| <-Έγγραφα: i. Τζιχάντ | Έγγραφα: iii. Εξέγερση, νομαδισμός και ντίμμι-δουλεία-> |
Έγγραφα: ii. Η κατάσταση της αγροτιάς

Η Βόρεια Εκκλησία στη Σίβτα (4ος αιώνας). Έρημος Νέγκεβ, Ισραήλ
Εγκαταλείφθηκε μετά την κατάκτηση των Αράβων
1. Πραγματική ζωή
Μεσοποταμία-Ιράκ (περ. 767-773)
Ερήμωση
[Ο Αλ-Μανσούρ] τοποθέτησε έναν άλλο κυβερνήτη για να στιγματίσει και να σημαδέψει τους άνδρες στον λαιμό τους ως σκλάβους.1 Ο προφήτης λέει «Και που [δεν είχαν προσκυνήσει το θηρίο, ούτε την εικόνα,] ούτε είχαν λάβει το στίγμα στο μέτωπό τους […]» [Ἀποκάλυψις Ἰωάννου 20: 4]. Όμως εδώ δεν το φέρουν πια μόνο στο μέτωπό τους, αλλά και στα δύο χέρια, στο στήθος τους και ακόμη και στην πλάτη τους. [σελ. 104]
Αυτός ο κυβερνήτης ήρθε λοιπόν και η άφιξή του έκανε την περιοχή να τρέμει με μεγαλύτερο φόβο, απ’ όσο με οποιονδήποτε από εκείνους που είχαν έρθει πριν από αυτόν. Μάλιστα είχε εντολή να σημαδέψει τους κατοίκους με σημάδι στα χέρια, που δεν θα ξεθώριαζε και δεν θα άφηνε ποτέ τη θέση του για όλη τη ζωή του ανθρώπου <που το είχε λάβει>.
Όταν έμπαινε στις πόλεις, όλους τους άνδρες τους έπιανε τρόμος και τρέπονταν σε φυγή από μπροστά του. Τα καταστήματα έκλειναν. Δεν υπήρχαν πια αγορές ή πωλήσεις στις αγορές. Δεν πηγαινοέρχονταν στους δρόμους. Όσους ήθελαν να μπουν <στην πόλη>, τους σταματούσε ο φόβος του κακού. Όσοι ήθελαν να την αφήσουν, σταματούσαν επίσης, επειδή οι πύλες της πόλης ήσαν κλειστές και σε κανέναν δεν επιτρεπόταν να φύγει.
Ενεργούσε έτσι για μια εβδομάδα. Οι διαχειριστές του κεφαλικού φόρου, <βλέποντας ότι> κανένας δεν ερχόταν στην πόλη από τη χώρα, έστειλαν μήνυμα στον άνθρωπο που είχε αντικαταστήσει τον Αμπάς2 στην είσπραξη αυτού του φόρου και τον ενημέρωσαν: «Οι άνθρωποι τρέπονται σε φυγή μπροστά από τον στιγματιστή και αν αυτός δεν φύγει από εδώ, θα είναι αδύνατο να εισπραχθεί ο φόρος».
Εκείνος, ακούγοντας αυτά τα πράγματα, έστειλε γράμμα στον στιγματιστή, που έφυγε. Οι άνθρωποι απόλαυσαν μια μικρή ανάπαυλα από αυτή την πλευρά, επειδή πέθανε στον δρόμο. [σελ. 105]
Για την εξορία
Τοποθέτησε επίσης έναν άλλο κυβερνήτη, για να φέρνει πίσω καθέναν από αυτούς <που είχαν φύγει> στη χώρα του, στο σπίτι του πατέρα του. Αυτός [ο κυβερνήτης] διόρισε με τη σειρά του άλλους κυβερνήτες, τους οποίους έστελνε στις πόλεις. Δεν έστελνε έναν για κάθε πόλη, αλλά έστελνε τον κυβερνήτη οποιασδήποτε πόλης στην άλλη, με αποτέλεσμα οι κυβερνήτες όλων των πόλεων της Μεσοποταμίας να βρίσκονται μερικές φορές συγκεντρωμένοι στο ίδιο μέρος, σε σχέση με την εξορία.
Από εκεί και πέρα δεν υπήρχε πια ασφάλεια, αλλά παντού λεηλασία, κακία, αδικία, αθεΐα, κάθε πονηρή πράξη, συκοφαντίες, αδικίες, εκδίκηση ανθρώπων, ο ένας εναντίον του άλλου —όχι μόνο από ξένους, αλλά από μέλη της ίδιας οικογένειας. Ο αδελφός έβαζε παγίδες εναντίον του αδελφού του και αυτός πρόδιδε εκείνον.
Τοποθέτησε έναν Πέρση [αξιωματούχο από τη Βαγδάτη] στη Μάρντα [Μαρντίν], για να φέρνει πίσω εκεί τους φυγάδες και να συλλέγει τον φόρο. Ο πληθυσμός είχε φύγει από εκεί περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο μέρος, και ολόκληρη η περιοχή είχε καταληφθεί από Άραβες, επειδή οι Σύροι [Χριστιανοί] είχαν τραπεί σε φυγή μπροστά τους.
Αυτός ο άνδρας ονομαζόταν Χαλίλ Ιμπν Ζαντάν. Έκανε τους Άραβες να υποφέρουν από πολλά δεινά. Δεν υπήρχε αντίστοιχός του στο μίσος προς τους Άραβες, είτε πριν είτε μετά από αυτόν. Έστελνε μερικούς εμίρηδες σε όλες τις πόλεις. Όταν μαθευόταν ότι ένας άνδρας ή ο πατέρας του ή ο παππούς του ήταν στη Μάρντα, ακόμη και πριν από σαράντα ή πενήντα χρόνια, τον άρπαζαν από το σπίτι του, από το χωριό του, από τη χώρα του και τον πήγαιναν πίσω σε εκείνη την πόλη. Με αυτόν τον άνθρωπο, δώρο δεν γινόταν πια δεκτό, η προσπάθεια να πειστεί ήταν μάταιη. Πολύ λίγοι διέφευγαν. Με αυτόν τον τρόπο, συγκέντρωνε τόσο μεγάλο πλήθος σε αυτήν την περιοχή, που δεν υπήρχε ούτε ένας τόπος, ούτε ένα χωριό, ούτε ένα σπίτι που να μην είναι γεμάτο και να μην ξεχειλίζει από κατοίκους. Έκανε τους Άραβες να μετακινούνται από περιοχή σε περιοχή και τους έπαιρνε ό,τι είχαν. Γέμιζε τα εδάφη τους και τα σπίτια τους με Σύριους, και έβαζε τους τελευταίους να σπέρνουν το καλαμπόκι τους. Άρπαζε από αυτούς εκείνους που ήσαν πλούσιοι και χρησιμοποιούσε πάνω τους ανελέητα κάθε είδους μαρτύρια και βασανιστήρια. Έβαζε έναν από αυτούς να βγει μπροστά, έβαζε ξυράφι για [να κόψει] τα μαλλιά και τα γένια του, του έφτιαχνε στέμμα από κόλλα, το τοποθετούσε στο κεφάλι του και τον έβγαζε στον ήλιο. Ύστερα έριχνε λάδι στο κεφάλι του με τέτοιο τρόπο, ώστε να κυλάει σταδιακά πάνω στα μάτια του και έτσι έπιαναν το κεφάλι του οξείς πόνοι. Στη συνέχεια πίεζε τους μηρούς του, τα δάχτυλά του και τα χέρια του σε δεσμά και έβαζε σιδερένιους βώλους στα μάτια του. Έτσι χρησιμοποιούσε βασανιστήρια πάνω τους χωρίς οίκτο και προκαλούσε ως αποτέλεσμα μεγάλο αριθμό θανάτων. Οι άλλοι τρέπονταν σε φυγή και κινούνταν από τόπο σε τόπο. [σελ. 105-6]
Θα κάνουμε επίσης γνωστά τα δεινά που καταπίεζαν τους Άραβες, γιατί κανένας δεν γλίτωσε από τη συμφορά που συνέβη εκείνη την περίοδο λόγω των πολλών αμαρτιών μας. [σελ. 128]
Πράγματι, εδώ οι πονηροί τιμωρήθηκαν από τους πονηρούς […] Αυτοί οι Άραβες διείσδυσαν ανάμεσα σε εκείνους τους άτυχους αγρότες, όπως τα σκουλήκια στο ξύλο, και πήραν τα εδάφη τους, τα σπίτια τους, τους σπόρους τους και τα ζώα τους, φτάνοντας στο σημείο να πάρουν και τους ίδιους [τους αγρότες], καθώς και τα παιδιά τους, ως σκλάβους. Σε όλα όσα κατείχαν, αυτοί οι αγρότες δούλευαν για αυτούς σαν σκλάβοι. […]
Από όλες τις πλευρές δεν άκουγε κανείς τίποτε άλλο, παρά μόνο χτυπήματα και σκληρά βασανιστήρια, ενώ μερικές φορές, επιπλέον, οι Άραβες προκαλούσαν τον θάνατο των χωρικών που ζούσαν στα εδάφη τους, γιατί τους φορολογούσαν και τους ανάγκαζαν να πληρώνουν [τους φόρους] σε αυτούς, μέχρι που τους κατέστρεφαν και άρπαζαν όλα όσα κατείχαν. Εκείνοι τρέπονταν σε φυγή από τις κατοικίες τους. Καθώς αυτή ήταν η αρχή της συμφοράς και το ξεκίνημα της καταστροφής και υπήρχαν ακόμη επαρκείς πόροι, δεν λιγόστευαν εντελώς ώστε να χαθούν. Αλλά ούτε αυτοί οι διεφθαρμένοι κυβερνήτες έτρωγαν αρκετά. [σελ. 130]
Όταν οι αρχηγοί περιοχών και οι κυβερνήτες έμπαιναν σε ένα χωριό, άρπαζαν τον έπαρχο του τόπου και τον έβαζαν να τους δώσει όλα όσα είχε εισπράξει.
Άνοιγαν τον σάκο και έπαιρναν ό,τι ήθελαν από αυτόν λέγοντας: «Αυτό είναι το μερίδιο του εμίρη». Χτυπούσαν χωρίς έλεος αξιότιμους άνδρες και γέρους με λευκά κεφάλια. Από τότε, το μόνο που ακουγόταν από κάθε πλευρά ήταν κραυγή θρήνου.

Ο Προφήτης Αβακούμ
Συριακή Βίβλος (6ος/8ος αιώνας)
Ms. Syr. 341, fol. 180, BN
Αυτός [ο κυβερνήτης] βοηθουσε επίσης όλους τους κυβερνήτες που ήσαν επιφορτισμένοι με την αναζήτηση φυγάδων, επειδή ήταν μέρος της βαρβαρότητάς τους. Τους έστελνε στα πιο μακρινά σύνορα και τους έδινε εντολή <να εισπράττουν> τριπλό ή τετραπλό κεφαλικό φόρο. Έκανε κάθε προσπάθεια να κάνει τον λαό του Θεού [τους Ιακωβίτες] να υποστεί κάθε είδους σκληρό κακό.
Οι ίδιο οι μεγιστάνες της πόλης τον ευνοούσαν, επειδή τους υποσχόταν σπουδαία πράγματα. Παντού απαιτούσε φόρο για τον εαυτό του και όχι για το βασιλικό ταμείο.
