ch_02

<-1. Η προ-ισλαμική Ανατολή 3. Ντίμμι-δουλεία: Νομοθετική θεμελίωση και ιστορική προετοιμασία->

2. Η εποχή των κατακτήσεων

Το πρώτο κύμα εξισλαμισμού (632-750)

Κάτω από τους πρώτους τέσσερις χαλίφηδες —τον Αμπού Μπακρ, τον Ομάρ, τον Οθμάν και τον Αλή— και υπό τους Ουμαγιάντ διαδόχους τους, η αραβική κατάκτηση εξαπλώθηκε σε στεριά και θάλασσα. Με επικεφαλής λαμπρούς και ατρόμητους ηγέτες, οι μουσουλμάνοι υπερνίκησαν τους περσικούς στρατούς και κατέλαβαν τη Βαβυλωνία, τη Σουσιανή, τη Μεσοποταμία, την Αρμενία και την Περσία, προχωρώντας μέχρι τη Σιντ [του σημερινού Πακιστάν] (713) και πέρα από τον ποταμό Συρ-Ντάρια [Ιαξάρτη] (751). Στη Δύση, κατέκτησαν όλες τις χριστιανικές επαρχίες της ανατολικής Μεσογείου, από τη Συρία και την Παλαιστίνη μέχρι την Αίγυπτο, τη Βόρεια Αφρική και την Ισπανία, πριν υποστούν ήττες στη Ναρμπόν (720) και στο Πουατιέ (732).

Μετά την εξέγερση των Αββασιδών (750), οι χαλίφηδες —παρενοχλούμενοι από θρησκευτικά και δυναστικά σχίσματα και από τους βυζαντινούς στρατούς— αρκούνταν να στέλνουν τα στρατεύματά τους για λεηλασίες, αλώσεις και αρπαγή λείας από τα σύνορά τους με την Ανατολία και την Αρμενία. Όμως στη Δύση η ισλαμική επέκταση συνεχιζόταν με ναυτικούς πολέμους. Τον 9ο και τον 10ο αιώνα Βέρβεροι και Άραβες από την Ισπανία και το Μαγρέμπ έκαναν επιδρομές στις ακτές της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Σικελίας και των ελληνικών νησιών. Αυτές οι αντιπαραθέσεις μεταξύ μουσουλμάνων και Βυζαντινών στην κεντρική Μεσόγειο αποσκοπούσαν στη διασφάλιση της ισλαμικής ναυτικής υπεροχής, ενώ εξακολουθούσαν να προσφέρουν στους τυχοδιώκτες ευκαιρίες για αποκόμιση τεράστιων λαφύρων.

Χερσαία επέκταση

Περί το 633 αραβικοί στρατοί που αποτελούνταν από νομαδικές φυλές από την Υεμένη, το Χιτζάζ και άλλες περιοχές της Αραβίας εισέβαλαν στη Βαβυλωνία και τη Συρία. Η κατάκτηση διήρκεσε πάνω από μια δεκαετία και περιλάμβανε κάποιες αποφασιστικές ένοπλες αντιπαραθέσεις, αλλά κυρίως ράζζια και λεηλασίες τόσο των χωριών όσο και των αγροτικών περιοχών. Αυτή η κατάκτηση διευκολύνθηκε από την υποστήριξη αραβικών φυλών, που κατά τους προηγούμενους δύο αιώνες είχαν διεισδύσει στα σύνορα της Αραβίας με τη Μεσοποταμία και τη Συρία-Παλαιστίνη, εγκαθιστάμενες περιστασιακά εκεί. Ορισμένες από αυτές τις φυλές είχαν εκχριστιανιστεί, επιλέγοντας είτε τον Νεστοριανισμό είτε τον Μονοφυσιτισμό, ανάλογα με το αν είχαν εγκατασταθεί σε περσικό ή βυζαντινό έδαφος. Ως υποτελείς αυτών των κρατών, αναλάμβαναν την ευθύνη για την υπεράσπιση των συνόρων τους και την προστασία των πόλεων και των χωριών από τις επιδρομές των νομάδων Βεδουΐνων που περιπλανιούνταν σε όλες τις παρακείμενες ερήμους.

Υπό το φως αυτής της αραβικής φυλετικής μετανάστευσης και της εγκατάστασής τους σε περσικό και βυζαντινό έδαφος, ορισμένοι πρόσφατοι ιστορικοί απέρριψαν τη θεωρία μιας αστραπιαίας ισλαμικής κατάκτησης. Αντίθετα, έχουν προτείνει σταδιακή διαδικασία, εκτεινόμενη σε δύο αιώνες συνεχούς διείσδυσης του νομαδικού αραβικού κόσμου σε αυτές τις περιοχές του καθιστικού (εγκατεστημένου) πολιτισμού.1 Η διάλυση της Περσικής και της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και η κατάρρευση της άμυνάς τους επέτρεψε στις νομαδικές φυλές, ενωμένες από το Ισλάμ, να εισβάλουν στην ύπαιθρο, αξιοποιώντας την πολύτιμη βοήθεια για αυτές τις επιδρομές τους (ράζζια) εκείνων των Αράβων που ήσαν εγκατεστημένοι στα όρια της Μεσοποταμίας και της Συρίας και ήσαν εξοικειωμένοι με την τοπογραφία αυτών των περιοχών.

Μετά τον θάνατο του Προφήτη ο χαλίφης Αμπού Μπακρ οργάνωσε την εισβολή στη Συρία, την οποία ο Μωάμεθ είχε ήδη οραματιστεί. Συγκέντρωσε φυλές από το Χιτζάζ, το Νάτζντ και την Υεμένη και συμβούλευσε τον Αμπού Ουμπάιντα, τον υπεύθυνο των επιχειρήσεων στο Γκολάν (Παλαιστίνη), να λεηλατήσει την ύπαιθρο, αλλά, λόγω έλλειψης επαρκούς οπλισμού, να αποφύγει τις επιθέσεις σε πόλεις.2

Κατά συνέπεια, ολόκληρη η περιοχή της Γάζας μέχρι την Καισάρεια λεηλατήθηκε και καταστράφηκε στην εκστρατεία του 634. Τέσσερις χιλιάδες Εβραίοι, χριστιανοί και Σαμαρείτες αγρότες που υπερασπίστηκαν τη γη τους, σφαγιάστηκαν. Τα χωριά του Νέγκεβ λεηλατήθηκαν από τον Αμρ μπιν αλ-Ας, ενώ οι Άραβες κατέλαβαν την ύπαιθρο, διέκοψαν τις επικοινωνίες και έκαναν τους δρόμους επικίνδυνους. Πόλεις όπως η Ιερουσαλήμ, η Γάζα, η Γιάφα, η Καισάρεια, η Ναμπλούς και η Μπεθ Σεάν απομονώθηκαν και έκλεισαν τις πύλες τους. Στο κήρυγμά του την ημέρα των Χριστουγέννων του 634, ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Σωφρόνιος θρηνούσε που ήταν αδύνατο να πάει για προσκύνημα στη Βηθλεέμ, όπως ήταν το έθιμο, επειδή οι χριστιανοί κρατούνταν αναγκαστικά στην Ιερουσαλήμ: «Δεν τους σταματούν απτά δεσμά, αλλά είναι αλυσοδεμένοι και καρφωμένοι από τον φόβο των Σαρακηνών», των οποίων «το άγριο, βάρβαρο και αιματηρό σπαθί» τους κρατούσε κλεισμένους στην πόλη.3

Στη Συρία οι Γασσανίδες και οι Μονοφυσίτες Άραβες τάχθηκαν στο πλευρό των μουσουλμάνων. Ο Σωφρόνιος, στο κήρυγμά του την ημέρα των Θεοφανείων του 636, θρηνούσε για την καταστροφή εκκλησιών και μοναστηριών, για τις λεηλατημένες πόλεις, για τα χωράφια που ερημώνονταν, για τα χωριά που καίγονταν από τους νομάδες που κατέκλυζαν τη χώρα. Σε επιστολή του την ίδια χρονιά προς τον Σέργιο, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, αναφέρει τις καταστροφές που προκαλούσαν οι Άραβες.4 Χιλιάδες άνθρωποι χάθηκαν το 639, θύματα του λιμού και της επιδημίας που προέκυψαν από αυτές τις καταστροφές.

Όμως σε αυτό το σημείο πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της μοίρας που υφίστατο η αγροτιά και εκείνης των κατοίκων των πόλεων. Στην πραγματικότητα αυτές οι εκστρατείες συνδύαζαν τις συνηθισμένες επιδρομές (ράζζια) που πραγματοποιούνταν από νομάδες επί των καθιστικών λαών, με νέους κανονισμούς που σχετίζονταν με τους όρους με τους οποίους παραδίδονταν οι πόλεις. Περιοχές της επαρχίας, ιδιαίτερα οι πεδιάδες και οι κοιλάδες με κατοικημένα χωριουδάκια και χωριά, καταστρέφονταν από Βεδουΐνους, που έβαζαν φωτιά στις καλλιέργειες, έσφαζαν και έπαιρναν μαζί τους φεύγοντας τους αγρότες και τα γελάδια τους, χωρίς να αφήνουν τίποτε πέρα από ερείπια. Οι άνθρωποι της πόλης βρίσκονταν σε διαφορετική θέση. Προστατευμένοι από τα τείχη τους, μπορούσαν να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους ή να διαπραγματευτούν τους όρους της παράδοσής τους με την καταβολή φόρου υποτελειας στους Βεδουΐνους αρχηγούς.

Image
Ψηφιδωτό από τη Συναγωγή στη Μπεθ Σεάν (5ος-7ος αιώνας). Ισραήλ
Εγκαταλείφθηκε τον 7ο αιώνα
Μουσείο Ισραήλ

Αυτή η διάκριση μεταξύ αγροτικών περιοχών και πόλεων, που αναφέρεται στις χριστιανικές αφηγήσεις της εποχής, επιβεβαιώνεται από μεταγενέστερους μουσουλμάνους ιστορικούς. Μάλιστα η καταγραφή της ακριβούς προόδου των αραβικών κατακτήσεων αποτελούσε βασική αρχή στα πρώτα στάδια του μουσουλμανικού δικαίου, καθώς καθόριζε όχι μόνο τη φύση και τη φορολόγηση της γης, αλλά και τη νομοθεσία που ίσχυε για τους ντόπιους κατοίκους της. Αν και εμφανίζονταν κάποιες ανισότητες όσον αφορά τις πόλεις, η πλειοψηφία των χωριών ανήκε στην κατηγορία των κατακτήσεων χωρίς συνθήκη. Σύμφωνα με τη στρατηγική της τζιχάντ, η απουσία συνθήκης επέτρεπε τη σφαγή ή υποδούλωση του κατακτημένου πληθυσμού και τη διανομή της περιουσίας τους.

Όποια και αν ήταν η γη, η χώρα ή οι νικημένοι άνθρωποι, αυτό το μοτίβο επαναλαμβανόταν πάντοτε στους δύο κύκλους του εξισλαμισμού: τον αραβικό και τον τουρκικό. Συμφιλίωνε τις ληστρικές συνήθειες των Βεδουΐνων απέναντι στους εγκατεστημένους πληθυσμούς με τους κανόνες της τζιχάντ και, φυσικά, με τις συνήθεις πρακτικές της εποχής.

