχους (1720)
Costumes turcs
Σε αυτούς [τους Εβραίους] επέτρεψαν αρχικά να χρησιμοποιούν αυτό το μαντήλι στο Μαρόκο [Μαρακές] και το Μεκνέζ, ως μέσο κάλυψης των αυτιών τους. Ήθελαν πραγματικά να αποφύγουν τη συνηθισμένη προσβολή των μαυριτανών παιδιών, τα οποία χαίρονταν να τους βγάζουν τα καπελάκια, που ήσαν δείγμα δουλείας. Δεν επιτρέπεται να στερεώνουν το μαντήλι με διπλό κόμπο κάτω από το πηγούνι. Αυτός ο κόμπος πρέπει να είναι απλός και το μαντήλι να αφαιρείται παρουσία μουσουλμάνων αξιωματούχων […] Είναι υποχρεωμένοι να φορούν πάντοτε τον μαύρο ή σκούρο μπλε μανδύα (γιαλάκ). Μόνο ως παραχώρηση φορούν το λευκό σλαμ, μικρό παλτό, χρήσιμο απέναντι στον καυτό ήλιο. Η κουκούλα του παλτού, φτιαγμένη από μπλε ύφασμα, δεν πρέπει να διπλώνει πάνω από το κεφάλι, για να μην περάσουν από μακριά τον Εβραίο για Μαυριτανό. Γιατί ο Μαυριτανός φοράει μερικές φορές κουκούλα του ίδιου χρώματος, αλλά με διαφορετικό χείλος.
Επίσης το μαύρο καπελλάκι πρέπει να είναι πάντοτε ορατό. Επιπλέον, το πανωφόρι πρέπει να έχει μικρό άνοιγμα στα δεξιά και η κουκούλα πρέπει να πέφτει πάνω στον αριστερό ώμο, για να δυσκολεύει την κίνηση του βραχίονα ως άλλο σημάδι δουλείας. [σελ. 27-28]
Αββάς Λεόν Γκοντάρ
Αφγανιστάν
Εκδίωξη των Εβραίων από το Μασάντ (1839) και από τη Χεράτ (1857-1859)
Το έτος 1839, ύστερα από ψεύτικη συκοφαντία, οι μουσουλμάνοι ξεσηκώθηκαν εναντίον των προγόνων μας την Πέμπτη 13 του Νισάν [Μάρτιος-Απρίλιος] και απείλησαν να σκοτώσουν και να αφανίσουν όλους τους Εβραίους [του Μασάντ] και να λεηλατήσουν τα υπάρχοντά τους, εκτός αν μεταστρέφονταν στο Ισλάμ. Τριανταένας Εβραίοι δολοφονήθηκαν και αν δεν υπήρχε το έλεος του Ουρανού, θα είχαμε χαθεί όλοι. […] Λίγο καιρό αργότερα όσοι ήθελαν να παραμείνουν πιστοί στον λόγο του Θεού έφυγαν από την πόλη Μασάντ και ταξίδεψαν στη Χεράτ [στα βορειοδυτικά του Αφγανιστάν] και από το 1840 και μετά κατοικούσαν εκεί με ειρήνη και γαλήνη για δεκαπέντε χρόνια. […] Όμως το έτος 1856, λόγω των πολυάριθμων αμαρτιών μας, ο στρατός του Νασίρ αλ-Ντιν Σαχ Κατζάρ [1848-96] επιτέθηκε και πολιορκούσε την πόλη της Χεράτ για εννέα μήνες. Στο τέλος του μήνα Τίσρι [Οκτώβριος] 1857 η πόλη έπεσε με τέχνασμα, χωρίς μάχη. Από τότε [οι επιτιθέμενοι] άρχισαν να μας εξευτελίζουν με κατηγορίες και να μας απειλούν, λέγοντας ότι «έχετε διαπράξει αυτό και επομένως θα σας τιμωρήσουμε με εκείνο». Μας κατήγγειλαν με ψέματα ενώπιον του βασιλιά μας και των πριγκίπων του