Τα κακά στην περιοχή πολλαπλασιάζονταν: Εξορία. Εκβιαστές που διεκδικούσαν τα οφειλόμενα από έναν άνθρωπο που είχε πεθάνει πριν από είκοσι χρόνια έπαιρναν τον ίδιο φόρο πολλές φορές, χωρίς έλεος. Πολλά άλλα δεινά, <όπως> υπερβολικοί φόροι και άλλα τα οποία είναι αδύνατο να καταγραφούν λόγω του μεγάλου αριθμού τους. [σελ. 134]
Για τον κεφαλικό φόρο (τζίζγια)
Όταν γνώριζαν ότι αυτός [ένας αγρότης] δεν μπορούσε να δώσει τίποτε επειδή δεν είχε τίποτε, αυτοί οι κυβερνήτες, που ήσαν άδικοι δικαστές, του έλεγαν: «Βγες στη δημόσια πλατεία, βρες κάποιον που γνωρίζεις ότι έχει κάτι και πες: "Άφησα την περιουσία μου σε αυτόν τον άνθρωπο" ή πάλι: "Είναι οφειλέτης μου"». Και εκείνος ο δύστυχος άνθρωπος, καταπιεζόμενος από δεξιά και αριστερά, από μπροστά και από πίσω, από πάνω και από κάτω, οδηγούνταν από τον φόβο του Θεού να μη δώσει ψευδή μαρτυρία εναντίον αυτού του ανθρώπου, και τον εμπόδιζαν να αποφύγει να το κάνει με βασανιστήρια που του επέβαλλαν αυτοί οι άθεοι δικαστές. Στη συνέχεια έπαιρνε τον Θεό ως μάρτυρά του ότι είχε αναγκαστεί να κάνει αυτά τα πράγματα και ότι δεν ήταν δική του θέληση που είχε οδηγηθεί σε ψευδή μαρτυρία εναντίον ανθρώπων που δεν είχε δει ποτέ ή που δεν γνώριζε. […] Είχαν εγκαταλειφθεί, επειδή οι ηγέτες τους περνούσαν από κακόβουλη πράξη σε κακόβουλη πράξη και έσπευδαν από τη μια αδικία στην άλλη. Λαφυραγωγούσαν και λεηλατούσαν τους φτωχούς που βρίσκονταν ανάμεσά τους, σαν αρνιά που είχαν πέσει ανάμεσα σε λύκους. Τους υπέβαλλαν σε κάθε μορφή κακού και πωλούσαν την περιουσία τους, που μετά βίας επαρκούσε για να πληρωθεί ο κεφαλικός φόρος, για να μην αναφέρουμε τις άλλες συμφορές που έπρεπε να υποστούν, <από την πλευρά> εκείνων που αναζητούσαν τους εξόριστους, από εκείνους που έκλεβαν ζώα, <από τους αξιωματούχους> της δεκάτης, του σούφι,3 και του ταντίλ.4 [σελ. 135-36]
Για τα βασανιστήρια
Πρώτον, έφτιαχναν κομμάτια ξύλου πλάτους τεσσάρων δακτύλων, επίπεδα και από τις δύο πλευρές. Στη συνέχεια τέντωναν έναν άνθρωπο με το πρόσωπό του στο έδαφος και ένας από αυτούς στεκόταν στο κεφάλι του, ένας άλλος στα πόδια του, ενώ ένας τρίτος χτυπούσε τους μηρούς του ανελέητα, όπως χτυπούν τα τομάρια. […]
Δεύτερον, έφερναν δύο ραβδιά δεμένα με αλυσίδες στη μία άκρη και τα εφάρμοζαν στους μηρούς ενός ατόμου, το ένα πάνω και το άλλο κάτω. Στη συνέχεια ένας δυνατός άνδρας τοποθετούνταν στο άλλο άκρο, μέχρι να σπάσουν οι μηροί. Και έτσι επιτυγχανόταν <το ρητό>: «Έβαλες και τα πόδια μου σε δεσμά» <Ιώβ 13: 27: καὶ βάλλεις τοὺς πόδας μου εἰς δεσμά.>
Τρίτον, τους κρεμούσαν από τα χέρια μέχρι να εξαρθρωθούν τα άκρα τους, και ακόμη τις γυναίκες από τα στήθη τους, μέχρι να ξεκολλήσουν.
Τέταρτον, τους απογύμνωναν από τα ρούχα τους, τους φόρτωναν με πέτρες και τους βύθιζαν στο χιόνι και τον πάγο σε αυτήν την κατάσταση. Έριχναν επίσης κρύο νερό πάνω τους, μέχρι να λιποθυμήσουν και να πέσουν με το πρόσωπο στο έδαφος.
Πέμπτον, έπαιραν πέντε κομμάτια ξύλου. Τα έσχιζαν όλα στη μία άκρη, έβαζαν τα δάχτυλα κάποιου σε αυτή τη σχισμή και έσφιγγαν την άλλη άκρη μέχρι να ενωθούν τα δύο τμήματα και να σπάσουν τα δάχτυλα. Έπαιρναν επίσης δύο σανίδες τις οποίες έδεναν μεταξύ τους στη μία άκρη και τοποθετούσαν τη μία κάτω από τα λαγόνια και την άλλη στο στομάχι. Στη συνέχεια ένας άνδρας στεκόταν στην άλλη άκρη, μέχρι να σπάσουν τα πλευρά και να βγουν τα εντόσθια στο σημείο αυτό.
Έφτιαχναν δεσμά για τα χέρια και για κάθε άκρο. Έξυναν καλάμια και τα πίεζαν κάτω από τα νύχια. Έφτιαχναν έναν είδος σβώλου, που έβαζαν στην κόγχη των ματιών μέχρι να βγουν τα μάτια. Τους έβαζαν να στέκονται στο χιόνι και το νερό ξυπόλητοι και χωρίς ρούχα, μέχρι να ασπρίσουν σαν τον θάνατο. Στριφογύριζαν χοντρά μπαστούνια και τους χτυπούσαν χωρίς οίκτο, ενώ ήσαν ξαπλωμένοι στο έδαφος. Για αυτούς, τα μαστίγια δεν είχαν καμία χρησιμότητα και η φυλακή ήταν περιττή.5 […]
Δεν περίμεναν να ολοκληρώσουν το ένα βασανιστήριο, πριν προχωρήσουν σε άλλο….] Ήθελαν να συσσωρεύουν ταυτόχρονα στο σώμα τους κάθε τύπο βασανισμού. Τους πέταγαν γυμνούς στο χιόνι. Μάζευαν μεγάλες πέτρες τις οποίες έβαζαν κάτω από την πλάτη τους, μέχρι να ραγίσουν τα έντερά τους και να σπάσουν τα πλευρά και η σπονδυλική τους στήλη. Ζέσταιναν το λουτρό μέχρι να καίει σαν φωτιά. Το γέμιζαν με καπνό και τους έκλειναν εκεί γυμνούς. Στη συνέχεια έφερναν γάτες τις οποίες πέταγαν ανάμεσά τους και, καθώς αυτές οι γάτες καίγονταν, ρίχνονταν πάνω τους και τους έσκιζαν με τα νύχια τους. Τους έκλειναν σε σκοτεινά δωμάτια, στα οποία δεν διείσδυε καμία ακτίνα φωτός. […]
Συνέτριβαν τους φτωχούς ανθρώπους με όλα αυτά τα βάσανα και όλα αυτά τα βασανιστήρια, την ώρα του φόρου.
Άραγε δεν θα αγάλλονταν οι θεοί και οι θεές με αυτόν τον πικρό διωγμό, αν αυτή η συμφορά δεν ήταν καθολική, συμπεριλαμβανομένων —εντελώς αναμιγμένων— χριστιανών και ειδωλολατρών, Εβραίων και Σαμαρειτών, πιστών της φωτιάς και του ήλιου, μάγων και μουσουλμάνων, Σαβαίων και Μανιχαίων; Όμως το θέμα δεν είχε καμία σχέση με την πίστη και επηρέαζε τον άνθρωπο που λάτρευε στην Ανατολή όχι περισσότερο από εκείνον που λάτρευε στη Δύση. Το όνομα της <λατρείας> του Νότου [Ισλάμ] εξαφανιζόταν με εκείνο της <λατρείας> του Βορρά [Χριστιανισμός]. Αν οι χριστιανοί ήσαν το μοναδικό αντικείμενο αυτού του διωγμού, θα μπορούσα με δικαιοσύνη να δοξάσω τους μάρτυρες της εποχής μας πάνω από όλους τους προηγούμενους μάρτυρες: γιατί ο γρήγορος θάνατος από το σπαθί είναι πιο ευγενικός από τα παρατεταμένα βασανιστήρια που δεν σταματούν. […] Μια κούπα πικρία και ένα πιάτο θυμού υπήρχαν για όλους τους ανθρώπους εξίσου, για μεγάλους και μικρούς, για πλούσιους και φτωχούς, όπως λέει ο Προφήτης [Ιερεμίας. 25: 15]. Ο πλούσιος έτρωγε συνεχώς πικρία, επειδή έπαιρναν άδικα αυτό που κατείχε και επειδή τα κόκαλά του είχαν σπάσει από χτυπήματα. Ο φτωχός επειδή του ζητούσαν αυτό που δεν είχε, αυτό που δεν μπορούσε να δανειστεί και επειδή κανένας δεν του έδινε δουλειά, ούτε στο χωράφι ούτε στον αμπελώνα. […]
Κανένας, αδελφοί μου, ας μη νομίζει ότι υπερβάλλω εδώ, αλλά ας γίνει γνωστό ότι όλος ο κάλαμος6 και όλο το χαρτί στον κόσμο δεν θα ήταν αρκετό για να γραφούν τα δεινά που έχουν συνθλίψει τους ανθρώπους στην εποχή μας. Ας μη μας κατηγορήσει κανείς ότι τα μειώσαμε, γιατί δεν είμαστε ικανοί να σκεφτούμε τα πάντα, ενώ αυτές οι συμφορές δεν συνέβαιναν σε μία μόνο πόλη. [σελ. 142-44]
Ασκούσαν την ανομία χωρίς ντροπή. Η γη ήταν ταραγμένη και αναστατωμένη και οι άνθρωποι πήγαιναν από χωριό σε χωριό, από το ένα μέρος στο άλλο. […] Κανένας, ούτε επίσκοπος, ούτε ιερέας, ούτε δικαστής, δεν απαλλασόταν από την αμαρτία, την απάτη, τη λεηλασία, ή την καταγγελία, ή την κατάχρηση, ή τις κατάρες, ή το μίσος, ή το κουτσομπολιό, ή τη ληστεία, ή τη μοιχεία, ή την παραβίαση των τάφων. Όλοι οι σπόροι του διαβόλου είχαν πια σπαρθεί σε κάθε άνθρωπο. Καθένας προσπαθούσε να κάνει το κακό σύμφωνα με τον βαθμό και τη δύναμή του. [σελ. 166]
Αυτά τα πράγματα δεν έχουν φτάσει σε εμάς από φήμες, αλλά τα βλέπουμε μπροστά στα μάτια μας. […]
Αν κάποιος κατείχε κάτι και ήθελε να φύγει, φυλακιζόταν σαν να ήταν δεσμευμένος, μέχρι να του αφαιρεθούν τα πάντα και να μείνει με τίποτε. Μόλις του έκλεβαν τα πάντα, μπορούσε να φύγει, αλλά όσο είχε κάτι, δεν μπορούσε. Αν τρεπόταν σε φυγή, το ίδιο το ταξίδι τον λεηλατούσε. Αν τύχαινε να κρύψει κάτι στο έδαφος, ακόμη και ο τόπος τον πρόδιδε: «Εδώ είναι η περιουσία ενός τέτοιου ατόμου. Ελάτε, ας την πάρουμε». Αν αποκάλυπτε την κρυψώνα του σε κάποιον, αυτό το άτομο γινόταν ο λεηλατητής του και έπαιρνε ο ίδιος την περιουσία του αντί για κλέφτες και ληστές. [σελ. 167]
Οι χριστιανοί έβγαζαν όλα τα σιδερένια ή ξύλινα σκεύη <;> από τα σπίτια τους και τα πωλούσαν. Έσκιζαν τις πόρτες τους και τις πωλούσαν, περιμένοντας καλύτερη στιγμή. Τέλος, έβγαζαν ακόμη και τα δοκάρια από τα σπίτια τους και τα πωλούσαν. Έπειτα εγκατέλειπαν τα ερείπια των κατοικιών τους και έφευγαν απογυμνωμένοι, περιφερόμενοι από χωριό σε χωριό, από το ένα μέρος στο άλλο. [σελ. 168]
Πρέπει να πούμε όχι μόνο ότι «η προσφορά κρέατος και ποτού κόβονται από το σπίτι του Κυρίου» <Ιωήλ, 1: 9: ἐξῇρται θυσία καὶ σπονδὴ ἐξ οἴκου Κυρίου>, αλλά ότι τα λειτουργικά <?> βιβλία των εκκλησιών έχουν σκιστεί και πωληθεί, ότι τα υπόλοιπα έχουν καεί στη φωτιά, ότι τα ιερά τους σκεύη έχουν καταστραφεί. Τα αμπέλια έχουν χαθεί. Η συγκομιδή των σταφυλιών θρηνεί <Ησαΐας 24: 7: πενθήσει οἶνος, πενθήσει ἄμπελος, στενάξουσι πάντες οἱ εὐφραινόμενοι τὴν ψυχήν>. Τα χωράφια έβγαλαν αγκάθια και βάτα. Οι συκιές μαράθηκαν. Οι ελιές καταστράφηκαν. Οι ροδιές, οι χουρμαδιές, οι μηλιές και όλα τα δένδρα έχουν πεθάνει. Αυτός είναι ο λόγος που η χαρά έχει εξαφανιστεί από τους ανθρώπους. Οι εργάτες έχουν τραπεί σε φυγή και τα σπίτια τους έχουν γίνει κατοικίες άγριων θηρίων.