Η επίθεση στη Βαβυλωνία πραγματοποιήθηκε σε δύο μέτωπα, που αντιστοιχούσαν ακριβώς στους πυκνότερους αραβικούς οικισμούς: στον νότο γύρω από την Ουμπούλα, και λίγο πιο ψηλά στον Ευφράτη, στην περιοχή Χίρα. Μεγάλος αριθμός χριστιανικών αραβικών φυλών πολέμησε στο πλευρό των Περσών,5 ενώ άλλες, εγκατεστημένες από καιρό σε αυτές τις περιοχές και προσελκυόμενες από τη λεία, πέρασαν με τους μουσουλμάνους.6 Ο επικεφαλής μιας από αυτές τις φυλές, ο Μπάνου Ιτζίλ, είχε κιόλας ενημερώσει τον χαλίφη Ομάρ, που βρισκόταν τότε στη Μεδίνα, για τις ελλείψεις στην περσική άμυνα και τον είχε καλέσει να στείλει στρατό εκεί. Φυλές από τη βόρεια Αραβία που λεηλατούσαν χωριά κατά μήκος του Ευφράτη και εκμεταλλεύονταν την αδυναμία των Περσών στρατολογήθηκαν στις ισλαμικές δυνάμεις.

Βοηθούμενοι από τοπική αραβική υποστήριξη —ιδιαίτερα δραστήρια στην κεντρική περιοχή και τον κάτω Ευφράτη— και από ενισχύσεις σε στρατεύματα που στάλθηκαν από την Αραβία, οι μουσουλμάνοι επέκτειναν τις επιδρομές τους στην ύπαιθρο και τα χωριά στα νότια και το κέντρο του Ιράκ γύρω από το Μαντάιν (Κτησιφώντα). Μετά τη νίκη τους στην αλ-Καντισίγια (636), εισέβαλαν στο Σαουάντ (Βαβυλωνία), στα χωριά κατά μήκος του Τίγρη και του Ευφράτη, προχωρώντας μέχρι το Ταγκρίτ στον Τίγρη και την Καρκισίγια στον Ευφράτη.7 Οι επιδρομές αυτές υποστηρίχθηκαν από τον Ομάρ, που έστελνε ενισχύσεις από τη Μεδίνα. Τα μοναστήρια λεηλατήθηκαν, οι μοναχοί σκοτώθηκαν και οι Μονοφυσίτες Άραβες σφαγιάστηκαν, υποδουλώθηκαν ή εξισλαμίστηκαν με τη βία.8 Στο Ελάμ ο πληθυσμός αποδεκατίστηκε επίσης, ενώ στα Σούσα οι πρόκριτοι πέρασαν από το σπαθί. Η κατάκτηση της Μεσοποταμίας έγινε μεταξύ 635 και 642. Όπως και η κατάκτηση της Συρίας, φαίνεται ότι ήταν κοινή επιχείρηση μεταξύ των μουσουλμανικών στρατών και των Αράβων που είχαν ήδη εγκατασταθεί στην περιοχή.

Περισσότερες πληροφορίες είναι διαθέσιμες για την πολιτική κατάσταση στην Αίγυπτο, χάρη στο χρονικό που γράφτηκε μεταξύ 693 και 700 από τον Ιωάννη, επίσκοπο Νικίου, μέρους στον Νείλο κοντά στη σημερινή Νταμανχούρ. Ο συγγραφέας εκπροσωπούσε την επισκοπή Ιακωβιτών της Άνω Αιγύπτου και κατείχε τη θέση του διευθυντή μοναστηριών. Μάρτυρας των γεγονότων, ήταν αρκετά σημαντική προσωπικότητα ώστε να μπορεί να κατανοεί την πολυπλοκότητά τους.9

Ένας δεκαετής θρησκευτικός πόλεμος συνεχιζόταν ακόμη στην Αίγυπτο, όταν οι αραβικές ομάδες μπήκαν σε αυτήν τον Δεκέμβριο του 639. Με δύναμη τεσσάρων χιλιάδων ανδρών, ο Αμρ μπιν αλ-Ας πέρασε από το αλ-Αρίς, κατέλαβε το Πελούσιον στην περιοχή του Δέλτα ύστερα από πολιορκία πολλών μηνών, στη συνέχεια το Μπιλμπάις, πριν βαδίσει προς τη Βαβυλώνα (Παλαιό Κάιρο), ενώ ταυτόχρονα έστελνε δύναμη εναντίον της όασης Φαγιούμ. Η Μπεχνέσα, πόλη νοτιότερα, καταλήφθηκε από τους μουσουλμάνους, οι οποίοι εξόντωσαν τους κατοίκους της,10 ενώ το Φαγιούμ και το Αμπόιτ είχαν την ίδια τύχη. Ολόκληρος ο πληθυσμός της Νικίου θανατώθηκε. Ο Αμρ συνέχισε την κατάκτηση της Αιγύπτου λεηλατώντας και σφαγιάζοντας. Οι τρομοκρατημένοι κάτοικοι κατέφευγαν στις πόλεις, εγκαταλείποντας την περιουσία τους, τα υπάρχοντά τους και τα ζώα τους. Ο επίσκοπος Ιωάννης της Νικίου αναφέρει δύο Αιγύπτιους που βοήθησαν τους Βεδουΐνους, ένας από τους οποίους αποκάλυψε στον Αμρ τις θέσεις του αιγυπτιακού-ελληνικού στρατού, ο οποίος εξαλείφθηκε κοντά στο Αμπόιτ. Ο άλλος, ένας Μελχίτης, υποστήριζε τους Άραβες από πείσμα, επειδή προηγουμένως είχε χαστουκιστεί και ταπεινωθεί από τον Ιωάννη, τον νομάρχη της Νταμιέτα.

Τρομοκρατημένος από τη φρίκη που διέπρατταν οι Άραβες, ο αιγυπτιακός πληθυσμός εκτελούσε τις εντολές του Αμρ για εξοπλισμό και εφοδιασμό του στρατού. Ορισμένοι Αιγύπτιοι απαρνήθηκαν τον Χριστιανισμό και ενώθηκαν με τους Άραβες στη λεηλασία. Φαίνεται ότι η καταστροφή που προκλήθηκε από τη μουσουλμανική εισβολή και την αποχώρηση των βυζαντινών στρατευμάτων έγινε εν μέσω της σύγχυσης ενός αιγυπτιακού εμφύλιου πολέμου, με την τακτοποίηση παλαιών λογαριασμών από χριστιανούς αποστάτες και μεταξύ Μονοφυσιτών Κοπτών και Ορθοδόξων Ελλήνων.

Οι Άραβες συνέχιζαν να εξαπολύουν διαδοχικές επιδρομές στην Παλαιστίνη, τη Συρία, τη Μεσοποταμία, την Περσία και την Αρμενία. Η ύπαιθρος υπέφερε από συνεχείς ράζζια, ενώ όσοι γλίτωναν από το σπαθί, διόγκωναν τις ομάδες των σκλαβωμένων γυναικόπαιδων, που μοιράζονταν στους στρατιώτες μετά την αφαίρεση του ενός πέμπτου που προοριζόταν για τον χαλίφη. Σύμφωνα με τον Μιχαήλ Σύριο, η γη που αφαιρούνταν από τους Έλληνες λεηλατούνταν συστηματικά. «Οι Ταϊγιάγιε [Άραβες] πλούτισαν, αυξήθηκαν και κατέλαβαν (τα εδάφη) που πήραν από τους Ρωμαίους [Βυζαντινούς] και τα οποία παραδόθηκαν σε λεηλασία».11

Μετά την παράδοση της Δαμασκού:

Ο Ομάρ [Ιμπν αλ-Χατάμπ] έστειλε τον Χαλίντ [μπιν Ουαλίντ] με στρατό στο Χαλέπι και την Αντιόχεια. Εκεί φόνευσαν μεγάλο αριθμό ανθρώπων. Κανένας δεν τους ξέφευγε. Ό,τι και να ειπωθεί για τα κακά που υπέστη η Συρία, δεν μπορούν να αναφερθούν λόγω του μεγάλου αριθμού τους. Γιατί οι Ταϊγιάγιε [Άραβες] ήσαν το μεγάλο ραβδί της οργής του Θεού.12

Η Παλαιστίνη ερημώθηκε και λεηλατήθηκε.13 Οι Άραβες μπήκαν στην Κιλικία, παίρνοντας μαζί τους τους κατοίκους σε αιχμαλωσία. Ο Μουαουίγια έστειλε τον Χαμπίμπ μπιν Μασλάμα στην Αρμενία, που ήταν τότε διαιρεμένη από εσωτερικές συγκρούσεις. Κατόπιν εντολής του, ο πληθυσμός των Ευχαΐτων (επί του ποταμού Άλυ) φονεύτηκε με το σπαθί. Όσοι διέφυγαν, οδηγήθηκαν όλοι στη σκλαβιά.14 Σύμφωνα με τους Αρμένιους χρονικογράφους, οι Άραβες, αφού αποδεκάτισαν τους πληθυσμούς στην Ασσυρία και ανάγκασαν μεγάλο αριθμό ανθρώπων να ασπαστούν το Ισλάμ, «εισήλθαν στην περιοχή της Ταρόν (νοτιοδυτικά της λίμνης Βαν) την οποία λεηλάτησαν, χύνοντας ποτάμια αίματος. Αποσπούσαν φόρο υποτέλειας και ανάγκαζαν τις γυναίκες και τα παιδιά να τους παραδοθούν».15 Το 642 πήραν την πόλη Ντβίν και αφάνισαν τον πληθυσμό με το σπαθί. Ύστερα «οι Ισμαηλίτες επέστρεψαν από τη διαδρομή από την οποία είχαν έρθει, παίρνοντας μαζί στο πέρασμά τους πλήθος αιχμαλώτων, στον αριθμό των τριανταπέντε χιλιάδων».16

Την επόμενη χρονιά, σύμφωνα με τον ίδιο χρονικογράφο, οι Άραβες εισέβαλαν ξανά στην Αρμενία, «προκαλώντας όλεθρο, καταστροφή και υποδούλωση».17

Ο Μουαουίγια, ενώ βρισκόταν στην Καππαδοκία, ρήμαζε ολόκληρη την περιοχή, άρπαζε άνδρες και μάζευε σημαντική λεία. Στη συνέχεια οδήγησε τα στρατεύματά του να καταστρέψουν ολόκληρη την περιοχή του Αμορίου. Η Κύπρος αλώθηκε και λεηλατήθηκε (649), μετά την οποία ο Μουαουίγια στράφηκε προς την Κωνσταντία (Σαλαμίνα), την πρωτεύουσά της, όπου επέβαλε την κυριαρχία του με «μεγάλη σφαγή».18 Το νησί λεηλατήθηκε ξανά.

Στη Βόρεια Αφρική οι Άραβες πήραν χιλιάδες αιχμαλώτους και συγκέντρωσαν μεγάλο απόθεμα λείας. Ενώ τα προπύργια άντεχαν, «οι μουσουλμάνοι άρχισαν να κατακλύζουν και να λεηλατούν την ανοιχτή χώρα».19 Η Τρίπολη λεηλατήθηκε το 643. Η Καρχηδόνα εξολοθρεύτηκε πλήρως και οι περισσότεροι κάτοικοί της σκοτώθηκαν. Οι Άραβες πέρασαν το Μαγρέμπ από φωτιά και σπαθί και τους πήρε περισσότερο από έναν αιώνα για να αποκαταστήσουν την ειρήνη εκεί συντρίβοντας την αντίσταση των Βερβέρων.

Οι πόλεμοι συνεχίζονταν σε στεριά και θάλασσα με τους διαδόχους του Μουαουίγια. Αραβικά στρατεύματα προκαλούσαν όλεθρο στην Ανατολία με πολλές εισβολές. Εκκλησίες βεβηλώνονταν και καίγονταν. Όλοι οι κάτοικοι της Περγάμου, των Σάρδεων και άλλων πόλεων οδηγήθηκαν σε αιχμαλωσία. Οι ελληνικές πόλεις Γάγγρα και Νίκαια καταστράφηκαν. Χριστιανικά χρονικά της εποχής αναφέρουν ολόκληρες περιοχές ερημωμένες, χωριά ισοπεδωμένα, πόλεις καμμένες, λεηλατημένες και κατεστραμμένες, ενώ ολόκληροι πληθυσμοί υποδουλώνονταν.