και τον έπεισαν να μας διώξει από την πόλη και να μας στείλει εξορία στην πόλη του Μασάντ. Έτσι στις 15 Σεμπάτ [Ιανουάριος-Φεβρουάριος] 1858 οι επιτιθέμενοι έπεσαν πάνω μας με θανάσιμα πλήγματα, λέγοντας «Φύγετε από τα σπίτια σας με εντολή του βασιλιά». Έδιωξαν όλους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά από τα σπίτια τους, χωρίς να λυπηθούν τους ηλικιωμένους ή τα βρέφη, χωρίς έλεος ή συμπόνια.57 Ολόκληρη η πόλη αντηχούσε με το κλάμα των φτωχών και των ορφανών. Δεν είχαμε χρόνο ούτε για να μαζέψουμε τα υπάρχοντά μας και να ετοιμάσουμε προμήθειες, γιατί μέσα σε τρεις ημέρες όλοι οι Εβραίοι είχαν εκδιωχθεί από την πόλη και είχαν συγκεντρωθεί σε μέρος που ονομαζόταν Μουσάλα. Στις 19 του Σεμπάτ (Ιανουάριου-Φεβρουάριου) μας οδήγησαν μακριά σε πορεία και για σχεδόν 30 ημέρες περπατούσαμε στον δρόμο, περικυκλωμένοι από μουσουλμάνους στρατιώτες. Έκανε κρύο. Χιόνι και χαλάζι έπεφταν από τον ουρανό και αρκετοί άνθρωποι χάνονταν στον δρόμο εξαιτίας του υπερβολικού κρύου, της έλλειψης τροφής και άλλων αναρίθμητων κακοτυχιών. Φτάσαμε στην πόλη Μασάντ τον μήνα Αντάρ [Φεβρουάριο-Μάρτιο]. Δεν μας επέτρεψαν να εισέλθουμε στην πόλη αλλά σταθμεύσαμε σε μαντριά ζώων στο φρούριο που είναι γνωστό ως Μπαμπ Κουντράτ, το οποίο δεν ήταν παρά μια φυλακή, η στενότητα της οποίας πρόσθετε στην ντροπή και τον εξευτελισμό μας. Λόγω της μεγάλης ταλαιπωρίας μερικοί από τους αδελφούς μας εξισλαμίστηκαν. Θα μπορούσε να ειπωθεί για εμάς «Ξίφος έξω και τρόμος μέσα […]» [Δευτερονόμιον 32.25: ἔξωθεν ἀτεκνώσει αὐτοὺς μάχαιρα καὶ ἐκ τῶν ταμιείων φόβος], γιατί αυτοί που μας είχαν συλλάβει, μας χτυπούσαν καθημερινά πολύ άγρια και μας ζητούσαν πληρωμή για τη μίσθωση των καμηλώv που μας έφεραν […] και επιπλέον μας μάστιζαν ασθένειες και επιδημίες και πολλοί άνθρωποι πέθαιναν. Άλλες ατυχίες μας συνέβησαν που θα ήταν κουραστικό να τις διηγηθούμε, όπως λέγεται: «Η αιχμαλωσία είναι χειρότερη από το σπαθί του θανάτου» [Tαλμούδ, Μπάμπα Μπάτρα, 8β]. Μείναμε εκεί για δύο ολόκληρα χρόνια, μέχρι να συγχωρηθούν οι αμαρτίες μας στον ουρανό και ο βασιλιάς αποφάσισε να μας επιτρέψει να επιστρέψουμε στα σπίτια μας. Τον Κισλέβ [Νοέμβριο-Δεκέμβριο] του 1859 ξεκινήσαμε από το Μασάντ και φτάσαμε στη Χεράτ τη Δευτέρα 13 του Τεμπέτ [Δεκεμβρίου-Ιανουαρίου] και ο καθένας επέστρεψε στο σπίτι του. [σελ. 12-13]
Ματατίγια Γκάρτζι
| <-Έγγραφα: ii. Η κατάσταση της αγροτιάς | Έγγραφα: iv. Η εποχή της χειραφέτησης-> |