Κατά την είσπραξη του κεφαλικού φόρου και πολλών άλλων, αυτοί [οι βοηθοί των κυβερνητών] ζητούσαν πολλαπλάσιο του ποσού. Πωλούσαν ό,τι είχαν οι άνδρες και έπαιρναν από αυτό <το ποσό>. Όχι μόνο αποσπούσαν τον φόρο που αντιστοιχούσε σε έναν τόπο, αλλά τον ίδιο φόρο αρκετές φορές. Δεν υπήρχε ούτε αρχή, ούτε μέση, ούτε τέλος <στους εκβιασμούς τους>. Έπεφταν μέσα στη χώρα και ρίχνονταν πάνω της λέγοντας: «Το μερίδιο ενός τέτοιου χωριού είναι τόσο. Τόσα <δηνάρια> οφείλονται ακόμη <να πληρωθούν>». Και συνέχιζαν να το φορολογούν ξανά. Όταν έπαιρναν το ποσό με τη βία, άρχιζαν να το απαιτούν ξανά. Κανένας δεν τολμούσε να μιλήσει, γιατί όλοι φοβούνταν μην φορολογηθούν κι άλλο από τον δικαστή. Άρπαζαν προκρίτους και τους πίεζαν ανελέητα, σε σημείο που προκαλούσαν τον θάνατο και την καταστροφή πολλών από αυτούς.
Οι ίδιοι οι αγρότες βοηθούσαν τους αδικοπραγούντες. Επιτίθεντο σε άνδρες, έπαιρναν από αυτούς και πωλούσαν ό,τι είχαν στην κατοχή τους. Έλεγαν, αναληθώς: «Έχεις ένα αμπέλι στη χώρα μας, ή έναν κήπο, ένα άλσος, ένα χωράφι με ελιές» ή «Είσαι υπεύθυνος για κάποιον» ή «Υπόκεισαι στον κεφαλικό φόρο στη χώρα μας, και δες, τόσα χρόνια δεν πλήρωνες τον φόρο. Πλήρωσε τώρα που έχουμε δυσκολίες».
Για τέτοια ή παρόμοια κίνητρα, οι αγρότες άρπαζαν φτωχούς ανθρώπους και τους λεηλατούσαν. Ο ίδιος ο δικαστής τους μάθαινε να ενεργούν έτσι. Τους βοηθούσε και δεν τους ζητούσε να λογοδοτήσουν για όσα έκαναν. Έπεφταν πάνω σε έναν περαστικό, τον άρπαζαν, προσκόμιζαν ψευδή μαρτυρία εναντίον του <που έλεγε>: «Αυτός ο άνθρωπος χρωστάει για τον φόρο μας». Εκείνος ορκιζόταν: «Δεν έχω δει ποτέ αυτούς τους ανθρώπους, ούτε με έχουν δει». Έλεγαν: «Χρωστάει για τον φόρο μας».7 Και υπήρχαν ψευδομάρτυρες ανάμεσά τους, τους οποίους παρουσίαζαν εναντίον του. Έτσι πωλούσαν τα ζώα του, την περιουσία του και ό,τι κατείχε. Τριγυρνούσαν στις πόλεις σαν σκυλιά που μυρίζουν το έδαφος για ίχνη των κυρίων τους, των ζώων ή των κοπαδιών τους. Ενημερώνονταν για εκείνους που είχαν κάποια αποθέματα, είτε σιτάρι, είτε σίδερο είτε οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα, και τα άρπαζαν. Έπρεπε να τους δει κανείς να κινούνται στις πόλεις, σε συμμορίες, να ψάχνουν για έναν άνδρα και να λένε: «Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι δικός μας».8 Ο άνθρωπος που διέφευγε από έναν, πιανόταν από άλλους, οι οποίοι τον πήγαιναν επίσης σε άλλους. Αν συνέβαινε να είχε κρύψει κάτι, είτε στο έδαφος είτε σε κάποιον, ο ίδιος ο τόπος το φώναζε, σαν έγκυος γυναίκα που την έπιαναν οι πόνοι της γέννας. Σε τέτοιες συνθήκες περνούσαν οι άνθρωποι τις άγιες ημέρες της Σαρακοστής. [σελ. 169-70]
Έξοδος των Αγροτών
Ο Ραζίν9 συνέχισε στο Αρζούν10 και στο Μαϊφερκάτ,11 και όταν είδε την επιδρομή των διοικητών της πόλης, τους καταδίκασε σε μεγάλα βάσανα και βίαια βασανιστήρια, σε σημείο που τους κατέφαγαν τα παράσιτα και πέθαναν. Έσπασε τα χέρια και τα πόδια τους στα δεσμά και τους πήρε όλα όσα είχαν λεηλατήσει.
Ο Θεός τους παρέδωσε στην κακία αυτού του σκληρού παλιάνθρωπου και όλες οι ασεβείς πράξεις που διέπραξαν έπεσαν στο κεφάλι τους. Λέγεται ότι άρπαζαν αμούστακους νέους στους δρόμους και τους ατίμαζαν. Γραμματείς και ασεβείς ανταλλάκτες χρημάτων, που ήσαν χριστιανοί, έπαιρναν νεαρά κορίτσια, τα πήγαιναν απόμερα και τα ατίμαζαν, κόρες του λαού και κόρες προκρίτων. […] Σημείωσα μερικά από αυτά τα πράγματα, ώστε όταν τα βλέπουν οι ηγέτες, να φέρνουν αντιμέτωπη τη συνείδησή τους με τον Θεό, ότι δεν πρέπει να ενεργούν όπως θέλουν και αντίθετα με την εντιμότητα. Και επίσης ότι πρέπει να γνωρίζουν ότι υπάρχει νόμος, ακόμη και για εκείνους που κάνουν τον νόμο, και ότι καταλαβαίνουν ότι ο ηγεμόνας που συμπεριφέρεται με τόσο άνομο τρόπο χάνει αμέσως και γρήγορα τον τίτλο του ηγεμόνα, στον οποίο βρίσκεται η δόξα του και, ως αντάλλαγμα, λαμβάνει τον τίτλο του τυράννου, ο οποίος είναι γεμάτος τρέλα. Που είναι η αρχή της άνοιας.
Υπήρχε μεγάλη ταλαιπωρία στα εδάφη του Νότου [κάτω Ιράκ, Συρία], λόγω της ξηρασίας που αναφέραμε πιο πάνω. Όλη η νότια και ανατολική περιοχή είχε ξεσηκωθεί από τη σκληρότητα και τον διωγμό του Μούσα Ιμπν Μουσάμπ. Οι κάτοικοί τους εισέβαλαν στη Μεσοποταμία. Χωριά και πόλεις, σπίτια και χωράφια ήσαν γεμάτα από αυτούς, σε σημείο όπου δεν ήταν δυνατό να μετακινηθούμε ή να εγκατασταθούμε οπουδήποτε εξαιτίας τους. Αυτό αύξανε τις ταλαιπωρίες που βάραιναν τους φτωχούς και τους εργάτες της Μεσοποταμίας, γιατί κανένας δεν τους έδινε μισθούς, κανένας δεν απασχολούσε ούτε έναν από αυτούς. Αν κάποιος πρόσφερε εργασία αποκλειστικά για το κόστος της τροφής τους, θα βρίσκονταν ανάμεσά τους όσοι ζητούνταν, που συμφωνούσαν να εργαστούν, ακόμη και αν δεν τους έδιναν αρκετό ψωμί. Όλη την ημέρα, χωρίς διακοπή, κινούνταν γύρω από σπίτια, άνδρες και γυναίκες, παιδιά και γέροι. Όταν έβλεπαν μια πόρτα να ανοίγει κάπου, τριάντα ή σαράντα από αυτούς κάθε φορά έπεφταν πάνω της. Στην αρχή όλοι τους έδιναν ελεημοσύνη. Αλλά όταν αυτός ο αριθμός των φτωχών ανθρώπων, αυτών των ξένων, αυτών των πειναλέων, αυξανόταν υπερβολικά, σταματούσε κανείς να δίνει. Γιατί οι κάτοικοι φοβούνταν μην πέσουν και οι ίδιοι σε ελλείψεις και γίνουν πιο άθλιοι από εκείνους, ενώ επιπλέον ο κυβερνήτης, μέσω απάτης και κλοπής, είχε πάρει όλο το σιτάρι από τους γαιοκτήμονες και το είχε πουλήσει. […] Οι κάτοικοι των διαφόρων περιοχών της Μεσοποταμίας ενώνονταν και έμπαιναν στις πόλεις, για να ξεφύγουν από την πείνα. Όλη η περιουσία τους είχε πωληθεί και κανένας δεν ήθελε να τους δανείσει. Όλη τη Σαρακοστή έτρωγαν κρέας και γαλακτοκομικά. Λόγω της χαμηλής τιμής των ζώων, τους έδιναν παντού όσο κρέας ήθελαν. Σε ορισμένα μέρη αυτός ο λιμός έγινε χειρότερος για τους ντόπιους κατοίκους λόγω του πλήθους των ξένων, σε σημείο που επιτίθεντο στα πτώματα των νεκρών.
Οι ξένοι που είχαν εγκαταλείψει τη γη τους λόγω της πείνας, για να μην πεθάνουν εκεί, προηγούνταν, συνοδευόμενοι και καταδιωκόμενοι από σπαθί και λοιμό, όπου κι αν έρχονταν και πήγαιναν. [σελ. 175-77]
Όταν τα δεινά αυξάνονταν εξαιτίας του κυβερνήτη, των ελλείψεων, της πείνας, του λοιμού και των διαφόρων ασθενειών που έπλητταν τους ανθρώπους, αυτοί οι άνθρωποι εγκατέλειπαν τα σπίτια τους και πήγαιναν να εγκατασταθούν στα βουνά και τις κοιλάδες. Εκεί πέθαιναν σαν μύγες από την πείνα, τον λοιμό και το κρύο και τους έτρωγαν πουλιά και θηρία, χωρίς να τους θάψει κανείς.