Όπως αναφέρθηκε, οι πληθυσμοί των πόλεων δεν γλίτωναν πάντοτε. Συχνά υπέφεραν σφαγή ή υποδούλωση, συνοδευόμενες πάντοτε από εκτοπισμούς. Αυτή ήταν η μοίρα των χριστιανών και Εβραίων του Χαλεπιού, της Αντιόχειας, της Κτησιφώντος, των Ευχαΐτων, της Κωνσταντίας, της Πάφου (Κύπρου), της Περγάμου, των Σάρδεων, της Γερμανικείας (Μαράς) και των Σαμοσάτων, για να αναφέρουμε μερικά μόνο παραδείγματα. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας προσπάθειας των Ουμαγιάντ να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη (717), ο αραβικός στρατός με διοικητή τον Μασλάμα πραγματοποίησε κίνηση λαβίδας από στεριά και θάλασσα και κατέστρεψε ολόκληρη την περιοχή γύρω από την πρωτεύουσα.

Η θρησκευτική υποχρέωση για καταπολέμηση των χριστιανών απαιτούσε μόνιμη κατάσταση πολέμου που δικαιολογούσε την οργάνωση εποχιακών επιδρομών (γκάζβα) τον χειμώνα, την άνοιξη, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο. Αυτές μερικές φορές αποτελούνταν από σύντομες εισβολές λεηλασίας σε παρακείμενα χωριά χάρμπι για να μαζέψουν λάφυρα, να κλέψουν ζώα και να υποδουλώσουν τους χωρικούς. Άλλες εκστρατείες, με επικεφαλής τον χαλίφη αυτοπροσώπως, απαιτούσαν σημαντική στρατιωτική προετοιμασία. Επαρχίες καταστρέφονταν και καίγονταν, πόλεις λεηλατούνταν και καταστρέφονταν, κάτοικοι σφαγιάζονταν ή εκτοπίζονταν. Οι πρώτοι Αββασίδες χαλίφηδες —επικεφαλής των αραβικών στρατευμάτων τους και Τούρκων σκλάβων— συνέχιζαν να ηγούνται επιδρομών (ράζζια) στη Βυζαντινή Ανατολία και την Αρμενία. Όταν το Αμόριο λεηλατήθηκε (838) και παραδόθηκε από μουσουλμάνο προδότη, ο χαλίφης Μουτάσιμ σκότωσε τέσσερις χιλιάδες κατοίκους. Γυναίκες και παιδιά που πουλήθηκαν στη δουλεία εκτοπίστηκαν. Έλληνες αιχμάλωτοι, που δεν μπορούσαν να απελαθούν, σκοτώθηκαν επί τόπου. Μια εξέγερση αιχμαλώτων κατεστάλη με την εξόντωση έξι χιλιάδων Ελλήνων.

Παρά τον κατακερματισμό της Αραβικής Αυτοκρατορίας σε εμιράτα ή ημιαυτόνομες επαρχίες, οι ράζζια για τη συλλογή λείας και σκλάβων, που γίνονταν στο όνομα του χαλίφη, συνεχίζονταν αιώνα μετά τον αιώνα με ποικίλη επιτυχία. Το 939-40 ο Σαΐφ αλ-Ντάουλα, διάσημος για τους πολέμους του εναντίον των απίστων, κατέστρεψε τη Μους στην Αρμενία και ολόκληρη την περιοχή της Κολώνειας και τα γύρω χωριά. Το 953-54, έκαψε την περιοχή της Μελιτηνής και πήρε αιχμαλώτους. Δύο χρόνια αργότερα έφυγε «για να επιτεθεί στην ελληνική επικράτεια, πηγαίνοντας από το εσωτερικό μέχρι το Χαρσάν [στην Αρμενία] και τη Σαρίχα, παίρνοντας πολλά φρούρια, συλλαμβάνοντας αιχμαλώτους και των δύο φύλων και καλύπτοντας την ελληνική ύπαιθρο με σφαγές, πυρκαγιές και καταστροφές».20 Το 957 ο Σαΐφ αλ-Ντάουλα έκαψε τις πόλεις της Καππαδοκίας, την περιοχή Χισν Ζιγιάντ (Χαρπούτ) στην Αρμενία, υποδουλώνοντας γυναίκες και παιδιά. Η μετανάστευση των Τουρκομάνων νομάδων ανανέωνε τη τζιχάντ. Τον 11ο αιώνα «η αυτοκρατορία των Τούρκων είχε επεκταθεί στη Μεσοποταμία, τη Συρία, την Παλαιστίνη […] Τούρκοι και Άραβες αναμίχθηκαν μαζί σαν ένας μόνος λαός».21

Για αιώνες μετά την κατάκτησή της το 712, η Ισπανία έγινε το κατεξοχήν έδαφος για τη τζιχάντ στη Δύση του νταρ αλ-Ισλάμ. Κύματα μουσουλμάνων, Αράβων και Βερβέρων μεταναστών ιδιοποιούνταν για τον εαυτό τους φέουδα, τα οποία συνέχιζαν να καλλιεργούνται από τους ντόπιους κατοίκους, οι οποίοι ήσαν ανεκτοί ως φόρου υποτελείς ή σκλάβοι, σύμφωνα με τις συνθήκες της κατάκτησης. Οι διάφορες αραβικές φυλές που προέρχονταν από τον νότο (Καλβίτες) ή από τον βορρά και το κέντρο της Αραβίας (Καϊσίτες), και που είχαν μεταναστεύσει στο Μαγρέμπ και στη συνέχεια στην Ισπανία, είχαν κατασχέσει τα καλύτερα εδάφη, υποβιβάζοντας τους Βερβέρους στις ορεινές περιοχές.

Ξεσπώντας από την Αραβία και από τις κατακτημένες περιοχές —Μεσοποταμία, Συρία, Παλαιστίνη— αυτά τα διαδοχικά κύματα μεταναστών εγκαθίσταντο στην Ισπανία και τρομοκρατούσαν τη νότια Γαλλία. Φτάνοντας μέχρι την Αβινιόν, λεηλατούσαν την κοιλάδα του Ροδανού με επαναλαμβανόμενες ράζζια. Το 793 τα προάστια της Ναρμπόν πυρπολήθηκαν και τα περίχωρά της δέχτηκαν επιδρομές.22 Εκκλήσεις για τζιχάντ προσέλκυαν τις φανατισμένες ορδές στα ριμπάτ (μοναστήρια-φρούρια) που εκτείνονταν στα ισλαμο-ισπανικά σύνορα. Οι πόλεις λεηλατούνταν και οι αγροτικές περιοχές καταστρέφονταν. Το 981 η Ζαμόρα και η γύρω επαρχία στο βασίλειο της Λεόν υπέστησαν καταστροφή και τον εκτοπισμό τεσσάρων χιλιάδων αιχμαλώτων. Τέσσερα χρόνια αργότερα η Βαρκελώνη καταστράφηκε από πυρκαγιά και σχεδόν όλοι οι κάτοικοί της σφαγιάστηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν. Αρκετά χρόνια μετά την κατάκτησή της το 987 η Κοΐμπρα παρέμενε έρημη. Η Λεόν κατεδαφίστηκε και η ύπαιθρός της καταστράφηκε. Το 997 το Σαντιάγκο ντε Κομποστέλα λεηλατήθηκε και ισοπεδώθηκε. Τρία χρόνια αργότερα η Καστίλλη παραδόθηκε στη φωτιά και το σπαθί από τα μουσουλμανικά στρατεύματα και ο πληθυσμός, που αιχμαλωτίστηκε κατά τη διάρκεια αυτών των εκστρατειών, υποδουλώθηκε και εκτοπίστηκε.23 Οι εισβολές των Αλμοραβιδών και των Αλμοχάντ (11ος έως 13ος αιώνας), δυναστειών Βερβέρων από το Μαγρέμπ, επανενεργοποιούσαν τη τζιχάντ.

Τζιχάντ στις θάλασσες

Εκμεταλλευόμενοι γρήγορα τις τεχνικές ναυτικού πολέμου των κατακτημένων χριστιανικών πληθυσμών, οι Άραβες μετέφεραν τη τζιχάντ στις ακτές της Ευρώπης. Οι πληθυσμοί της Κύπρου (649) και των νησιών Κως, Ρόδος (672) και Κρήτη (674) σφάχτηκαν ή υποδουλώθηκαν. Η χερσόνησος της Κυζίκου καταστράφηκε (670) και η Πάρος μειώθηκε σε ακατοίκητη έρημο. Οι ακτές της νότιας Γαλλίας και της Ιταλίας λεηλατήθηκαν.

Μετά τον αναγκαστικό εξισλαμισμό των εβραϊκών και χριστιανικών φυλών Βερβέρων του Μαγρέμπ και την ενίσχυση της αραβο-ισλαμικής δύναμης, πειρατές του Μαγρέμπ υπό τη δυναστεία Αγλαμπίντ (800-909) ανέλαβαν σειρά εκστρατειών κατά μήκος των ευρωπαϊκών ακτών σε συνδυασμό με Άραβες από την Ισπανία. Κατά τον 8ο, τον 9ο και τον 10ο αιώνα τέτοιες ράζζια ερήμωσαν τη Σαρδηνία, τη Σικελία, τις ακτές της Ιταλίας και της νότιας Γαλλίας και, στην ανατολική Μεσόγειο, τις Κυκλάδες, τις περιοχές του Άθωνος, της Εύβοιας και κατά μήκος της ελληνικής ακτής.

Αποβιβαζόμενοι στην Κρήτη το 827 ή το 828, Άραβες από την Ισπανία κατέστρεψαν το νησί σε διάστημα δώδεκα ημερών, σκλαβώνοντας τους πληθυσμούς εικοσιεννέα πόλεων και αφήνοντας ένα μόνο μέρος όπου οι χριστιανοί μπορούσαν να διατηρούν τη θρησκεία τους. Προχωρώντας στο νησί της Αίγινας (κόλπος της Κορίνθου), κατέστρεψαν ή απέλασαν όλους τους κατοίκους ως σκλάβους. Αφού υπέταξαν το Μπάρι (842) στη νότια Ιταλία, στη συνέχεια τη Μεσσίνα (843) και τη Μόντικα (844) στη Σικελία, οι μουσουλμανικοί στρατοί πολιορκούσαν τη Ρώμη (846). Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του 852-53 εναντίον των τόπων Καστροτζιοβάννι, Κατάνια, Συρακούσες, Νότο και Ραγούσα στη Σικελία, ο Τυνήσιος αλ-Αμπάς «έπαιρνε λάφυρα σε όλες αυτές τις περιοχές, κατέστρεφε, έκαιγε».24 Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας στο νησί το καλοκαίρι του 853-54, ο αλ-Αμπάς «κατέστρεφε τις σοδειές των χριστιανών και έστελνε εκστρατευτικές δυνάμεις προς όλες τις κατευθύνσεις».25 Ύστερα από εξάμηνη πολιορκία, οι κάτοικοι της Μπουτίρα δεσμεύτηκαν να του παραδώσουν έξι χιλιάδες αιχμαλώτους, οι οποίοι στη συνέχεια οδηγήθηκαν μακριά. Κάθε χρόνο σοδειές καταστρέφονταν, χωριά καίγονταν και καταστρέφονταν, πόλεις κατακτιούνταν και μετατρέπονταν σε ερείπια. Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του 857-58, οι κάτοικοι της Κεφαλού (Σικελία) πέτυχαν ειρήνη, υποσχόμενοι ότι θα άφηναν την πόλη τους και θα την εγκατέλειπαν στους μουσουλμάνους, οι οποίοι στη συνέχεια την κατέστρεψαν. Το 878 οι Συρακούσες έπεσαν ύστερα από πολιορκία εννέα μηνών: «Χιλιάδες κάτοικοί της σκοτώθηκαν και αποκτήθηκαν λάφυρα, παρόμοια με τα οποία δεν είχαν ληφθεί ποτέ σε καμία άλλη πόλη. Πολύ μικρός αριθμός ανθρώπων μπόρεσε να διαφύγει».26 Αφού λεηλάτησαν την πόλη, οι εισβολείς την κατέστρεψαν. Το 902 οι κάτοικοι της Ταορμίνα αποδεκατίστηκαν από το σπαθί.27

Image
Άραβες στη Μεσόγειο (9ος αιώνας)
Historical Atlas, χάρτης 24, σελ. 29

Αυτή η γενική εικόνα καταστροφής, ερήμωσης, σφαγής και εκτοπισμού των αιχμαλώτων αστικών και αγροτικών πληθυσμών ήταν κοινή για όλα τα κατακτημένα εδάφη στην Ασία, την Αφρική και την Ευρώπη. Καλά τεκμηριωμένα από συριακά, ελληνικά και αραβικά χρονικά της εποχής, τα λίγα παραδείγματα που παρέχονται απεικονίζουν μια γενική κατάσταση καθώς επαναλαμβανόταν τακτικά κατά τη διάρκεια των εποχιακών ράζζια, κατά τη διάρκεια των ετών και για αιώνες. Αυτά τα χρονικά, μεταφρασμένα και δημοσιευμένα σε μεγάλο μέρος, είναι πολύ γνωστά στους εξειδικευμένους ιστορικούς και υποδηλώνουν ξεκάθαρα, πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι οι κανόνες της τζιχάντ σχετικά με τη λεία, το πέμπτο μέρος, τη φάι, τις εισφορές στις σοδειές και τη μοίρα των πληθυσμών (μεταστροφή, σφαγή, σκλαβιά ή φόρος υποτέλειας) δεν ήσαν απλώς ασαφείς αρχές καθοριζόμενες από θεωρητική πραγματεία για τον πόλεμο, ερμηνευμένες από κάποιον σκοτεινό θεολόγο. Οι Άραβες, ξεσηκωμένοι από τη βαθιά τους πίστη και την πεποίθηση ότι ανήκαν σε εκλεκτό έθνος, ανώτερο από όλα τα άλλα (Κοράνι 3: 106), τις έκαναν πράξη, νιώθοντας ότι έτσι εκπλήρωναν θρησκευτικό καθήκον και εκτελούσαν το θέλημα του Αλλάχ.

Πρέπει όμως να τονιστεί, ότι σφαγή ή υποδούλωση των ηττημένων λαών, η πυρπόληση, λεηλασία, καταστροφή και διεκδίκηση φόρου υποτέλειας, ήσαν οι συνήθεις πρακτικές κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου για κάθε στρατό Ελλήνων, Λατίνων ή Σλάβων. Μόνο η υπερβολή, η τακτική επανάληψη και η συστηματοποίηση της καταστροφής, κωδικοποιημένη από τη θεολογία, διακρίνει τη τζιχάντ από άλλους πολέμους κατάκτησης ή διαρπαγής.

Το δεύτερο κύμα εξισλαμισμού

Παρά τη συνεχιζόμενη τζιχάντ στην Ισπανία, τη Μεσόγειο και τη Μικρά Ασία, η Αραβική Αυτοκρατορία, αν και κατακερματισμένη, φαινόταν ότι είχε φτάσει στα όριά της τον 10ο αιώνα. Σε αυτά τα εδάφη, οι άλλοτε κυρίαρχες και ισχυρές Χριστιανοσύνες και οι σημαντικές εβραϊκές κοινότητες είχαν ήδη μειωθεί πολύ.

Ο εξισλαμισμός των Τούρκων μέσα στη μουσουλμανική αυτοκρατορία ενσωμάτωσε νέες και απεριόριστες δυνάμεις. Απρόσβλητοι και ανθεκτικοί, προμήθευαν από τον 9ο αιώνα στρατιωτικά σώματα σκλάβων, διατηρούμενα αποκλειστικά για τη φρουρά του Αββασίδη χαλίφη και για στρατιωτική υπηρεσία. Έτσι, πολύ φυσικά, η ιδεολογία και η τακτική της τζιχάντ φούντωναν τις φιλοπόλεμες τάσεις των φυλών τους, ήδη περιπλανώμενων στα ασιατικά σύνορα της ελληνικής και της αρμενικής γης. Προσχωρούσαν στις τάξεις της με τον ενθουσιασμό των νεοφώτιστων και οι καταστροφές τους διευκόλυναν τον εξισλαμισμό και τον εκτουρκισμό της Αρμενίας, των ελληνικών εδαφών της Ανατολίας και των Βαλκανίων. Ωστόσο είναι επίσης αλήθεια ότι οι καταστροφές τους δεν μπορούσαν να ελεγχθούν από το μουσουλμανικό κράτος και συχνά έβλαπταν τα οικονομικά του συμφέροντα.

Είτε αραβικό είτε τουρκικό, το μουσουλμανικό κράτος είχε ιδρυθεί από νομάδες. Κατά συνέπεια ο νομαδισμός, η τζιχάντ και ο εξισλαμισμός εμφανίζονται ως οι τρεις συγγενείς πόλοι της ανθρώπινης γεωγραφίας και της εθνοτικής εξέλιξης των κατακτημένων εδαφών.

Η ήττα του βυζαντινού στρατού στη μάχη του Μαντζικέρτ (1071) άνοιξε την ανατολική Ανατολία σε ομάδες Σελτζούκων οι οποίοι, από το 1021, είχαν καταστρέψει την Αρμενία. Ερήμωσαν την περιοχή, την προσάρτησαν στο χαλιφάτο και μετανάστευσαν στη Συρία. «Τέτοια ήταν η έναρξη της εξόδου των Τούρκων στην Κοίλη Συρία και τις ακτές της Παλαιστίνης. Υπέταξαν όλες αυτές τις χώρες με σκληρή καταστροφή και λεηλασία».28 Με τον ίδιο τρόπο που οι στρατιώτες της τζιχάντ συνέρρεαν στα αραβικά ριμπάτ για να λεηλατήσουν και να παρενοχλήσουν μη μουσουλμανικούς πληθυσμούς στη μεθόριο, τα τουρκικά σύνορα της Ανατολίας, με τη σειρά τους, προσέλκυαν τυχοδιώκτες από τη μουσουλμανική ενδοχώρα. Άπληστοι για λάφυρα, έγιναν και αυτοί στρατιώτες του ιερού πολέμου (γαζή, από τη λέξη γάζβα: ράζζια). Άραβες δικαστές (καδήδες), που γνώριζαν τους κανονισμούς της τζιχάντ, συνέρρεαν προς τα σύνορα για να τους διδάξουν και να τους οδηγήσουν. Έτσι φανατισμένες από σώματα θεολόγων, αυτές οι ομάδες γαζήδων, συνοδευόμενες από κανονικούς στρατούς που αποτελούνταν από σκλάβους, επέδραμαν στην Αρμενία, τη Μεσοποταμία και την Ανατολία, όπου σταδιακά προέκυψαν κάποια τουρκικά εμιράτα.

Τον 13ο αιώνα η προέλαση των Μογγόλων έφερε νέα κύματα Τούρκων νομάδων στην Ανατολία. Από το φέουδό του στη Βιθυνία ο Οσμάν Γαζή (1299-1326), αρχηγός φυλής Τούρκων Ογούζ και ιδρυτής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, έριχνε τις ένοπλες συμμορίες του εναντίον των χριστιανικών επαρχιών. Οι διάδοχοί του ένωναν τα τουρκικά εμιράτα της Ανατολίας υπό την εξουσία τους, ενώ εξαπέλυαν νικηφόρες επιδρομές στο Βυζάντιο και στην Ευρώπη. Ο λατινικός και ο βυζαντινός στρατός, μπλεγμένοι σε περιπλοκή συμμαχιών και στρατιωτικής, οικονομικής και δυναστικής αντιπαλότητας, συνεισέφεραν το μερίδιό τους σε αυτές τις καταστροφές.

Η τουρκική τζιχάντ τεκμηριώνεται καλά από μεγάλη ποικιλία διαφορετικών πηγών: ελληνικών, λατινικών, σερβικών, βουλγαρικών, ουγγρικών, αραβικών και τουρκικών. Αυτός ο πλούτος έρχεται σε αντίθεση με τη σπανιότητα των πηγών που σχετίζονται με τις πρώτες αραβικές κατακτήσεις, οι οποίες παρέχονται κυρίως από το μουσουλμανικό θρησκευτικό νομικιστικό περιβάλλον (χαντίθ) ή από μεταγενέστερους μουσουλμάνους ιστορικούς, που συμπληρώνονται από μερικές συριακές, ελληνικές και αρμενικές πηγές. Οι σύγχρονοι περιέγραφαν αυτόν τον δεύτερο κύκλο εξισλαμισμού με απόλυτες λεπτομέρειες. Περιλαμβάνοντας διάστημα πέντε αιώνων κατά τη διάρκεια πιο πρόσφατης περιόδου, από τον 11ο έως τον 17ο αιώνα, επεκτεινόταν σε περιοχή —Ανατολία και Βαλκάνια— που γειτνίαζε με την Ευρώπη και προχωρούσε μέχρι τη Βιέννη (1683).

Η μάχη που διεξαγόταν από τους γαζήδες συμφιλίωνε τη θρησκευτική πίστη, τον πόθο για λάφυρα και τη σύλληψη μη μουσουλμάνων που προορίζονταν για υποδούλωση ή λύτρα. Η τζιχάντ, που είχε εξισλαμίσει την Ανατολία, προωθούνταν από τους Οθωμανούς στη Βουλγαρία (1308-11), στη νότια Θράκη —με συνεχείς επιδρομές που ξεκίνησαν μετά το 1326— στη νότια Μακεδονία και κατά μήκος της ελληνικής ακτής. Η τακτική των επιδρομών (ράζζια), με εισβολή στην επικράτεια και περικύκλωση, κορυφωνόταν με μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές επιχειρήσεις που διεξήγαγαν οι Οθωμανοί, αρχικά υπό τον Σουλεϊμάν, γιο του Ορχάν (1326-59), στη συνέχεια υπό τον Μουράτ Α’ (1359-89) στη Βουλγαρία (1371), Μακεδονία, Πελοπόννησο, κεντρική Ελλάδα, Ήπειρο, Θεσσαλία, Αλβανία, Μαυροβούνιο και Σερβία.