Αυτή η μάστιγα βάραινε πολύ τις χαμηλότερες περιοχές και ερήμωνε ολόκληρη αυτήν την περιοχή. Με αποτέλεσμα αυλές [κατοικίες] όπου υπήρχαν σαράντα ή πενήντα άτομα να μένουν χωρίς ούτε έναν κάτοικο. Στη Μοσούλη περισσότερα από χίλια φέρετρα έβγαιναν από την πόλη καθημερινά. Στην περιοχή της Νισιμπίν πολλά χωριά, που είχαν γίνει αρκετά μεγάλα, καταστράφηκαν ολοσχερώς. Όλοι οι μεγάλοι [πρόκριτοι] της περιοχής πέθαιναν. Πάνω απ’ όλα, αυτή η επιδημία προκαλούσε τον θάνατο των ιερέων των πόλεων και της υπαίθρου. […] Τα χωράφια, τα χωριά, τα μεγάλα μέγαρα των πόλεων έμεναν ερημωμένα. [σελ. 186]
[Ψευδο] Διονύσιος του Τελ-Μάχρε
Αίγυπτος
Ταξίδι του Ιακωβίτη πατριάρχη Διονυσίου του Τελ-Μάχρε στην Αίγυπτο (826 ή 827)
Ο Γιακντάν12 είχε έναν Χαλκηδόνιο [Ελληνορθόδοξο] γραφέα [γραμματέα] στην Έδεσσα, ο οποίος ονομαζόταν Ουαλίντ. Απεχθανόταν τους χριστιανούς [Ιακωβίτες]. Όταν παραπονέθηκαν για αυτόν [τον Ουαλίντ] στον Γιακντάν, τον τίμησε ακόμη περισσότερο, λόγω των κακών που του έμαθε να προκαλεί στους χριστιανούς. Οι Εδεσσαίοι [Ιακωβίτες από την Έδεσσα] δεν μπορούσαν να τον ανεχτούν και κατέβηκαν στην Αίγυπτο στον εμίρη Αμπντάλα [μπιν Ταχίρ], προκειμένου να διαμαρτυρηθούν για αυτούς τους δύο άνδρες. Όταν ο Ουαλίντ είδε ότι πλησίαζε η πτώση του, φρόντισε να γκρεμίσει ο Γιακντάν τις εκκλησίες τους. Έγραψε στον ηγέτη του Καλλίνικου13 για να προκαλέσει την οργή του εναντίον των Εδεσσαίων και εναντίον του Θεοδόσ<ιου>, του μητροπολίτη τους. Αυτός ο ηγέτης, ο οποίος ήταν επίσης εχθρός των χριστιανών, παρουσίασε <τα γράμματα> στον εμίρη Μουχάμαντ [αδελφό του Αμπντάλα μπιν Ταχίρ]. Αυτός ο τελευταίος, που ήταν νεαρός άνδρας, επέτρεψε στον εαυτό του να εξαπατηθεί από τα λόγια του δικαστή. Αυτός [ο εμίρης Μουχάμαντ, κυβερνήτης του Καλλίνικου] διέταξε να καταστραφεί κάθε νέο κτίριο και καταστράφηκε η Εκκλησία των Σαράντα Μαρτύρων, καθώς και το διακονικόν και το ιερό της Μεγάλης Εκκλησίας, το μικρό βόρειο αίθριο του βαπτιστηρίου, η βασιλική και τα υπόλοιπα κτίρια του Θεοδόσι<ου>. Κατέστρεψαν επίσης το μοναστήρι των Χαλκηδονίων καλογριών και την εκκλησία, και έχτισαν ένα τζαμί στο τετράπυλον που βρίσκεται μπροστά από την Παλιά Εκκλησία, στο μέρος που ονομάζεται Μπέιτ Σάμπτα. [3: 61]14
Βλέποντας αυτά τα πράγματα, οι Ταϊγιάγιε της Χαρράν, ενθαρρύνθηκαν να κατεδαφίσουν την εκκλησία και να κακοποιήσουν τους χριστιανούς.
Όταν λάβαμε αυτά τα νέα στη Νισιμπίν, πήραμε μερικούς επισκόπους και ξεκινήσαμε χωρίς καθυστέρηση για την Αίγυπτο, προς τον εμίρη Αμπντάλα [μπιν Ταχίρ]. Εμείς και οι επίσκοποι επιβιβαστήκαμε σε πλοίο στη Γιόππα [Γιάφφα] […] Ύστερα από δύο ημέρες [καταιγίδων], ριχτήκαμε στο λιμάνι της πόλης Τάνισις [Τάνις]. Όταν οι κάτοικοι έμαθαν ποιοι είμαστε, πάνω από τριάντα χιλιάδες από αυτούς βγήκαν να μας συναντήσουν. [3: 62] 15
Καθυστερήσαμε στις πόλεις που βρίσκονται στις όχθες του ποταμού, γιατί δεν μας επέτρεπαν <να φύγουμε>, μέχρι να γιορτάσουμε και να τους κάνουμε να συμμετάσχουν στα Μυστήρια.
Οι Αιγύπτιοι έδιναν μεγάλη αξία στην παραλαβή τους από τα χέρια του πατριάρχη. Ως αποτέλεσμα της καθυστέρησής μας, ο Θεοδόσι<ος>16 προχώρησε πριν από εμάς και μίλησε στον εμίρη για εμάς και για τη θύελλα στη θάλασσα. Όταν φτάσαμε στο περσικό στρατόπεδο [στα στρατεύματα του Αββασίδη χαλίφη αλ-Μαμούν] και όταν πήγα ενώπιόν του, με επέπληξε που ταξίδεψα δια θαλάσσης, «όντας ηλικιωμένος», είπε, «και ντυμένος με τέτοια αξιοπρέπεια». Γιατί με σέβονταν πολύ. Είπε: «Ποιος σε υποχρέωσε να έρθεις στην Αίγυπτο; Μπορούσες να μου πεις αυτό που ήθελες με επιστολή. Ακόμη περισσότερο αφού ήρθε ο αδελφός σου [ο Θεοδόσιος], ο οποίος ήταν ο κυρίως ενδιαφερόμενος». Απάντησα: «Ηγεμόνα, αυτός ο μητροπολίτης <ήρθε> για δικό του λογαριασμό και εξαιτίας εκείνων που υπέστη η Έδεσσα [τον διωγμό των χριστιανών]. <Αλλά καθώς αυτός> εξαπλώνεται σε όλες τις χώρες, εγώ είμαι εκείνος που είναι ο πιο ταλαιπωρημένος και ο πιο καταπιεζόμενος, όταν καταστρέφονται οι εκκλησίες μας και όταν καταργούνται οι νόμοι μας». Και καθώς η ώρα της επίσκεψής μας σε αυτόν ήταν τη νύχτα, επειδή συμμετείχε όλη τη μέρα σε μάχες,17 του μιλήσαμε για πολύ ώρα για χρήσιμα πράγματα και του παρουσίασα την πρεσβεία [αντιπροσωπεία] από τη Τζαζίρα και από τη Δύση18 και [εκείνοι παρουσίασαν] τις κατηγορίες τους εναντίον των νομαρχών του.
Του είπα τη θλιβερή ιστορία της Τάνιος, πόλης στην Αίγυπτο. Αν και είχε μεγάλο πληθυσμό και εκκλησίες, δεν είχαμε δει ποτέ φτώχεια όπως εκείνη των κατοίκων της. Όταν ρωτήσαμε από πού <προερχόταν>, απάντησαν: «Η πόλη μας περιβάλλεται από νερό και δεν έχουμε ούτε συγκομιδή ούτε άλλους πόρους. Δεν μπορούμε να διατηρούμε κοπάδια. Το νερό που πίνουμε έρχεται από μακριά και το αγοράζουμε για τέσσερα ζουζ τη στάμνα. Η δουλειά μας είναι το λινάρι που γνέθουν οι γυναίκες μας και που υφαίνουμε. Η τιμή που παίρνουμε καθημερινά από τους εμπόρους ρούχων είναι μισό ζουζ την ημέρα. Και παρόλο που η δουλειά μας δεν φτάνει για να βάλουμε ψωμί στο στόμα μας, όταν φορολογούμαστε για τον φόρο υποτέλειας, καθένας από εμάς είναι υποχρεωμένος να δώσει πέντε δηνάρια. Μας χτυπούν και μας ρίχνουν στη φυλακή και μας αναγκάζουν να δώσουμε ως υπόσχεση τους γιους και τις κόρες μας, για να δουλέψουν ως σκλάβοι, για δύο χρόνια ανά δηνάριο. Και αν είναι κόρη ή σύζυγος, και αν τύχει να γεννήσει ενώ βρίσκεται ανάμεσά τους, μας βάζουν να ορκιστούμε ότι δεν θα τους απαχολήσουμε με αυτό το θέμα. Συμβαίνει επίσης ότι πριν έρθει η στιγμή για την απελευθέρωση της συζύγου κάποιου, επιβάλλεται νέος φόρος υποτέλειας. Και μου ζήτησαν, εμίρη, να σε ενημερώσω για την κατάστασή τους, έτσι ώστε να τους λυπηθείς». Τότε ο εμίρης διέταξε, σύμφωνα με τον νόμο της Τζαζίρα, να δίνουν φόρο σαρανταοκτώ ζουζ οι πιο εύποροι, εικοσιτέσσερα η μεσαία τάξη και δώδεκα οι φτωχοί, όταν θα τους επιβαλλόταν ο κεφαλικός φόρος.
Έγραψε ένα διάταγμα για εμάς, έτσι ώστε όλα όσα είχαν καταστραφεί στην Έδεσσα να ξαναχτιστούν και έτσι ώστε κανείς να μην καταστρέψει ποτέ κανένα μέρος μιας εκκλησίας. [3: 62-64]
Δεύτερο ταξίδι στην Αίγυπτο από τον Διονύσιο του Τελ-Μάχρε (832)
Τον μήνα Σεμπάτ <Φεβρουάριο>, ο βασιλιάς [αλ-Μαμούν] εισήλθε στην Αίγυπτο και ο πατριάρχης Μαρ Διονύσιος μπήκε μαζί του, για δεύτερη φορά, όπως έγραφε ο ίδιος, λέγοντας:
Όταν φτάσαμε στην πόλη Φαράμα [Πελούσιον], την πρώτη στην Αίγυπτο, ο βασιλιάς έβαλε να με καλέσει ο Φαντλ, διευθυντής των βασιλικών υποθέσεων. Όταν μπήκα, μου άπλωσε το χέρι του σύμφωνα με το έθιμο και είπε: «Έμαθες, πατριάρχη, για την εξέγερση των Αιγυπτίων χριστιανών που ονομάζονται Μπιαμάγιε [στην κάτω Αίγυπτο]. Οι πρώτες καταστροφές που υπέστησαν δεν ήσαν αρκετές γι’ αυτούς. Και αν δεν ήμουν ελεήμων και σκεφτόμουν τη σφαγή, δεν θα τους έστελνα έναν άνθρωπο όπως εσύ. Πάρε λοιπόν τους επισκόπους που είναι μαζί σου και τους Αιγύπτιους επισκόπους και πήγαινε να τους βρεις. Να διαπραγματευτείς μαζί τους, υπό τον όρο ότι θα παραδώσουν τους αντάρτες και ότι θα έρθουν με τον στρατό όπου αποφασίσω και θα τους βάλω να ζήσουν εκεί. Αν όχι, θα τους σκοτώσω με το σπαθί». Αφού του μίλησα για πολύ ώρα για υποταγή και για να τους αφήσει στη χώρα τους, μου απάντησε: «Όχι! Ή θα φύγουν ή θα θανατωθούν». Και διέταξε αμέσως να με συνοδεύσει ο πατριάρχης της Αιγύπτου. Πήγαμε από το νερό και οκτώ ημέρες αργότερα ο πατριάρχης Ιωσήφ ήρθε να μας βρει για να ενωθεί μαζί μας.
Κατεβήκαμε αμέσως στο Μπασρούτ, που είναι η περιοχή των Μπιαμάγιε. Τους βρήκαμε συγκεντρωμένους και προστατευμένους σε ένα νησί περιτριγυρισμένο από νερό, καλάμια και βούρλα από όλες τις πλευρές. Τότε οι ηγέτες τους προχώρησαν προς εμάς. Όταν τους επιπλήξαμε για την εξέγερση και για τις σφαγές που είχαν διαπράξει, έριξαν το φταίξιμο σε εκείνους που τους κυβερνούσαν. Όταν έμαθαν ότι έπρεπε να εγκαταλείψουν τη γη τους, τρομοκρατήθηκαν και μας παρακάλεσαν να στείλουμε να ρωτήσουν τον βασιλιά αν μπορούσαν να πάνε σε αυτόν και να του πουν όλα τα δεινά τους. Έλεγαν ότι ο Αμπούλ Ουαζίρ τους καταδίκαζε σε υπερβολικό φόρο υποτέλειας. Ότι τους φυλάκιζε στο [λείπουν λέξεις] και ότι όταν οι γυναίκες τους έρχονταν να τους δώσουν φαγητό, οι υπηρέτες του τις άρπαζαν και τις βίαζαν. Ότι είχε σκοτώσει μεγάλο αριθμό από αυτούς και σκόπευε να τους εξαλείψει όλους, ώστε να μην μπορούν να παραπονεθούν στον βασιλιά για αυτόν. Εκείνος ήταν που προέτρεψε τον [στρατηγό] Αφσίν να πάει στα χωριά τους, για να τους κάνει να έρθουν σε αυτό το στρατόπεδο και για να σκοτώσει τους άνδρες.
Έτυχε τώρα να συναντήσουν οι στρατιώτες μια γυναίκα και να την αρπάξουν για να τη βιάσουν. Όταν φώναξε και ούρλιαζε, όσοι βρίσκονταν στο νησί άκουσαν τη φωνή της, έσπευσαν και ενεπλάκησαν σε μάχη, φονεύοντας και φονευόμενοι. Και για αυτόν τον λόγο η ειρήνη διαλύθηκε και έπαψε εντελώς. [3: 76-78]

Θρόνος Αλεξανδρινός (675-703). Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, Αίγυπτος
Κατάλογος Μητροπόλεων και Επισκοπών υπό τη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας (απόσπασμα)
Kamal, τομ. 3, fasc. 1, pi. 49 lr.
Όταν φτάσαμε στον στρατηγό Αφσίν και τον ενημερώσαμε ότι οι επαναστάτες ήσαν ανένδοτοι, μας απάντησε: «Η ειρήνη έχει σπάσει. Πηγαίνετε και πείτε στον βασιλιά ότι δεν είναι δυνατή η ειρήνη». Και άρχισαν τον πόλεμο. Έβαζαν φωτιά σε χωριά, αμπέλια, κήπους και εκκλησίες σε ολόκληρη την περιοχή. Οι Μπιαμάγιε από την πλευρά τους, τρυπούσαν τους Πέρσες ρίχνοντας ακόντια ή δόρατα μέσα από το νερό. Έφεραν και τους γείτονές τους, ξεσηκώνοντάς τους εναντίον τους [των Περσών] και άρχισαν να σκοτώνουν και να σκοτώνονται.
Όταν φτάσαμε στον βασιλιά, του είπα τα πάντα και τον ενημέρωσα για την αδικία που έγινε στους Αιγύπτιους και για την κακία του Αμπούλ Ουαζίρ, ο οποίος είχε αποτρέψει την ειρήνη, και ότι οι άνθρωποι της περιοχής διαμαρτύρονταν για αυτόν και για δύο άλλους. [3:79]
Ο βασιλιάς Μαμούν κατέβηκε στους Μπιαμάγιε. Έφερε τη μεταξύ τους καταστροφή σε τέλος. Κάλεσε τους ηγέτες τους και τους διέταξε να φύγουν από αυτήν την περιοχή. Αυτοί [οι ηγέτες] του αποκάλυψαν τη σκληρότητα των επάρχων <που είχαν τοποθεηθεί> πάνω τους και [εξήγησαν] ότι, αν άφηναν τη γη τους, δεν θα είχαν τα μέσα για να ζήσουν, αφού έβγαζαν τα προς το ζην από τον πάπυρο και πιάνοντας ψάρια. Ύστερα δέχτηκαν τις εντολές του. Έφυγαν με πλοία για την Αντιόχεια και από εκεί στάλθηκαν στη Βαγδάτη. Αριθμούσαν τρεις χιλιάδες. Η πλειοψηφία τους πέθανε καθ’ οδόν. Εκείνοι που είχαν συλληφθεί κατά τη διάρκεια του πολέμου δόθηκαν ως σκλάβοι στους Ταϊγιάγιε, στον αριθμό των πεντακοσίων περίπου. Τους εξήγαγαν όλους στη Δαμασκό και τους πούλησαν εκεί. Ήταν πράγμα που δεν είχε ξαναγίνει στην αυτοκρατορία των Ταϊγιάγιε: πωλούσαν εκείνους που υποβάλλονταν στον ζυγό του κεφαλικού φόρου.19 Αλλά με τη βοήθεια του Θεού προτρέψαμε τους πιστούς και όλοι εξαργυρώθηκαν και απελευθερώθηκαν. Δεν επέστρεψαν στην περιοχή τους, γιατί υπήρχε μεγάλος λιμός εκεί και πολλοί αποχώρησαν στη Συρία για να χορτάσουν το ψωμί τους.
Ο βασιλιάς διέταξε τους νομάρχες επί πονή θανάτου να μη μεταχειρίζονται σκληρά τους Αιγύπτιους. Επέβαλε τον μισό φόρο για όλη την Αίγυπτο.
Όταν ο βασιλιάς έφυγε από την Αίγυπτο, οι καταστροφές στους Αιγυπτίους πολλαπλασιάστηκαν. Οι Πέρσες έμπαιναν στα χωριά, έδεναν μαζί σε δεκάδες ή εικοσάδες εκείνους που αντιστέκονταν και τους έστελναν στο Φουστάτ (κοντά στο Κάιρο), χωρίς να μαθαίνουν αν ήσαν ένοχοι ή αθώοι. Πολλοί πέθαιναν χωρίς να έχουν διαπράξει αδίκημα. Μερικοί από εκείνους που οδηγήθηκαν αλυσοδεμένοι για να σφαχτούν, ζήτησαν από τον άνδρα που τους συνόδευε να δεχτεί ένα δώρο και να τους αφήσει ελεύθερους. Καθώς του είχαν δοθεί μετρητά, είπε: «Περιμένετε μέχρι να συναντήσουμε άλλους στον δρόμο και θα τους αλυσοδέσω στη θέση σας». Συνάντησαν τρεις άνδρες: έναν ιερέα και δύο Ταϊγιάγιε, ένας εκ των οποίων ήταν ιμάμης ενός τζαμιού. Πήραν τη θέση εκείνων που αφέθηκαν ελεύθεροι με πληρωμή δώρου. Και καθώς οι καταπιεσμένοι δεν επιτρεπόταν να μιλήσουν, σφάχτηκαν. Έτσι οι δρόμοι γέμισαν με άνδρες που σκοτώνονταν άδικα. Στη χώρα της Αιγύπτου κυριαρχούσε σπαθί και αιχμαλωσία, λιμός και επιδημία εκείνη την περίοδο.
[Όταν πέθανε ο αλ-Μαμούν (833), τον διαδέχθηκε ο αλ-Μουτάσιμ.] Έστειλε τα στρατεύματά του να πολεμήσουν τους Ζοτάγιε,20 που ζούσαν ανάμεσα στις λίμνες στις οποίες χύνονταν ο Ευφράτης και ο Τίγρης [κάτω Ιράκ]. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι βρίσκονταν συνεχώς σε εξέγερση και βασάνιζαν τον βασιλιά. Χτυπούσαν, λεηλατούσαν και έσφαζαν τους εμπόρους που έρχονταν στη Βαγδάτη από τη Βασόρα, την Ινδία και την Κίνα. Αλλά τα στρατεύματα δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε εναντίον τους, επειδή πολεμούσαν από τα πλοία τους. Τότε ο βασιλιάς έστειλε τους Αιγυπτίους που είχε αιχμαλωτίσει στην Αίγυπτο, οι οποίοι ήσαν συνηθισμένοι στο νερό και κολυμπούσαν σαν τα ψάρια μέσα σε αυτό. Χωρίς να φαίνονται, χτυπούσαν ξαφνικά τους Ζοτάγιε με δόρατα και τους τρυπούσαν. Έτσι οι Ζοτάγιε νικήθηκαν από τους [νικημένους] Μπιαμάγιε. Συνελήφθησαν ταυτόχρονα με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, αποδυναμώθηκαν και υπέκυψαν στη φυλακή στη Βαγδάτη. Όταν ο βασιλιάς είδε τα λαμπρά κατορθώματα των Αιγυπτίων στη μάχη εναντίον των Ζοτάγιε, τους εκτίμησε και πήρε μερικούς από αυτούς στην υπηρεσία του, για να δουλεύουν στους κήπους και τα πάρκα, και άλλους για να υφαίνουν τα λινά ρούχα, με τον τρόπο των αιγυπτιακών κεντημάτων. Επέτρεψε σε όλους τους άλλους να επιστρέψουν στη χώρα τους. Όταν έφτασαν στη θάλασσα, πήραν τις θέσεις τους σε σκάφη για να επιστρέψουν στην Αίγυπτο. αλλά η <θεϊκή> δικαιοσύνη δεν τους επέτρεψε να πάνε και να ζήσουν εκεί. Ξέσπασε καταιγίδα και όλοι πνίγηκαν στη θάλασσα. [3: 82-84]
Υπό τον χαλίφη Χαρούν αλ-Ουαθίκ (842-847)
Στην Κύρρο [βόρεια από το Χαλέπι] ένας άλλος νομάρχης πήγαινε από χωριό σε χωριό, όταν συνάντησε έναν καμηλιέρη, του οποίου οι καμήλες ουρούσαν στον δρόμο. Του είπε: «Γιατί αφήνεις αυτές τις καμήλες να ουρούν στον δρόμο στον οποίο ταξιδεύουν μουσουλμάνοι; Για να τους κάνεις να γλιστρήσουν και να πέσουν;» Τον έριξε στη φυλακή μαζί με τις καμήλες του, μέχρι που του έδωσε <ένα δώρο>. Μια άλλη μέρα είδε έναν άνθρωπο που είχε πέσει από τον γάιδαρό του και είχε σπάσει το κεφάλι του. Μαθαίνοντας από αυτόν ότι ο γάιδαρός του είχε τρομάξει και τον είχε ρίξει στο έδαφος, διέταξε να σκοτωθεί ο γάιδαρος, με το σκεπτικό ότι ήταν φοβιτσιάρης και φονιάς του κυρίου του. Όταν αυτός ο φτωχός άνθρωπος είδε την ποινή του νομάρχη, του έδωσε δύο δηνάρια και τον έσωσε <τον γάιδαρό του>. Όταν ένας άνθρωπος κατήγγειλε έναν άλλο, φυλάκιζε και τους δύο μέχρι να καταστραφούν έτσι και οι δύο. Και με αυτόν τον τρόπο, οι άνθρωποι εμποδίζονταν να κάνουν καταγγελίες. Και αναγκαστικά τηρούσαν την εντολή που λέει «Ποτέ να μην ανταποδίδετε κακό αντί κακού». <Προς Ρωμαίους. 12: 17: Μηδενὶ κακὸν ἀντὶ κακοῦ ἀποδιδόντες>
Εμπόδιζαν τη συγκομιδή των σταφυλιών την εποχή της, μέχρι να εισπράξουν ένα δηνάριο ανά χίλια φυτά. Ομοίως στα πατητήρια εμπόδιζαν το πάτημα, μέχρι να τους δοθούν τα χρήματα που ήθελαν. Ύστερα κρατούσαν το κρασί κλεισμένο σε βαρέλια, μέχρι να εισπράξουν <φόρο> από αγοραστές και πωλητές.
Ομοίως επέβαλαν <φόρους> στους δρόμους και στις πύλες των πόλεων. Επίσης στην αρχή της συγκομιδής, και στις μυλόπετρες, και όταν κλάδευαν, και όταν μάζευαν τις ελιές.
Ο Άχμαντ Μπαρ Αμπού Νταούντ εξέδωσε όλους αυτούς τους κακούς νόμους.
Θυμόμαστε τι έκαναν οι άνθρωποι της φυλής του, οι Ιγιαδαΐτες [της φυλής Ιγιάτ του Ιράκ]. Το μυαλό εκπλήσσεται, η γλώσσα τρέμει στη ανάμνηση της ασέβειας των Ιγιαδαϊτών. Μάλιστα ήσαν τόσο καυχησιάρηδες εκείνη την περίοδο, που κανένας δεν μπορούσε να τους αντέξει, ούτε να τους εμποδίσει να κάνουν ό,τι ήθελαν. […] Αν ένας Ιγιαδαΐτης ποθούσε ένα χωριό, το φόρτωνε με φόρους, μέχρι που αναγκάζονταν οι ιδιοκτήτες του να το πουλήσουν και ύστερα το αγόραζε ο ίδιος σχεδόν για τίποτε.