Image
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία (15ος-17ος αιώνας)
Harper Atlas, σελ. 163

Οι χρονικογράφοι της περιόδου καταθέτουν ότι οι Τούρκοι αιχμαλώτιζαν όλους εκείνους που δεν κατέφευγαν σε οχυρά. Προκαλούσαν όλεθρο, λεηλατούσαν, κατέστρεφαν πόλεις-αγορές και χωριά,29 και έπαιρναν μαζί τους φεύγοντας αγρότες, τις γυναίκες και τα παιδιά τους.30 Ένας μάρτυρας στις αρχές του 14ου αιώνα σημείωνε:

Ενώ οι εμφύλιοι πόλεμοι αποσπούσαν τους Ρωμαίους [Βυζαντινούς], οι Τούρκοι προχωρούσαν σε συχνές επιδρομές από την Ασία χρησιμοποιώντας μονήρεις και τριήρεις. Εισέρχονταν ατιμώρητα στη Θράκη, ιδιαίτερα κατά τη συγκομιδή, πυρπολούσαν τις περιοχές, παρέσυραν ζώα, οδηγούσαν άνδρες και γυναίκες στην αιχμαλωσία και προκαλούσαν τέτοια ζημιά, που αυτές οι περιοχές παρέμεναν στη συνέχεια ακατοίκητες και ακαλλιέργητες.31

τῶν γάρ τοι Ῥωμαίων τοῖς ἐμφυλίοις περισπωμένων πολέμοις, συχνὰς ποιούμενοι τὰς ἐφόδους οἱ ἐξ Ἀσίας ἀδεῶς μονήρεσι καὶ τριήρεσιν ἐς τὴν Θρᾴκην περαιούμενοι Τοῦρκοι, καὶ μάλιστα ἐν ἀκμῇ τοῦ σίτου, τάς τε χώρας ἐνεπίμπρασαν καὶ τὰ κτήνη ἤλαυνον, ἄνδρας τε καὶ γυναῖκας ἠνδραποδίζοντο, καὶ πάντ’ ἐποίουν τὰ χαλεπώτατα, ὡς ἀοίκητόν τε καὶ ἀγεώργητον ἐντεῦθεν καταλειφθῆναι τὴν γῆν.

Το 1390 ο Βαγιαζήτ Α’ έστειλε στόλο να κάψει τη Χίο και τις γύρω πόλεις-αγορές, τα νησιά του Αρχιπελάγους, την Εύβοια και μέρος της Αττικής.32 Κατέστρεψε κάθε πόλη-αγορά και χωριό από τη Βιθυνία μέχρι τη Θράκη στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης και εκτόπισε όλους τους κατοίκους. Κατά τη διάρκεια των εκστρατειών του στη Σερβία (1410-13), ο Μούσα λεηλάτησε την ύπαιθρο, «πήρε μαζί του τους πιο δυνατούς νέους άνδρες και πέρασε από το σπαθί τον υπόλοιπο πληθυσμό. Κατέλαβε τρεις μικρές πόλεις, όπου δεν γλίτωσε κανένας από τους κατοίκους».33 Μετέτρεψε σε στάχτη τις πόλεις-αγορές και τα χωριά γύρω από την Κωνσταντινούπολη.

Διαθέτοντας ατρόμητο στρατό και αξιόλογους πολιτικούς, οι Οθωμανοί μπόρεσαν να εκμεταλλευτούν την έλλειψη ενότητας και τις οικονομικές αντιπαλότητες στο χριστιανικό στρατόπεδο. Την τελική κατάκτηση της Βαλκανικής χερσονήσου ανέλαβε το 1451 ο Μεχμέτ Β’ και οι διάδοχοί του. Η Κωνσταντινούπολη περικυκλώθηκε και έπεσε το 1453. Η Σερβία κατακτήθηκε το 1459. Ύστερα η Βοσνία και η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας το 1463 και η Ερζεγοβίνη το 1483. Η τουρκική επέκταση συνεχίστηκε στην Ευρώπη με την κατάκτηση της Βλαχίας, της Μολδαβίας και της ανατολικής Ουγγαρίας και αναχαιτίστηκε στη Βιέννη το 1683 και στην Πολωνία το 1687.

Εκτός από παραλλαγές που καθορίζονται από συγκεκριμένες χωρικές, ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες, τα δύο κύματα της μουσουλμανικής επέκτασης —το αραβικό από τον 7ο αιώνα και το τουρκικό τέσσερις αιώνες αργότερα— είναι εξαιρετικά παρόμοια. «Τούρκοι και Άραβες αναμίχθηκαν μαζί σαν ένας μόνο λαός», σχολίαζε ο Μιχαήλ Σύριος. Πριν εισβάλουν στην Ανατολία, τουρκικές φυλές είχαν ήδη μεταναστεύσει σε αραβικές επαρχίες στην Αρμενία, τη Μεσοποταμία, την Παλαιστίνη, τη Συρία και την Αίγυπτο. «Τέτοια ήταν η κυριαρχία των Τούρκων εν μέσω των Αράβων».34 Οι μεγάλοι Άραβες και Τούρκοι κατακτητές χρησιμοποιούσαν την ίδια στρατιωτική τακτική και τις ίδιες πολιτικές εδραίωσης της ισλαμικής εξουσίας. Αυτή η συνέχεια προέκυπτε από το γεγονός ότι οι κατακτήσεις πραγματοποιούνταν στο πλαίσιο της κοινής ιδεολογίας της τζιχάντ και του διοικητικού και δικαστικού μηχανισμού της σαρία — ομοιομορφία που αψηφά τον χρόνο, αφού προσαρμόζεται σε διαφορετικά εδάφη και λαούς, όντας ενσωματωμένη στην εσωτερική συνοχή μιας πολιτικής θεολογίας.

Κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών τους επιχειρήσεων, οι Τούρκοι εφάρμοζαν στους κατακτημένους πληθυσμούς τους κανόνες της τζιχάντ, οι οποίοι είχαν διαμορφωθεί τέσσερις αιώνες νωρίτερα από τους Άραβες και κατοχυρώνονταν στον ισλαμικό θρησκευτικό νόμο. Εδώ και πάλι, μπορεί κανείς να δει την ταυτότητα και τη συνέχεια ανάμεσα στη μοίρα εκείνων που είχαν κατακτηθεί από τους αραβικούς στρατούς και εκείνων που αργότερα κατακτήθηκαν από τους Τούρκους στη Μικρά Ασία και την Ευρώπη. Ο βυζαντινός ιστορικός Δούκας (15ος αιώνας) έγραφε:

Γιατί στο έθνος των Τούρκων, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο έθνος, αρέσει η αρπαγή και η αδικία. Αυτό ισχύει ακόμη και εναντίον των ομοφύλων τους. Αν οι επιθέσεις τους σκοπεύουν σε χριστιανούς, τι άλλο χρειάζεται να ειπωθεί; […] Πήγαιναν με τα πόδια στον Δούναβη και μοναδικός τους σκοπός ήταν να αιχμαλωτίσουν χριστιανούς. Εισβάλλουν κατά εκατοντάδες χιλιάδες σε μια επαρχία, λεηλατούν ληστρικά τα πάντα και ύστερα αναχωρούν. Ερήμωσαν ολόκληρη τη Θράκη μέχρι τη Δαλματία. Αποδεκάτισαν τους Αλβανούς, που ήταν πολυάριθμο έθνος, ενώ κατέστρεψαν εντελώς τους Βλάχους, τους Σέρβους και τους Ρωμιούς. Σύμφωνα με τον τουρκικό νόμο, το ένα πέμπτο των χριστιανών που αιχμαλωτίζονταi ανήκει στον αρχηγό ως δικό του μέρος των λαφύρων, ενώ από αυτούς διαλέγει τους καλύτερους. Επομένως οι φορολογικοί αξιωματούχοι του ηγεμόνα, όπου δουν νεαρό και ρωμαλέο ανάμεσα στους αιχμαλώτους, τον αγοράζουν στη φθηνότερη τιμή και τον ταξινομούν ως υιοθετημένο γιο και σκλάβο του ηγεμόνα. Ο ηγεμόνας τους ονομάζει «νέους στρατιώτες» που στη γλώσσα τους είναι γενίσερι (γενίτσαροι).35

Ἦν γὰρ τὸ ἔθνος τῶν Τούρκων, ὡς οὐκ ἄλλο, φιλάρπαγον καὶ φιλάδικον. Πρὸς ἄλληλα γὰρ ἦν· εἰ δὲ κατὰ χριστιανῶν, τὶ χρὴ καὶ λέγειν; […] ἄχρι Δανούβιος πεζοὶ τὴν πορείαν ποιοῦντες ἕνεκα τοῦ κλέψαι χριστιανόν. Καὶ γὰρ εἰ μυριάκις μύριοι ἐπέλθωσι τῇ τυχούσῃ τῶν ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ λῃστρικῶς ἐπεμβαινουσι καὶ ἁρπάζοντες φεύγουσι. Τοῦτο τὴν Θρᾴκην πᾶσαν ἄχρι Δαλματίας ἔρημον ἀπειργάσατο· τοῦτο τοὺς Ἀλβανούς, γένος ὑπὲρ ἀριθμὸν ὄν, εὐαριθμήτους ἐποίησεν· Βλάχους ὁμοίως· Σέρβους καὶ Ῥωμαίους εἰς τέλος ἠφάνισεν. Τούτων οὕτως αἰχμαλωτιζομένων, τὸ πέμπτον τῶν λαφύρων τῷ ἀρχηγῷ προσκυροῦσι κατὰ τὴν αὐτῶν νεαρὰν καὶ ἀφοσιοῦσι τοῦτο τὸ πέμπτον τῇ ἀρχῇ καὶ ταῦτα τὰ κρείττονα. Εἶτα καὶ οἱ τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ τῆς ἀρχῆς ἐξισωταί, ὅπου δ’ ἄν νέον καὶ εὔρωστον ἐκ τῶν αἰχμαλώτων ἴδωσι, τοῦτον δι’ ἐλαχίστου τιμήματος ὠνήσαντες εἰσποιητὸν τῇ ἀρχῇ καὶ δοῦλον κατονομάζουσι. Καὶ τούτους ὁ ἀρχηγὸς νεόλεκτον στρατόν, κατὰ δὲ τὴν αὐτῶν γλῶτταν γενίτζεροι, καλεῖ,

Ο Σπύρος Βρυώνης έχει εξετάσει τις λεπτομέρειες της τουρκικής κατάκτησης της βυζαντινής Ανατολίας.36 Για τον δεύτερο κύκλο εξισλαμισμού, ο αναγνώστης μπορεί να συμβουλευτεί αυτή τη λεπτομερή μελέτη. Η ομοιότητα των τουρκικών και αραβικών στρατιωτικών τακτικών και στρατηγικών είναι εμφανής.

Η εμφάνιση και εδραίωση του μουσουλμανικού κράτους

Σύμφωνα με πρόσφατες θεωρίες που ήδη αναφέρθηκαν πιο πάνω, φαίνεται ότι η διαδικασία της αραβο-ισλαμικής εισβολής στα εδάφη που συνόρευαν με την Αραβία —Παλαιστίνη, Συρία και Ιράκ— εκτεινόμενη σε χρονική περίοδο, πραγματοποιούνταν σε δύο επίπεδα κατά την κρίσιμη φάση της κατάκτησης. Το πρώτο επίπεδο, που αναφέρεται στις πηγές, έχει σχέση με τη νομαδική εισβολή, λεηλασία και καταστροφές. Το δεύτερο αφορά τις διαπραγματεύσεις που πραγματοποιούνταν μεταξύ των Αράβων αρχηγών και των εκπροσώπων των πληθυσμών από πόλεις ή επαρχίες, ανυπόμονων να απαλλαγούν από τους εισβολείς που πλημμύριζαν την ύπαιθρο, με τον αριθμό τους να αυξάνεται από τους ντόπιους Άραβες κατοίκους. Σε αντάλλαγμα για την καταβολή φόρου, αυτοί οι εκπρόσωποι —πολιτικοί κυβερνήτες ή θρησκευτικοί ηγέτες όπως πατριάρχες και επίσκοποι— λάμβαναν την ασφάλεια της ζωής, της περιουσίας και των πολιτικών και θρησκευτικών ιδρυμάτων για τους νικημένους πληθυσμούς. Αυτές οι συνθήκες διέφεραν ανάλογα με τις τοπικές συνθήκες. Ενσωμάτωναν παλαιότερες οικονομικές και διοικητικές πρακτικές και εξασφάλιζαν τη συνέχεια της βυζαντινής και της περσικής διοίκησης, παρά την πολιτική και στρατιωτική κατάρρευση εκείνων των αυτοκρατοριών.37