Ο Άχμαντ κατέλαβε πολλά χωριά με αυτόν τον τρόπο. Οι άνδρες διώχνονταν από τους Ιγιαδαΐτες και από τους νομάρχες. Οι ίδιοι οι Ταϊγιάγιε καταδιώκονταν. [3: 106-7]
Μιχαήλ Σύριος

Κοπτικό ύφασμα (7ος-8ος αιώνας). Αίγυπτος
αρ. κατ. 139, Μουσείο Ισραήλ
2. Γνώμες Νομικών
Για να εισπράττετε τον κεφαλικό φόρο, δεν πρέπει να χτυπάτε τους φορολογούμενους, ούτε να τους εκθέτετε στον ήλιο, ούτε να καταφεύγετε σε άλλες τέτοιες μεθόδους, ούτε να τους επιβάλλετε απωθητικά φυσικά βάσανα. Πρέπει να τους δείχνετε ευγένεια, ή να φυλακίζονται ώστε να αποσπαστεί πληρωμή για όσα χρωστάνε, και δεν πρέπει να αφήνονται ελεύθεροι μέχρι να εξοφλήσουν πλήρως. Ο ουαλί [κυβερνήτης επαρχίας] δεν επιτρέπεται να απαλλάσσει κανέναν χριστιανό, Εβραίο, Μάγο [ζωροαστρικό], Σαβαίο21 ή Σαμαρείτη από την πληρωμή του φόρου, ούτε μπορεί κανένας να λάβει μερική μείωση. Είναι παράνομο να εξαιρείται ο ένας και ο άλλος όχι, επειδή οι ζωές και τα υπάρχοντά τους εξασφαλίζονται μόνο λόγω της πληρωμής του κεφαλικού φόρου, ο οποίος χρησιμεύει αντί του χαράτζ που σχετίζεται με τα υπάρχοντά τους. [σελ. 189]
Σχετικά με την ενδυμασία και την εμφάνιση των φόρου υποτελών
Επιπλέον, πρέπει να βάζετε σφραγίδα πάνω στους λαιμούς τους όταν εισπράττεται ο κεφαλικός φόρος και μέχρι να περάσουν όλοι από επιθεώρηση, αν και αυτές οι σφραγίδες μπορεί αργότερα να αφαιρούνται κατόπιν αιτήματός τους, όπως έκανε και ο Ουτμάν μπιν Χουνάιφ. Μπορέσατε να προστάξετε ότι κανένας από αυτούς δεν θα έχει την ελευθερία να μοιάζει με μουσουλμάνο στο ντύσιμό του, στον τρόπο που ιππεύει ή στην εμφάνισή του. Ότι όλοι πρέπει να φορούν ζώνη <ζουννάρ> στη μέση παρόμοια με χοντρό κορδόνι, στην οποία ο καθένας πρέπει να κάνει κόμπο στη μέση. Ότι τα μικρά κάπελα τους θα είναι φοδραρισμένα. Ότι οι σέλες τους θα έχουν, αντί για λαβή, ένα κομμάτι ξύλο σαν ρόδι. Ότι τα παπούτσια τους θα είναι εφοδιασμένα με διπλά λουριά. Ότι θα αποφεύγουν να έρχονται πρόσωπο με πρόσωπο με μουσουλμάνους. Ότι οι γυναίκες τους δεν θα ιππεύουν πάνω σε γεμισμένες σέλες. Ότι δεν θα χτίζουν νέες συναγωγές ή εκκλησίες μέσα στην πόλη και θα περιορίζονται στη χρήση, ως χώρων λατρείας, εκείνων που υπήρχαν κατά την εποχή της συνθήκης που τους μετέτρεψε σε υποτελείς και που τους αφέθηκαν χωρίς να κατεδαφιστούν. Το ίδιο ισχύει και για τις νεκρικές πυρές [των ζωροαστρικών]. Είναι ανεκτό να ζουν στις κύριες πόλεις, να αγοράζουν και να πωλούν σε μουσουλμανικές αγορές, αλλά να μην πωλούν ούτε κρασί ούτε χοιρινό και χωρίς να εμφανίζουν σταυρούς στις κύριες πόλεις. Όμως το κάλυμμα της κεφαλής τους πρέπει να είναι μακρύ και χοντρό. Κατά συνέπεια, δώστε εντολή στους εκπροσώπους σας να υποχρεώσουν τους υποτελείς να σεβαστούν αυτές τις απαιτήσεις στην εμφάνισή τους, όπως είχε κάνει ο Ομάρ Ιμπν αλ-Χατάμπ, «για να τους ξεχωρίζουμε από τους μουσουλμάνους με μια ματιά», όπως έλεγε.
Γνωρίζω από τον Αμπντ αρ-Ραχμάν μπιν Θαμπίτ μπιν Θαουμπάν, στο όνομα του πατέρα του, ότι ο Ομάρ μπιν Αμπντ αλ-Αζίζ [717-20] έγραψε τα εξής σε έναν από τους κυβερνήτες του: «Ύστερα από τα προκαταρκτικά [χαιρετισμούς], μην επιτρέπετε να εκτίθεται κανένας σταυρός χωρίς να τον σπάσετε και να τον καταστρέψετε.
Δεν επιτρέπεται σε κανέναν Εβραίο ή χριστιανό να ιππεύει πάνω σε σέλα, αλλά πρέπει να χρησιμοποιούν σαμάρι φόρτωσης και καμία από τις γυναίκες τους να μην χρησιμοποιεί σέλα με γέμιση, αλλά μόνο σαμάρι φόρτωσης. Πρέπει να εκδοθούν για αυτό επίσημα διατάγματα και το κοινό να εμποδίζεται να τα παραβιάζει. Κανένας χριστιανός δεν θα φοράει πλεκτό παλτό (κάμπα), ούτε λεπτό ύφασμα ούτε τουρμπάνι! Μου έχει αναφερθεί ότι αρκετοί χριστιανοί υπό τη δικαιοδοσία σας έχουν επιστρέψει στο έθιμο να φορούν τουρμπάνια, να μην φορούν πια ζώνες στη μέση και να αφήνουν τα μαλλιά τους να μεγαλώνουν ελεύθερα χωρίς να τα κόβουν. Στη ζωή μου! Αν συμβαίνει αυτό στην ακολουθία σας, οφείλεται στην αδυναμία σας, στην ανικανότητά σας και στις κολακείες που προσέχετε, και αυτοί οι άνθρωποι γνωρίζουν, ξαναρχίζοντας τα προηγούμενα έθιμά τους, τι είδους άνθρωπος είστε. Τηρείστε όλα όσα έχω απαγορεύσει και μην έρχεστε σε αντίθεση με εκίνους που το κάνουν. Ειρήνη». [σελ. 195-96]
Αμπού Γιουσούφ

Δύο μολύβδινοι δίσκοι κεφαλικού φόρου Αββασιδών (854/900)
Hirschberg, Research (1969-70), εικ. 1 & 2, σελ.7
Κεφαλικός φόρος και φόρος γης
Ο κεφαλικός φόρος και το χαράτζ είναι δύο εισφορές που ο Αλλάχ έχει επιβάλει στους πολυθεϊστές προς όφελος των πιστών και έχουν τρεις κοινές όψεις και τρεις που διαφέρουν, εκτός από τις πιο περίπλοκες εφαρμογές των κανόνων. Τα τρία κοινά σημεία είναι τα εξής: (α) Και οι δύο φόροι επιβάλλονται στους πολυθεϊστές, προκειμένου να τονιστεί η κατώτερη κατάστασή τους και ο εξευτελισμός τους. (β) Αυξάνουν το φάι και τα έσοδα προορίζονται για αυτούς που δικαιούνται φάι. (γ) Η πληρωμή καθίσταται απαιτητή στο τέλος του έτους και δεν είναι πληρωτέα πριν από αυτήν την ημερομηνία. Τα τρία σημεία στα οποία διαφέρουν είναι τα εξής: (α) Ο κεφαλικός φόρος ορίζεται σε [κορανικό] κείμενο, ενώ το χαράτζ επινοήθηκε με προσωπική εκτίμηση <ιτζτιχάντ>.22 (β) Το χαμηλότερο ποσοστό του πρώτου καθορίζεται από τον [Κορανικό] Νόμο, το υψηλότερο υπολογίζεται από προσωπικές εκτιμήσεις, ενώ και τα δύο ποσοστά του δεύτερου βασίζονται σε προσωπική εκτίμηση. γ) Το πρώτο είναι πληρωτέο όσο το άτομο παραμένει άπιστο και εξαφανίζεται μετά τη μεταστροφή του, ενώ το δεύτερο είναι πληρωτέο, είτε έχει παραμείνει άπιστος είτε έχει προσηλυτιστεί στο Ισλάμ.
Η τζίζγια ή κεφαλικός φόρος, που πρέπει να επιβάλλεται στο κεφάλι κάθε υπηκόου, προέρχεται από το ρήμα τζάζα <ανταπόδοση ή αποζημίωση>, είτε επειδή πρόκειται για αποζημίωση που οφείλεται λόγω της απιστίας τους, επειδή τους αποσπάται με περιφρόνηση, ή επειδή ισοδυναμεί με αποζημίωση επειδή τους παραχωρήσαμε κατάλυμα, γιατί αποσπάται από αυτούς με ηπιότητα. Η προέλευση αυτής της επιβολής είναι το θεϊκό κείμενο: «Πολεμήστε όσους δεν πιστεύουν στον Θεό και την Έσχατη Ημέρα και δεν απαγορεύουν αυτό που απαγόρευσε ο Θεός και ο Αγγελιοφόρος Του —αυτοί που δεν ασκούν τη θρησκεία της αλήθειας, που είναι από εκείνους που τους έχει δοθεί το Βιβλίο [η Βίβλος]— μέχρι να πληρώσουν τον φόρο με τα χέρια τους και να ταπεινωθούν» <Κοράνι 9: 29>. [σελ. 299-300]
Οι λέξεις «με τα χέρια τους» μπορεί να σημαίνουν είτε παρά τον πλούτο και την πολυτέλειά τους, είτε ότι είναι πεπεισμένοι ότι έχουμε τη δύναμη και την ισχύ που είναι απαραίτητες για να τον αποσπάσουμε από αυτούς. Όσο για τις λέξεις «και να ταπεινωθούν», είτε σημαίνουν ότι πρέπει να περιφρονηθούν και να ταπεινωθούν είτε ότι πρέπει να κυβερνιώνται με ισλαμικές εντολές.
Κάθε αρχή πρέπει να επιβάλλει τον κεφαλικό φόρο στους οπαδούς των θρησκειών αποκάλυψης που εμπίπτουν στην προστασία μας, έτσι ώστε να μπορούν να κατοικούν σε ισλαμικό έδαφος, και η πληρωμή που κάνουν να τους παρέχει τα ακόλουθα δύο δικαιώματα: να παραμένουν ανενόχλητοι και να να προστατεύονται, έτσι ώστε, με το πρώτο, να έχουν ασφάλεια και χάρη στο δεύτερο, να βρίσκουν το καταφύγιο του βραχίονά μας. […]
Όπως και οι άλλοι, οι Άραβες υπόκεινται στον κεφαλικό φόρο <όποτε ισχύει>. Ωστόσο ο Αμπού Χανίφα [περί το 767]23 όριζε: «Δεν τον απαιτώ από τους Άραβες, για να μην είναι αυτοί στόχος ταπείνωσης». Ούτε ο αποστάτης, ούτε ο υλιστής, ούτε ο ειδωλολάτρης υποβάλλονται σε αυτόν. Παρ’ όλα αυτά, ο Αμπού Χανίφα υπέβαλε τον τελευταίο σε αυτόν, όταν δεν είναι Άραβας, αλλά όχι στην περίπτωση Άραβα.
Οι οπαδοί των βιβλίων της αποκάλυψης είναι οι Εβραίοι και οι χριστιανοί, των οποίων τα ιερά γραπτά είναι αντίστοιχα η Τορά και τα Ευαγγέλια. [σελ. 301-2]
Όποιος μετατρέπεται από εβραϊκή σε χριστιανική αίρεση, δεν είναι ελεύθερος να το κάνει. Σύμφωνα με την πιο σωστή από τις δύο απόψεις, είναι υποχρεωμένος να γίνει μουσουλμάνος. [σελ. 302]
Όταν έχει γίνει ειρήνη μαζί τους [με τους άπιστους], υπό τον όρο ότι αυτοί θα προσφέρουν φιλοξενία στους διερχόμενους μουσουλμάνους, αυτή η υποχρέωση πρέπει να περιορίζεται σε τρεις ημέρες και δεν μπορεί να αυξάνεται. Με αυτόν τον τρόπο αντιμετώπιζε ο Ομάρ τους χριστιανούς της Συρίας, επιβάλλοντάς τους την υποχρέωση να φιλοξενούν στα σπίτια τους τυχόν ταξιδιώτες μουσουλμάνους, παρέχοντάς τους κανονική τροφή, χωρίς όμως να τους απαιτείται να σφάξουν πρόβατο ή κότα. Καθώς και την υποχρέωση να παρέχουν καταφύγιο στα ζώα τους, αλλά χωρίς να τους παρέχουν ζωοτροφές. Επιπλέον, μόνο οι κάτοικοι της υπαίθρου, εξαιρουμένων των πόλεων, υπόκεινται σε αυτήν την υποχρέωση. [σελ. 304-5]
Δύο ρήτρες εμφανίζονται στη σύμβαση κεφαλικού φόρου, μία από τις οποίες είναι υποχρεωτική και η άλλη συνιστώμενη. Η πρώτη περιλαμβάνει έξι άρθρα: (α) Δεν πρέπει ούτε να επιτίθενται ούτε να παραμορφώνουν το Άγιο Βιβλίο. (β) Ούτε να κατηγορούν τον Προφήτη για ψέματα ούτε να τον παραθέτουν με περιφρόνηση. (γ) Ούτε να μιλούν για τη μουσουλμανική πίστη για να την απαξιώσουν ή να την αμφισβητήσουν. (δ) Ούτε να προσεγγίζουν μουσουλμάνα γυναίκα με σκοπό να έχουν παράνομες σχέσεις ή γάμο. (ε) Ούτε να παρασύρουν έναν μουσουλμάνο από την πίστη του, ούτε να βλάπτουν αυτόν ή τα υπάρχοντά του. (στ) Ούτε να βοηθούν εχθρούς ή να προσφέρουν κατάλυμα σε κάποιον από τους κατασκόπους τους. Αυτά είναι τα καθήκοντα στα οποία πρέπει να συμμορφώνονται αυστηρά και τα οποία πρέπει να τηρούν, χωρίς να είναι απαραίτητο να συμφωνούν με αυτά. Αν γίνεται αυτό, είναι απλώς για να τους γνωστοποιηθεί, για να επιβεβαιωθεί η επισημότητα της υποχρέωσής τους και για να τονιστεί ότι, στο εξής, η συμμετοχή σε μία από αυτές τις πράξεις θα έχει ως αποτέλεσμα την ακύρωση της συνθήκης που τους παραχωρήθηκε.
Η δεύτερη ρήτρα, η οποία συνιστάται μόνο, αποτελείται επίσης από έξι σημεία: (α) Αλλαγή της εξωτερικής τους ενδυμασίας με τη χρήση διακριτικού σημείου <γιγιάρ> και ειδικής ζώνης <ζουννάρ>. β) Απαγόρευση κατασκευής κτιρίων υψηλότερων από εκείνα των μουσουλμάνων. Πρέπει να έχουν ίσο ύψος ή [να είναι] χαμηλότερα. (γ) Απαγορεύεται να προκαλούν προσβολή σε μουσουλμάνους χτυπώντας τις καμπάνες τους <νακούς>, διαβάζοντας τα βιβλία τους και τους ισχυρισμούς τους σχετικά με το Ουζάι24 και τον Μεσσία. (δ) Απαγορεύεται να πίνουν κρασί δημόσια, ή να επιδεικνύουν είτε σταυρούς είτε χοίρους. ε) Έχουν την υποχρέωση να πραγματοποιούν τις κηδείες τους κρυφά, χωρίς επιδεικτική επίδειξη πένθους και θρήνου. στ) Τους απαγορεύεται να ιππεύουν άλογα, είτε καθαρόαιμα είτε από διασταύρωση, αν και τους αφήνεται η χρήση μουλαριών και γαϊδουριών. Αυτές οι έξι εντολές δεν πρέπει απαραιτήτως να περιλαμβάνονται στη σύμβαση υποτέλειας, εκτός αν ορίστηκαν ρητά, οπότε είναι αυστηρά υποχρεωτικές. Παρά το γεγονός ότι έχουν οριστεί, οποιοδήποτε αδίκημα δεν έχει ως αποτέλεσμα την ακύρωση του συμφώνου, αλλά οι άπιστοι υποχρεώνονται αναγκαστικά να τις σέβονται και τιμωρούνται επειδή τις παραβίασαν. Δεν τιμωρούνται, αν τίποτε δεν αναφέρεται ρητά ως προς αυτό. [σελ. 305-6]
Όταν σύμμαχοι και οι φόρου υποτελείς τους ενώνονται για να πολεμήσουν τους μουσουλμάνους, εμπίπτουν αμέσως στην κατηγορία των εχθρών και καθένας από αυτούς τους μαχητές μπορεί να θανατωθεί. Για όσους δεν πήραν τα όπλα, πρέπει να αποφασιστεί αν έδωσαν ή όχι την έγκρισή τους στις εχθροπραξίες.
Η άρνηση των φόρου υποτελών να πληρώσουν τον κεφαλικό φόρο συνιστά παραβίαση της συνθήκης που τους παραχωρήθηκε. Σύμφωνα με τον Αμπού Χανίφα, αυτή η άρνηση δεν ισοδυναμεί με παραβίαση, εκτός αν, επιπροσθέτως, επανενταχθούν στην «περιοχή του πολέμου» [νταρ αλ-χαρμπ]. Αυτός ο φόρος εισπράττεται με τη βία, με τον ίδιο τρόπο όπως και τα υπόλοιπα χρέη.
Δεν τους επιτρέπεται να ανεγείρουν νέες συναγωγές ή εκκλησίες στο έδαφος του Ισλάμ και κάθε κτίριο θα κατεδαφίζεται χωρίς αποζημίωση. Μπορούν να αποκαταστήσουν αρχαίες συναγωγές και εκκλησίες που έχουν καταρρεύσει.
Η παραβίαση της σύμβασής τους από τους υποτελείς, μας επιτρέπει να τους σκοτώσουμε, να λεηλατήσουμε τα υπάρχοντά τους και να υποδουλώσουμε τις γυναίκες τους, αλλά μόνο όταν μας πολεμούν. Διαφορετικά, κάποιος τους διώχνει από το μουσουλμανικό έδαφος, με σεβασμό μέχρι να φτάσουν στον τόπο ασφαλείας τους στην πλησιέστερη πολυθεϊστική χώρα. Αν δεν αποχωρήσουν με τη θέλησή τους, τότε πρέπει να αποβληθούν με τη βία. [σελ. 308-9]
Αλ-Μαουάρντι
«Η ταπείνωση και ο χλευασμός θα είναι η κατάσταση εκείνων που δεν υπακούουν στο λόγο μου». Οι ντίμμι είναι οι πιο ανυπάκουοι της εντολής Του και αντίθετοι με τον λόγο Του. Κατά συνέπεια, τους αρμόζει να ταπεινωθούν, ξεχωρίζοντάς τους από τη διαγωγή των μουσουλμάνων, τους οποίους ο Αλλάχ έχει υψώσει μέσω της υπακοής τους σε Αυτόν [τον Αλλάχ] και στον Προφήτη Του, πάνω από εκείνους που τον έχουν παρακούσει. Αυτούς τους έχει εξευτελίσει, υποτιμήσει και καταστήσει απεχθείς, ώστε να φαίνεται πάνω τους το σημάδι της περιφρόνησης, ώστε να ξεχωρίζονται από την εμφάνισή τους. Το ότι πρέπει να τους επιβληθεί διακριτικό σημάδι [γιγιάρ] είναι σαφές από τη δήλωση του Προφήτη: «Όποιος από εσάς τους κάνει αυτούς [τους Εβραίους και χριστιανούς] φίλους του, είναι ένας από αυτούς» [Κοράνι 5:56]. […] Είναι υποχρεωτικό να αναγκαστεί ο άπιστος να παραμένει όμοιος με τον λαό του, έτσι ώστε οι μουσουλμάνοι να μπορούν να τον εντοπίζουν. Γιατί ο Προφήτης έχει πει: «Ο αναβάτης θα χαιρετήσει τον πεζό, ο πεζός εκείνον που κάθεται και το άτομο τη συνέλευση» […] ενώ απαγορεύεται να χαιρετάς πρώτος έναν Εβραίο ή χριστιανό. Αν κάποιος από αυτούς σας χαιρετήσει [τους μουσουλμάνους], τότε απαντάμε, «και πάνω σας».25 Αν αυτό είναι το έθιμο του Ισλάμ, τότε είναι απαραίτητο να επιβληθεί στους ντίμμι ειδική ενδυμασία, ώστε να τους αναγνωρίζουν και να τηρούνται σωστά τα ισλαμικά έθιμα και ένας μουσουλμάνος να γνωρίζει ποιος τον χαιρέτησε: είναι μουσουλμάνος που αξίζει να τον χαιρετήσει με ειρήνη ή είναι ντίμμι που δεν του αξίζει; […] Επιπλέον η διακριτική ενδυμασία εξυπηρετεί άλλους σκοπούς. Αυτός [ο μουσουλμάνος] θα γνωρίζει έτσι ότι δεν πρόκειται να πάει να τον συναντήσει, δεν πρόκειται να τον βάλει να καθίσει ανάμεσα σε μουσουλμανική παρέα, δεν πρέπει να του φιλήσει το χέρι, δεν πρέπει να σηκωθεί γι’ αυτόν, δεν πρέπει να του απευθύνεται με τους όρους «αδελφός» ή «κύριος», δεν πρέπει να του εύχεται επιτυχία ή τιμή όπως συνηθίζεται με έναν μουσουλμάνο, δεν πρέπει να του προσφέρει μουσουλμανική φιλανθρωπία, δεν πρέπει να τον καλεί ως μάρτυρα, είτε για κατηγορία είτε για υπεράσπιση, δεν πρέπειι να του πουλήσει σκλάβο μουσουλμάνο και δεν πρέπει να του δώσει θρησκευτικά ή νομικά βιβλία σχετικά με το Ισλάμ. [σελ. 81]
Το τουρμπάνι είναι το στέμμα των Αράβων […] Τα τουρμπάνια δεν είναι ενδυμασία των τέκνων του Ισραήλ, αλλά εκείνη των Αράβων. Ο Αμπού Κασίμ έλεγε: «Απαγορεύεται ένας ντίμμι να φοράει τουρμπάνι, γιατί δεν πρέπει να έχει καμία τιμή στη χώρα του Ισλάμ και επομένως δεν είναι η ενδυμασία του». [σελ. 84]
Απαγορεύεται αυστηρά να απευθύνεστε σε έναν ντίμμι ως «κύριο» ή «άρχοντα», όπως αναφέρεται στη χαντίθ: «Μην αποκαλείτε τον άπιστο "κύριο", γιατί αν είναι ο "κύριός" σας, τότε έχετε εξοργίσει τον Κύριό σας». Όσο για την προσφώνησή τους, «Δόξα του Κράτους», «Πυλώνα του Κράτους»,26 και ούτω καθεξής, αυτό δεν επιτρέπεται. Αν κάποιος από εκείνους φέρει αυτούς τους τίτλους, τότε ένας μουσουλμάνος δεν πρέπει να τον αποκαλεί με αυτούς. Αν είναι χριστιανός, ας του απευθυνθεί ως: «Εσύ, εκεί, Χριστιανέ», «Εσύ, εκεί, σταυρέ». Και αν είναι Εβραίος, ας του απευθυνθεί με τις λέξεις, «Εσύ, εκεί, Εβραίε». [σελ. 115]
Ο ντίμμι είναι υποχρεωμένος να τιμά τους μουσουλμάνους στις συνελεύσεις τους, δείχνοντάς τους σεβασμό και υποχώρηση. Δεν πρέπει να τους παραπλανεί, ούτε πρέπει να εμφανίζεται ενώπιόν τους χωρίς την άδειά τους. Δεν πρέπει να εκτελεί ασεβείς ή αγενείς πράξεις παρουσία τους. Πρέπει να τους χαιρετάει, όπως θα έκανε με τους συναδέλφους του. Δεν πρέπει να ξεσκεπάζει τα πόδια του ούτε να υψώνει τη φωνή του παρουσία τους. [σελ. 118]
Η παραμέληση ή αντικατάσταση αυτών των νόμων του Ομάρ από άλλους, ακόμη κι αν γίνεται αποδεκτή από τις θρησκευτικές αρχές, συνιστά αμέλεια εκ μέρους εκείνου στον οποίο ο Αλλάχ συνέστησε την αλήθεια και νίκη για τους εχθρούς του Αλλάχ. Επειδή, επιτρέποντάς τους να εκδηλώνουν την αθεΐα τους και να βγαίνουν από το καθεστώς κατωτερότητας, δυσφημίζονται έτσι η θρησκεία του Αλλάχ, ο Προφήτης Του, το Βιβλίο Του και οι μουσουλμάνοι […] και οι αποδείξεις που έχουμε προβάλει επιβεβαιώνουν ότι η τζιχάντ είναι υποχρεωτική, μέχρι να κυριαρχήσει ο λόγος του Αλλάχ και μέχρι να είναι όλοι της θρησκείας του Αλλάχ [Ισλάμ], μέχρι να θριαμβεύσει η θρησκεία του Αλλάχ επί όλων των θρησκειών και μέχρι να πληρώσουν τον κεφαλικό φόρο ενώ βρίσκονται σε κατάσταση κατωτερότητας. [σελ. 236-37]
Ιμπν Καγίμ αλ-Τζαουζίγια
Ο Μαλίκ μπιν Άνας [πεθ. 795]27 είπε ότι δεν είναι σωστό ένας μουσουλμάνος να διδάσκει την αραβική γραφή ή οτιδήποτε άλλο σε έναν χριστιανό. Επιπλέον, δεν πρέπει να βάζει το παιδί του σε ξένα [μη μουσουλμανικά] σχολεία για να μάθει ένα αλφάβητο [γλώσσα] διαφορετικό από το αραβικό [γλώσσα]. […]
Όταν ένας ντίμμι φτερνίζεται, δεν πρέπει πια να του λέει κανείς «ο Αλλάχ να σε ευλογεί!», αλλά «ας σε οδηγήσει ο Αλλάχ στον σωστό δρόμο!» ή «μακαρι να βελτιώσει την κατάστασή σου».