Οι τέσσερις πρώτοι χαλίφηδες (632-61), ο Αμπού Μπακρ, ο Ομάρ Ιμπν αλ-Χατάμπ, ο Οθμάν και ο Αλή, καθηλωμένοι στην κατάκτηση, άφηναν τους ντόπιους κατοίκους να διοικούν τις κατακτημένες χώρες υπό την εξουσία Αράβων στρατιωτικών κυβερνητών. Αυτές οι ρυθμίσεις ταίριαζαν στους εκπροσώπους των κατακτημένων πληθυσμών. Μερικοί μάλιστα εβλεπαν πλεονεκτήματα σε αυτές. Μονοφυσίτες χριστιανοί, που είχαν διωχθεί από Ορθόδοξους Έλληνες, χαίρονταν με την αναχώρηση των καταπιεστών τους. Ο κλήρος τους ερμήνευε την ήττα και τον εξευτελισμό του Βυζαντίου ως θεϊκή τιμωρία:

Ο Θεός της εκδίκησης […], βλέποντας την κακία των Ρωμαίων [Βυζαντινών] οι οποίοι, όπου κι αν κυβέρνησαν, λεηλάτησαν βάναυσα τις εκκλησίες και τα μοναστήρια μας και μας καταδίκασαν ανελέητα, οδήγησε τους γιους του Ισμαήλ από την περιοχή του νότου για να μας απελευθερώσουν από τα ρωμαϊκά χέρια.38

Ακόμα κι αν αυτό το προσωπικό σχόλιο ενός ελληνοφοβικού Συρίου Μονοφυσίτη πατριάρχη, που ζούσε και έγραφε τον 12ο αιώνα, εκφράζει μια ορισμένη πραγματικότητα, δεν πρέπει να εκληφθεί ως η κυριολεκτική έκφραση μιας γνώμης που είχε διατυπωθεί έξι αιώνες νωρίτερα. Ωστόσο, είτε αυτή αληθεύει είτε όχι, υπήρχαν εξεγέρσεις και τοπική αντίσταση, επειδή η αραβική εισβολή —με όλη την καταστροφή της— θεωρούνταν συμφορά. Πέρσες, Σύριοι και Αιγύπτιοι, απορροφημένοι από τις δικές τους συγκρούσεις με την Κωνσταντινούπολη, αγνοούσαν τα θρησκευτικά γεγονότα που είχαν αλλάξει εντελώς την Αραβία. Το Ισλάμ, για τους περισσότερους ανθρώπους, εμφανιζόταν ως άλλη μια εβραϊκή ή χριστιανική αίρεση μεταξύ άλλων, που προέκυπταν σε εκείνες τις ταραγμένες εποχές των θρησκευτικών πολέμων. Τα διάσπαρτα φύλλα του Κορανίου, γραμμένα στα αραβικά, δεν είχαν ακόμη συλλεχθεί και σε κάθε περίπτωση, πολύ λίγοι Ανατολίτες γνώριζαν εκείνη τη γλώσσα. Όσο για τη τζιχάντ, οι άνθρωποι της εποχής τη θεωρούσαν παρόμοια με τις γνωστές ράζζια (επιδρομές) των νομάδων, που συνήθως αποσύρονταν στην έρημο κουβαλώντας τα λάφυρά τους. Για παράδειγμα ο ηγεμόνας του Ναχαβέντ (Σουσιανή) υποδεχόμενος τον αλ-Μουγίρα, επικεφαλής των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Περσία, του είπε ότι οι άνδρες του ήσαν «στρατός Αράβων, που οδηγήθηκαν στην πόρτα μας από πείνα και φτώχεια: αν θέλετε, θα σας εφοδιάσω με προμήθειες και μπορείτε να επιστρέψετε από εκεί που ήρθατε». Σε αυτό ο αλ-Μουγίρα απάντησε ότι πολεμούσαν επειδή ένας προφήτης, που αναδύθηκε από τον λαό τους, τους είχε δώσει μια αποκάλυψη και τους είχε υποσχεθεί μια νίκη που θα τους έκανε κυρίους των τόπων όπου έβλεπε τόσο πλούτο και πολυτέλεια, «που όσοι με ακολουθούν, δεν θα θέλουν να αποσυρθούν μέχρι να γίνει δικός τους».39

Με την πληρωμή φόρου υποτέλειας ισοδύναμου με τους φόρους που επιβάλλονταν από το Βυζάντιο ή το περσικό κράτος, αλλά που καταβαλλόταν πια στη Μεδίνα, οι ντόπιοι χριστιανοί, Εβραίοι και ζωροαστρικοί κάτοικοι διατηρούσαν γενικά τη θρησκευτική και διοικητική τους αυτονομία. Οι αντίστοιχοι ηγέτες τους, τους εκπροσωπούσαν απέναντι στον χαλίφη και έπαιρναν πιστοποιητικό απονομής που επιβεβαίωνε την εξουσία τους. Επομένως μια συνέπεια της εξαφάνισης της βυζαντινής ή περσικής πολιτικής εξουσίας ήταν η ενίσχυση, επί των λαών που υπόκεινταν στο Ισλάμ, της υπεροχής των αντίστοιχων θρησκευτικών ιεραρχιών τους, οι οποίες στο εξής συνδύαζαν κοσμικές και πνευματικές εξουσίες.

Τα καθήκοντα που ανατίθεντο σε πολιτικούς αξιωματούχους, η συλλογή του φόρου και η απονομή δικαιοσύνης, μεταβιβάζονταν πλέον στον κλήρο. Υπεύθυνος για τον συλλογικό φόρο υποτέλειας τον οποίο μοίραζε στο ποίμνιό του, ο πατριάρχης διόριζε επισκόπους και έλεγχε τα οικονομικά της κοινότητας. Συνολικά, η αντικατάσταση της χριστιανικής ή περσικής πολιτικής και αστικής εξουσίας από μουσουλμανική πολιτική εξουσία αύξανε τον έλεγχο των αυτοχθόνων Εκκλησιών επί των κοινοτήτων τους και πρόσθετε στην οικονομική τους δύναμη. Αυτή η κατηγορία αξιωματούχων επωφελούνταν επίσης από την αλλαγή καθεστώτος. Μόλις έφευγαν οι Χαλκηδόνιοι Έλληνες, τους αντικαθιστούσαν στη διοίκηση και στις αυλές των Αράβων διοικητών ντόπιοι Μονοφυσίτες και Νεστοριανοί.

Στην αρχή της κατάκτησης οι χριστιανοί κατείχαν και έλεγχαν όλες τις υποθέσεις της χώρας τους που είχε βρεθεί κάτω από ισλαμική κυριαρχία. Ένα είδος συμβίωσης απορρέουσας από συνεργασία φαίνεται ότι είχε δημιουργηθεί μεταξύ της αρχικής μειοψηφίας των μουσουλμάνων εποίκων και της χριστιανικής πλειοψηφίας, καθώς και μεταξύ του αραβικού στρατιωτικού μηχανισμού και της χριστιανικής διοίκησης. Σε αυτήν την περίοδο, οι κατακτημένοι πληθυσμοί της Ανατολής εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν τις εθνικές τους γλώσσες: Αραμαϊκά (Ιράκ, Μεσοποταμία, Συρία, Παλαιστίνη), κοπτικά (Αίγυπτος) και παχλαβί (Περσία), ενώ τα θεμέλια της αραβικής δύναμης ήσαν ακόμη αδύναμα. Κατά συνέπεια, παρά την αποστροφή τους, οι χαλίφηδες και οι κυβερνήτες τους έπρεπε να καταφεύγουν στις υπηρεσίες τοπικών χριστιανών ή Εβραίων διοικητών, κατάσταση που κινδύνευε να θέσει σε κίνδυνο τη μονιμότητα της εξουσίας τους. Επομένως κατέστη επιτακτική ανάγκη η εδραίωση της ισλαμικής πολιτικο-στρατιωτικής κυριαρχίας με δημογραφική αύξηση του αριθμού των Αράβων και με μουσουλμανική νομοθεσία για τη σταθεροποίηση της κατάστασης, όπου η νομοθετική εξουσία συμπλήρωνε, ενίσχυε και διαμόρφωνε την πολιτικο-στρατιωτική εξουσία με συλλογή μέτρων που υιοθετούνταν σταδιακά. Αυτές οι δύο φάσεις, που αντιστοιχούσαν κατά προσέγγιση στην περίοδο του εξαραβισμού υπό τους Ουμαγιάντ και του εξισλαμισμού υπό τους Αββασίδες, εξασφάλιζαν οριστικά τον αραβο-μουσουλμανικό έλεγχο των κατεχομένων εδαφών και πληθυσμών.

Μαλιστα η περίοδος μετά την κατάκτηση ήταν περίοδος εντατικού αραβικού αποικισμού που υπαγορευόταν από στρατηγικές απαιτήσεις. Γιατί ενώ η επιδίωξη της συνεχιζόμενης τζιχάντ απέφερε σημαντική λεία και ενίσχυε την ισλαμική αλληλεγγύη, αυτές οι μάχες σε μακρινές χώρες αποδυνάμωναν την αραβική στρατιωτική παρουσία στις κατακτημένες χώρες. Για να μετριάσει αυτόν τον κίνδυνο, ο Ομάρ, και ιδιαίτερα ο Οθμάν, υιοθέτησαν πολιτική αραβικού αποικισμού, την οποία ακολουθούσαν οι διάδοχοί τους. Οι διάφορες πτυχές αυτού του αποικισμού στη Συρία και το Ιράκ —στρατιωτική οργάνωση των αποδήμων φυλών, προέλευσή τους και τόποι όπου εγκαταστάθηκαν— εξετάστηκαν από τον Fred McGraw Donner.40 Σε αυτό το πλαίσιο αρκεί να συνοψίσουμε τις γενικές συνέπειες για τον ντόπιο πληθυσμό.

Η συνεχής μετανάστευση ολόκληρων φυλών με τα κοπάδια τους —φυλών που προέρχονταν από διαφορετικές περιοχές της Αραβίας και συχνά εχθρικών μεταξύ τους— όχι μόνο δημιουργούσε προβλήματα εγκατάστασης σε πόλεις και περιοχές της επαρχίας που ήσαν από τις πιο εύφορες και πιο πυκνοκατοικημένες, αλλά επίσης προκαλούσε δυσκολίες σχετικά με τις επιδοτήσεις και τη συμβίωση με τον γηγενή πληθυσμό, αφού οι νομάδες ήσαν αντίθετοι με αγροτικά και αστικά επαγγέλματα.

Αυτή η ροή μετανάστευσης, που ελεγχόταν δεόντως από την αραβική στρατιωτική διοίκηση, κατευθυνόταν προς συγκεκριμένες περιοχές. Ορισμένες φυλές ενώνονταν με στρατιωτικά πληθυσμιακά κέντρα: για παράδειγμα Βασόρα και Κούφα στο Ιράκ, Φουστάτ στην Αίγυπτο. Άλλες λάμβαναν τεράστιες περιοχές που καλλιεργούνταν από τους ντόπιους κατοίκους, οι οποίοι υποβιβάζονταν σε σκλαβιά ή άμισθη υπηρεσία (Ιράκ, Αίγυπτος, Ισπανία, Μαγρέμπ). Στην Παλαιστίνη και τη Συρία, φυλές από την Υεμένη και νομάδες από το Χιτζάζ εγκαθίσταντο στις πόλεις και την ύπαιθρο, όπου καταλάμβαναν σπίτια και εδάφη. Οι μετανάστες εισέπρατταν ετήσια επιδόματα (ατά), τα οποία πληρώνονταν από τους φόρους των ντόπιων κατοίκων και ορίζονταν από το μουσουλμανικό κράτος σε βάση αντίστοιχη με τις υπηρεσίες που ειχαν προσφερθεί στον ιερό πόλεμο.