Αν ένας ντίμμι έχει παράνομη σχέση με συγκατατιθέμενη μουσουλμάνα, οι απόψεις διίστανται ως προς το αν ακυρώνεται ή όχι το σύμφωνο [προστασίας]. Αν, αντίθετα, την πήρε με τη βία, απ’ όσο γνωρίζω δεν υπάρχει διαφωνία και όσον αφορά αυτό το άτομο, το σύμφωνό του έχει λήξει. Με αυτόν τον τρόπο ακυρώθηκε το σύμφωνο των περισσότερων ντίμμι της Αιγύπτου, επειδή προσέβαλαν τους μουσουλμάνους και διατηρούσαν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, παράνομες σχέσεις με μουσουλμάνες γυναίκες. Για τα υπόλοιπα, ο Αλλάχ είναι παντογνώστης.28
Αν ο ντίμμι αρνείται να πληρώσει τη τζίζγια, τότε το σύμφωνό του [ντίμμα] παραβιάζεται και όλα τα υπάρχοντά του μπορούν να κατασχεθούν.
Αν προσβάλλει τον Προφήτη, πρέπει να θανατωθεί. Αλλά μπορεί να υποβληθεί το ερώτημα, αν μπορεί να ξεφύγει από τον θάνατο με τον εξισλαμισμό του. Αν και υπάρχουν δύο απόψεις σχετικά με αυτό το θέμα, φαίνεται ότι κάθε φορά που ένας ντίμμι καταδικάζεται σε θάνατο για παραβίαση του συμφώνου, μπορεί να ξεφύγει από τη θανατική ποινή, αν εξισλαμιστεί.
Αν αγοράσει μουσουλμάνο σκλάβο ή Κοράνι, θα τιμωρηθεί.
Στον Μαλίκ έγινε η ακόλουθη ερώτηση σχετικά με τα βιβλία που περιέχουν την Πεντάτευχο και το Ευαγγέλιο: «Πιστεύεις ότι επιτρέπεται να πουλάμε αυτά τα βιβλία στους Εβραίους και τους χριστιανούς;» «Ακούστε με», απάντησε. «Πρώτον, άραγε μπορεί κανείς να είναι σίγουρος ότι αυτά τα κείμενα είναι πραγματικά η Πεντάτευχος και το Ευαγγέλιο; Παρ’ όλα αυτά, δεν νομίζω ότι πρέπει να τα πουλάμε, ούτε να παίρνουμε πληρωμή για αυτά».
Άλλοι ουλεμάδες είναι της γνώμης ότι, αφού το Ισλάμ έχει καταργήσει όλες τις προηγούμενες θρησκείες, δεν επιτρέπεται να πωλούνται αυτά τα βιβλία σε ανθρώπους που πιστεύουν στις εντολές τους και που δεν αναγνωρίζουν το Κοράνι, το οποίο τα έχει αντικαταστήσει, ακόμη και αν ήσαν η αληθινή Πεντάτευχος και το Ευαγγέλιο. Αλλά αυτό επίσης δεν είναι αποδεκτό, γιατί δεν υπάρχει κανένας τρόπος να γνωρίζουμε ποιο ήταν το αυθεντικό κείμενο, αφού ο ίδιος ο Αλλάχ έχει πει: «Άλλαξαν την Πεντάτευχο και το Ευαγγέλιο». [JA 18: 510-12]
ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ: Σύμφωνα με την παράδοση, αναφέρεται ότι ο Προφήτης έκανε αυτή τη δήλωση: «Δεν πρέπει να χτίζονται εκκλησίες σε μουσουλμανικά εδάφη και εκείνες που καταρρέουν δεν θα επισκευάζονται». Μια άλλη χαντίθ αποδίδεται επίσης σε αυτόν: «Όχι εκκλησίες υπό το Ισλάμ».
Ο Ομάρ Ιμπν αλ-Χατάμπ <ο Αλλάχ να τον ευλογεί!> διέταξε ότι κάθε εκκλησία που δεν υπήρχε πριν από την άνοδο του Ισλάμ έπρεπε να κατεδαφιστεί και απαγόρευσε την οικοδόμηση νέων. Διέταξε επίσης να μη φαίνεται κανένας σταυρός έξω από εκκλησία, διαφορετικά θα τον έσπαγαν πάνω στο κεφάλι εκείνου που τον έφερε.
Ο Ουρβάτ μπιν Νατζ έδωσε εντολή να καταστραφούν όλες οι εκκλησίες της Σαναά [στην Υεμένη]. Αυτός είναι ο νόμος των ουλεμάδων του Ισλάμ.
Ο Ομάρ μπιν Αμπντ Αλ Αζίζ προχώρησε ακόμη περισσότερο από αυτό και έδωσε εντολή να μην αφήνουν ούτε εκκλησίες ούτε παρεκκλήσια όρθια πουθενά, είτε είναι αρχαία είτε νέα. Είναι σύνηθες, λέει ο Χασάν αλ-Μπάσρι,29 να καταστρέφουμε τις παλιές και τις νέες εκκλησίες σε οποιαδήποτε χώρα.
Ο Ομάρ μπιν Αμπντ αλ-Αζίζ εξέδωσε επίσης διατάγματα που απαγόρευαν στους χριστιανούς να υψώνουν τη φωνή τους όταν έψαλλαν στις εκκλησίες τους, γιατί αυτοί είναι οι πιο αντιπαθητικοί ύμνοι προς τον Ύψιστο. Επιπλέον, τους απαγόρευε να επισκευάζουν εκείνα τα μέρη των τόπων λατρείας τους που κατέρρεαν. Όσον αφορά αυτό το τελευταίο σημείο, υπάρχουν δύο απόψεις. Αν τα επιδιορθώνουν εξωτερικά, λέει ο αλ-Ισταχάρι,30 τότε πρέπει να εμποδίζονται να το κάνουν, αλλά αν απλώς αποκαθιστούν το εσωτερικό, το τμήμα που είναι στη δική τους πλευρά, τότε αυτό μπορεί να γίνει ανεκτό. Ωστόσο ο Αλλάχ είναι παντογνώστης.
ΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΦΟΡΟΣ. Οι ουλεμάδες έχουν διαφορετικές απόψεις σχετικά με τη τζίζγια. Σύμφωνα με ορισμένους, αυτή προσδιορίζεται και θεσπίζεται σύμφωνα με το ποσό που καθόρισε ο Ομάρ Ιμπν αλ-Χατάμπ και δεν επιτρέπεται να την αυξάνουν ή να τη μειώνουν. Άλλοι όμως υποστηρίζουν ότι καθορίζεται σύμφωνα με τον ζήλο του ιμάμη, ο οποίος είναι ο πιο αρμόδιος δικαστής στο θέμα. Τέλος μια τρίτη γνώμη υποστηρίζει ότι ενώ δεν μπορεί κανένας να μειώσει το ποσοστό που έχει καθορίσει ο ιμάμης Ομάρ Ιμπν αλ-Χατάμπ, μπορεί να το αυξήσει. […]
Η τζίζγια που καθιέρωσε ο Ομάρ ήταν σαρανταοκτώ ντιρχάμ για τους πλούσιους, εικοσιτέσσερα για τη μεσαία τάξη και δώδεκα για τους φτωχούς, αλλά είναι σωστό για τον ιμάμη να δείχνει τον ζήλο του για την πίστη αυξάνοντας το ποσό της τζίζγια. Και πολύ περισσότερο, στους καιρούς που ζούμε, θα ήταν πιο δίκαιο να επιβληθεί ετήσια εισφορά χίλιων δηναρίων σε ορισμένους ντίμμι, οι οποίοι, επιπλέον, δεν θα αδυνατούσαν να πληρώσουν ένα τέτοιο ποσό, λαμβάνοντας υπόψη τα πλούτη που έχουν βγάλει από τους μουσουλμάνους. Επιπλέον, μόλις ο ιμάμης ενημερωθεί για τις προδοσίες που διέπραξαν προκειμένου να συσσωρεύσουν αυτές τις περιουσίες, πρέπει να τις αφαιρέσει αμέσως. Αν δεν είναι απόλυτα πεπεισμένος για την απάτη τους, πρέπει να τις μοιραστεί μαζί τους, παίρνοντας μισά από εκείνα που έχουν, στην περίπτωση, προφανώς, όπου κατείχαν περιουσία πριν από την είσοδό τους στη δημόσια διοίκηση <ουϊλάγια>. Αλλά αν ήσαν φτωχοί και άποροι εκείνη τη στιγμή, τότε ο ιμάμης είναι υποχρεωμένος να πάρει όλα τα υπάρχοντά τους. Επιπλέον, έτσι ενεργούσε ο Ομάρ Ιμπν αλ-Χατάμπ31 απέναντι στους Αιγύπτιους συμβολαιογράφους, στηριζόμενος στην υπόθεση ότι αυτά τα άτομα είχαν γίνει πλούσια μέσω των δημόσιων αξιωμάτων τους. Ακόμη κι αν ήταν αδύνατο να αποδείξει την ενοχή τους.
Δόξα στον Αλλάχ τον Ύψιστο, τον μοναδικό Θεό. Ευλογία και ειρήνη να δοθεί στον Μωάμεθ, την οικογένειά του και τους συντρόφους του. [JA 18: 513-15]
Ιμπν αν-Νακκάς
| <-Έγγραφα: i. Τζιχάντ | Έγγραφα: iii. Εξέγερση, νομαδισμός και ντίμμι-δουλεία-> |