Image
Διάφορες θεραπείες. Νταμιέτα, Αίγυπτος
Κοπτικό Ευαγγέλιο (1179-1180)
Ms. Copte 13, fol. 44v, BN

Αυτός ο εξαραβισμός είχε καταστροφικές συνέπειες για τους ντόπιους πληθυσμούς, καθώς η κατάσχεση εδαφών από τους εισβολείς και η ιδιοποίηση σπιτιών και χωριών δεν πραγματοποιούνταν χωρίς λεηλασίες και καταχρήσεις. Αυτή η μετανάστευση είχε τέσσερις μεγάλες συνέπειες. Πρώτον, η συνολική έκταση των κατακτηθέντων εδαφών κατασχέθηκε από μια φυλή που προερχόταν από τη Μέκκα, η οποία ασκούσε τη στρατιωτική εξουσία της μέσω νομαδικών αραβικών φυλών. Δεύτερον, η μαζική μετανάστευση Αράβων προκαλούσε ενδημική αναρχία σε χώρες όπου μέχρι τότε, σε σύγκριση με τον γηγενή πληθυσμό, αυτοί αποτελούσαν μόνο μικροσκοπικές μειοψηφίες στις παρυφές των ερήμων. Στην πράξη, οι μέθοδοι διανομής της λείας —της γης και των ντόπιων κατοίκων— μεταξύ φυλών αφενός και του αραβικού κράτους αφετέρου, ή μεταξύ των ίδιων των φυλών, προκαλούσαν μόνιμες αιματηρές συγκρούσεις σε όλη την Αραβική Αυτοκρατορία, από την Ισπανία μέχρι την Αρμενία. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου εξαραβισμού στην Εγγύς Ανατολή, ο χαλίφης Αμπντ αλ-Μαλίκ (685-705) απαγόρευε τη χρήση των μητρικών γλωσσών στη διοίκηση, αντικαθιστώντας τις με αραβικά. Έτσι, σε χώρες εγκατεστημένου πολιτισμού, η μετανάστευση νομάδων οι οποίοι ενισχύονταν στις πολεμοχαρείς τους συνήθειες από την ιδεολογία της τζιχάντ και από τις νίκες τους, αύξανε την αστάθεια, ενώ η λεηλασία μετέτρεπε τις καλλιεργούμενες περιοχές σε ερήμους.

Οι εκ μέρους των εισβολέων λεηλασίες των γηγενών, της μοναδικής φορολογητέας εργατικής δύναμης, έπαιρναν τόσο καταστροφικές διαστάσεις, που τα έσοδα του κράτους των Ουμαγιάντ μειώνονταν σημαντικά. Οι επαρχιακοί κυβερνήτες έπρεπε να εξασφαλίζουν την προστασία της αγροτιάς και ταυτόχρονα να υποτάσσουν φυλές, που είχαν σφετεριστεί εδάφη και κρατούσαν τους κατοίκους για λύτρα. Επιπλέον, ενδοαραβικές δυναστικές και θρησκευτικές διαμάχες αύξαναν τα οικονομικά προβλήματα.

Διοίκηση των κατακτημένων εδαφών

Η επικάλυψη των φάσεων της κατάκτησης, του εξαραβισμού και της εδραίωσης της μουσουλμανικής εξουσίας, δίνει αναρχικό και βίαιο χαρακτήρα σε αυτήν την περίοδο, όταν οι μετασχηματισμοί δεν ήσαν πουθενά ομοιογενείς ή γραμμικοί. Μάλιστα από την αρχή της κατάκτησης εμφανίζονταν αντιφάσεις ανάμεσα στα μακροπρόθεσμα συμφέροντα του μουσουλμανικού κράτους, τα οποία εκπροσωπούσε ο χαλίφης, και την απληστία των Βεδουΐνων. Το πρόβλημα αφορούσε τη λεία που σχετιζόταν με τα εδάφη, τους γηγενείς πληθυσμούς και την περιουσία τους. Οι νομαδικές φυλές, παρακινούμενες από απληστία, ζητούσαν να μοιραστεί η λεία αμέσως και οι κατακτημένοι λαοί να υποδουλωθούν, όπως την εποχή του Προφήτη. Όμως η ανακατανομή της εξουσίας μέσα στη φάρα των Κουραϊσίτ, όπου η αστική τάξη των εμπόρων καραβανιών της Μέκκας ήταν εξέχουσα, αντικατέστησε αυτές τις πρακτικές με την έννοια ενός μονοπωλίου του ισλαμικού κράτους επί του μεγαλύτερου μέρους της πολεμικής λείας, το οποίο στη συνέχεια παραχωρούνταν με τη μορφή περιοχών (ίκτα) ή επιδομάτων (ατά) στις αραβικές φυλές.41 Ανυπομονώντας να επιβάλουν αυτή τη διοικητική και δημοσιονομική πολιτική στις φυλές, οι αρχές στράφηκαν στο Κοράνι και έδωσαν κανονιστική αξία στις αποφάσεις του Προφήτη.

Σταδιακά δημιουργήθηκε μια τεράστια συλλογή, η οποία κατέγραφε λόγια και πράξεις που αποδίδονταν στον Μωάμεθ. Αυτά τα ρητά (χαντίθ), που περνούσαν από γενιά σε γενιά μέσω σειράς μεταβιβαστών (ισνάντ), έγιναν η βάση της Παράδοσης (Σούννα), η οποία ερμηνεύτηκε και κωδικοποιήθηκε περί τα τέλη του 9ου αιώνα από τις τέσσερις κύριες σχολές ορθόδοξου μουσουλμανικού δικαίου (Χανάφι, Μαλίκι, Σάφι και Χαντμπάλι). Αυτοί οι τέσσερις νομικοί κώδικες έθεταν τη βάση της σαρία.

Σε αυτό το πλαίσιο αναπτύχθηκε η αναζήτηση κριτηρίων δικαιοσύνης στους εμβρυϊκούς νομικούς και διοικητικούς θεσμούς του ισλαμικού κράτους, που ενδιαφερόταν να νομιμοποιήσει τον οικονομικό έλεγχο των κατακτημένων εδαφών και λαών. Στον τομέα της πολιτικής διακυβέρνησης η δικαιοσύνη συνίστατο στον καθορισμό των κριτηρίων για την απόδοση και διανομή μεταξύ των μουσουλμάνων της περιουσίας που είχε κατακτηθεί με τζιχάντ σύμφωνα με το Κοράνι, τις χαντίθ και τη σαρία. Αυτή η δικαιοσύνη ενσωματώθηκε στην αυστηρή εφαρμογή των θρησκευτικών συνταγών για τα δικαιώματα και τα καθήκοντα της κοινότητας (ούμμα) των μεταναστών αφενός και αφετέρου των ντίμμι, των οποίων η θρησκεία, συνδεδεμένη με τη φορολόγηση, γινόταν ανεκτή.

Οι νομικοί της περιόδου των Αββασιδών αντλούσαν την έμπνευσή τους από το Κοράνι και τις παραδόσεις για να διαμορφώσουν το καθεστώς των ντίμμι, των γηγενών μη μουσουλμάνων κατοίκων που είχαν διαπραγματευτεί τα δικαιώματά τους με συνθήκες που αφορούσαν τα εδάφη τους, τα οποία είχαν γίνει μέρος του νταρ αλ-Ισλάμ. Ορισμένοι Άραβες χρονικογράφοι αποδίδουν αυτό το καθεστώς, γνωστό και ως Σύμφωνο του Ομάρ, στον Ομάρ Ιμπν αλ-Χατάμπ (634-44), άλλοι στον Ομάρ μπιν Αμπντ αλ-Αζίζ (717-20). Οι συνιστώσες της βυζαντινής και περσικής φορολογίας που απορροφήθηκαν στους ισλαμικούς θεσμούς καθορίζονταν από τις έννοιες τζίζγια (κεφαλικός φόρος σε μη μουσουλμάνους), χαράτζ (φόρος σε είδος ή σε χρήμα επί της γης τους), φάι (κρατική περιουσία),42 που ήσαν ενσωματωμένες σε θεολογική αντίληψη ενός πολέμου κατάκτησης: της τζιχάντ.

Αυτοί οι νομομαθείς προσπάθησαν να προσδιορίσουν το μοίρασμα της κολοσσιαίας λείας των κατακτημένων εδαφών και λαών, μεταξύ του μεριδίου του κράτους (τζάι) και του τμήματος που ανήκε στις φυλές που είχαν συμμετάσχει στη τζιχάντ. Υιοθετούσαν μια οικονομική κατάταξη της κατακτημένης γης με βάση τις λεπτομέρειες της κατάκτησής της και τις πραγματικές ή εικονικές συνθήκες παράδοσης. Στο εξής αυτός ο νόμος κατάκτησης καθόριζε την οικονομική κατηγορία της γης (φόρου δεκάτης ή χαράτζ) και προσδιόριζε το καθεστώς των κατοίκων της. Οι νομομαθείς του Μεσαίωνα απέδιδαν αυτή την κατάταξη στον δεύτερο χαλίφη, τον Ομάρ Ιμπν αλ-Χατάμπ.

Σύμφωνα με αυτούς τους νομικούς, ο Ομάρ είχε διαπραγματευτεί όρους παράδοσης στη βάση του φόρου υποτέλειας που πλήρωναν μη μουσουλμάνοι. Φέρεται ότι αρνήθηκε να επιτρέψει την υποδούλωση και το άμεσο μοίρασμα των εγκατεστημένων πληθυσμών που παρήγαγαν πλούτο, κάτι που θα είχε καταστρέψει την ίδια την πηγή της αραβικής δύναμης, καθώς οι Βεδουΐνοι δεν ήσαν ούτε τόσοι σε αριθμό ώστε να κατοικήσουν αυτά τα εδάφη, ούτε σε θέση να τα καλλιεργήσουν. Αυτές οι φυλές, αποτελούμενες από εμπόρους καραβανιών και μια πλειοψηφία νομάδων βοσκών, αγνοούσαν τις σύνθετες οικονομικές και διοικητικές τεχνικές των πολύ καλλιεργημένων πολιτισμών της Περσίας και του Βυζαντίου. Για να επιβάλει τις αποφάσεις του, ο χαλίφης λέγεται ότι επικαλέστηκε την πολιτική του Μωάμεθ κατά τη διάρκεια των πολέμων του εναντίον των Εβραίων της Μεδίνας. Ο Προφήτης είχε δημεύσει την περιουσία της φυλής Μπάνου Ναντίρ και την είχε ανακηρύξει φάι (κρατική περιουσία), για να τη διαχειριστεί προς όφελος της ούμμα. Όσο για τους Εβραίους της όασης Χαϊμπάρ, ο Προφήτης τους απάλλαξε από υποδούλωση, με πληρωμή φόρου υποτέλειας που επιβαλλόταν στις σοδειές τους.

Σύμφωνα με την παράδοση, ο Ομάρ αναφερόταν σε αυτά τα προηγούμενα όταν όριζε ότι οι κατακτημένοι Λαοί του Βιβλίου, έχοντας διαπραγματευτεί την παράδοσή τους, προστατεύονταν από το ισλαμικό κράτος από υποδούλωση ή σφαγή. Η ασφάλεια της ζωής, της περιουσίας και της πίστης ήταν εγγυημένη από το κράτος, που δεν θα επέμβαινε στις υποθέσεις τους. Αυτοί οι άνθρωποι σχημάτιζαν το φάι (λάφυρο) της ούμμα το οποίο, καθώς ανήκε στη συλλογικότητα, θα αποκλειόταν συνεπώς από τη διανομή σε άτομα και θα διοικούνταν από τον χαλίφη.

Με αυτόν τον τρόπο διαμορφώθηκε η συγκεκριμένη κοινωνικοπολιτική και θρησκευτική κατηγορία «προστατευόμενων» ή ντίμμι. Έτσι ο Ομάρ θα εισήγαγε μια νομική διάκριση στους νόμους του πολέμου για τους κατακτημένους πληθυσμούς, μεταξύ αφενός ανθρώπινης λείας, που μοιραζόταν μεμονωμένα σύμφωνα με τον τρόπο κατάκτησης, και αφετέρου των ντίμμι, μιας συλλογικής λείας που υπόκειτο σε φόρο υποτέλειας. Σε θέματα γης, λέγεται ότι [ο Ομάρ] αναφέρθηκε στο προηγούμενο που είχε δημιουργήσει ο Μωάμεθ σχετικά με την περιουσία των Μπάνου Ναντίρ, προκειμένου να διαφοροποιήσει τα λάφυρα που μοιράζονταν μεταξύ των μεμονωμένων κατακτητών και εκείνα που αποτελούσαν συλλογική περιουσία του μουσουλμανικού κράτους σε γη. Χωρίς να υπεισέλθουμε στις νομικές και χρονολογικές πολυπλοκότητες, θα σημειωθεί ότι αυτές οι συζητήσεις που αφορούν τους κατακτημένους λαούς και την περιουσία τους αντικατοπτρίζουν τις συγκρούσεις της μετα-κατακτητικής περιόδου. Η επιβίωση αυτών των πληθυσμών τοποθετούνταν μέσα σε αυτές τις έννοιες σε ένα είδος ενδιάμεσης πορείας, μεταξύ της προστασίας που εγγυάτο το μουσουλμανικό κράτος και των λεηλασιών των νομάδων.

Όπως έχουν τονίσει σύγχρονοι ιστορικοί, οι μεσαιωνικοί νομικοί πρόβαλλαν κατά τους πρώτους αιώνες μετά την Εγείρα (Χίτζρα) μια εξιδανικευμένη εικόνα, η οποία μικρή μόνο σχέση είχε με την ιστορική πραγματικότητα. Στην πραγματικότητα, καθώς ο ισλαμικός νόμος βρισκόταν ακόμη σε εμβρυϊκή κατάσταση και ήταν ελάχιστα τυποποιημένος σε ολόκληρο το νταρ αλ-Ισλάμ εκείνη την περίοδο, επικρατούσε αναρχία και οι καταστάσεις τακτοποιούνταν με τη βία και όχι με τον νόμο.

Με την έλευση των Αββασιδών (750), οι μουσουλμάνοι ήσαν ακόμη μειοψηφία μεταξύ του χριστιανικού πληθυσμού των Μονοφυσιτών (Αίγυπτος, Συρία, Μεσοποταμία) ή των Νεστοριανών (Ιράκ). Ζωροαστρικοί κατοικούσαν στις πόλεις και τα χωριά του Ιράν και πολυάριθμος πληθυσμός Εβραίων επιζούσε, κυρίως στην Παλαιστίνη, τη Συρία και το Ιράκ, αλλά και στην Περσία, την Αίγυπτο, τη Βόρεια Αφρική και την Ισπανία. Παρά την οικονομική καταπίεση που υφίστατο η εβραϊκή και χριστιανική αγροτιά, η οποία υποβιβαζόταν σε δουλεία ή απλήρωτη εργασία σε εδάφη που δήμευε το κράτος, υπό τους Ουμαγιάντ —ιδιαίτερα υπό τον κυβερνήτη αλ-Χατζάτζ στο Σαουάντ (κάτω Ιράκ)— οι μη μουσουλμάνοι εξακολουθούσαν να αποτελούν πλειοψηφία στην Αραβική Αυτοκρατορία.

Αναπτυσσόμενα εξαραβισμένα κέντρα δημιουργούνταν σε περιοχές κατεστραμμένες από επιδρομές (ράζζια) στις οποίες είχαν εγκατασταθεί οι νομάδες (Παλαιστίνη, Συρία), σε περιοχές αποικισμού (Ιράκ, Χορασάν) και σε στρατιωτικούς καταυλισμούς. Η Συρία, με τη Δαμασκό ανυψωμένη στο καθεστώς της πρωτεύουσας των Ουμαγιάντ και έδρας της κυβέρνησης, υποβλήθηκε σε πιο ραγδαίο και εντατικό εξαραβισμό. Παρά τις αλλαγές θρησκεύματος, τις οποίες ενθάρρυνε η προνομιακή οικονομική μεταχείριση των μουσουλμάνων και η επέκταση ενός πληθυσμού σκλάβων που προερχόταν από τα λάφυρα πολέμου ή επιδρομές, η εθνοθρησκευτική σύνθεση της Εγγύς Ανατολής δεν είχε αλλάξει δραματικά. Οι σύνθετες διαδικασίες που θα αντέστρεφαν τη θρησκευτική-δημογραφική κατάσταση χωρών —πρώην νταρ αλ-χαρμπ, τώρα μέρους του νταρ αλ-Ισλάμ— θα εκτείνονταν σε περισσότερους από δύο αιώνες υπό τους Αββασίδες. Αν και θα ήταν τεχνητό να απομονωθούν οι επιδρώντες παράγοντες, καθώς η αλληλεπίδρασή τους στο πολιτικό, οικονομικό και θρησκευτικό πεδίο αλληλεπικαλύπτεται σε μεγάλο βαθμό, είναι δυνατό να διακριθούν ορισμένα συστατικά του μετασχηματισμού.

Η πολιτική του αραβικού αποικισμού που ξεκίνησε ήδη υπό τον Ομάρ Ιμπν αλ-Χατάμπ —μετανάστευση και σταθεροποίηση των νομάδων στις κατακτημένες χώρες, επιχορηγήσεις σε φυλές και εξαραβισμός της διοίκησης— προετοίμασε το έδαφος για την επόμενη φάση: τον εξισλαμισμό. Επί Αββασιδών η κατάργηση των συνόρων μεταξύ Αραβίας και χωρών εγκατεστημένου πολιτισμού (Περσία και Εγγύς Ανατολή) ενθάρρυνε τη συνεχή διείσδυση από τον νομαδικό κόσμο: είτε Άραβες είτε εκείνους που προέρχονταν από την εξισλαμισμένη Ασία (Κούρδους, Τούρκους). Η εισροή αυτών των φιλοπόλεμων πληθυσμών βοηθούσε στη γενίκευση μιας αναρχίας που τρεφόταν από δυναστικά και θρησκευτικά σχίσματα.

Image
Φαραώ στον θρόνο του
Συριακή Βίβλος (περ. 6ος/8ος αιώνας)
Ms. Syr. 341, fol. 8, BN

Η εξάπλωση αυτών των ξένων, επενδεδυμένων με πολιτικο-στρατιωτική δύναμη —είτε από το κράτος είτε από εξεγέρσεις— περιόριζε τους μη μουσουλμάνους γηγενείς κατοίκους σε ρόλο οικονομικών παραγωγών. Αυτή η λειτουργία ήταν ακόμη πολύ σημαντική, αφού η αυξημένη στρατιωτική δύναμη της Κωνσταντινούπολης στέρευε μια πρωταρχική πηγή πλούτου του αραβο-μουσουλμανικού κράτους: λάφυρα και σκλάβους. Αυτή η φτωχοποίηση συνέβαινε σε μια εποχή, που η υπεράσπιση των συνόρων και ακόμη και η ασφάλεια του χαλίφη απαιτούσε τη χρηματοδότηση στρατού —αγορά, μεταφορά, συντήρηση και εξοπλισμό— αποτελούμενου αποκλειστικά από σκλάβους. Οικονομικά προβλήματα, ο κατακερματισμός της αυτοκρατορίας και οι πόλεμοι εναντίον του Βυζαντίου προκαλούσαν σκλήρυνση της οικονομικής εκμετάλλευσης των μη μουσουλμάνων γηγενών κατοίκων και ανέπτυσσαν τη συστηματοποίηση των θρησκευτικών διώξεων που ενσωματώθηκαν στους μουσουλμανικούς κυβερνητικούς θεσμούς.

Αυτή η περίοδος (8ος έως 10ος αιώνας) συνέπεσε με την εικονομαχική κρίση, που δίχασε τον χριστιανικό κόσμο και η οποία αναβίωσε τη βυζαντινή θρησκευτική αδιαλλαξία απέναντι τόσο στους Μονοφυσίτες όσο και τους Εβραίους. Αυτές οι θρησκευτικές συγκρούσεις αντικατοπτρίζονταν μέσα στις χριστιανικές και εβραϊκές κοινότητες, αποδυναμωμένες από διαφωνίες σχετικά με το δόγμα, από λειτουργικές διαμάχες και ιδιαίτερα από διαφωνίες που είχαν σχέση με εξαγορά. Κατά συνέπεια, ο εθνο-θρησκευτικός χάρτης της αυτοκρατορίας των Αββασιδών άλλαξε εντελώς γύρω στον 10ο και 11ο αιώνα. Εξολοθρευμένοι ή εξορισμένοι από θρησκευτικούς διωγμούς, οι ζωροαστρικοί επιζούσαν σε διάσπαρτες και ασήμαντες ομάδες. Τα εκατομμύρια των Κοπτών, Συρίων Μονοφυσιτών, Εβραίων και Νεστοριανών, που είχαν κατοικήσει τις ακμάζουσες πόλεις και την εύφορη ύπαιθρο αυτών των τεράστιων εδαφών, μειώθηκαν, σε διαφορετικές αναλογίες, σε αστικές κοινότητες κλεισμένες στις δικές τους συνοικίες ή σε αγροτικά κέντρα που επιβἰωναν με ανασφάλεια και παροδικότητα. Παρά τη λογοτεχνική, φιλοσοφική και οικονομική άνθηση στην Ισπανία, την Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία, η οποία θα συζητηθεί αργότερα, αυτή ήταν η αρχή της μακράς παρακμής και καθόδου των Λαών του Βιβλίου στον κόσμο της ντίμμι-δουλείας, της οποίας ήσαν ταυτόχρονα παράγοντες και θύματα. Τέσσερις αιώνες είχαν αρκέσει για να επιτευχθούν αυτά τα αποτελέσματα με τη συγχώνευση πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών διαδικασιών και την αργή και λεπτή επέκτασή τους, που τρεφόταν από απρόβλεπτες συγκυρίες οι οποίες γεννιούνταν από το ιστορικό μάγμα.

Οι ίδιες σχέσεις μεταξύ νομάδων και εγκατεστημένων πληθυσμών εμφανίστηκαν στον δεύτερο κύκλο εξισλαμισμού υπό τους Τούρκους από τον 11ο αιώνα. Όμως τότε πια το δόγμα είχε ήδη διατυπωθεί και οι νομικοί και κυβερνητικοί θεσμοί είχαν καθοριστεί κατά τη διάρκεια της λεγόμενης κλασικής περιόδου του αραβο-ισλαμικού πολιτισμού. Κατά συνέπεια, τα νομικά και κυβερνητικά όργανα των τουρκικών εμιράτων, που αργότερα απορροφήθηκαν στο οθωμανικό κράτος, αναπτύσσονταν γρήγορα στα κατακτημένα εδάφη της Ανατολίας.

Όπως οι εθνο-θρησκευτικές συγκρούσεις των Λαών του Βιβλίου επέτρεψαν στο αραβο-μουσουλμανικό κράτος να διασφαλίσει τη μονιμότητά του με τη συνεργασία των θρησκευτικών τους εκπροσώπων, έτσι και οι βυζαντινοί δυναστικοί αγώνες και οι δια-χριστιανικοί πόλεμοι ευνόησαν την τουρκο-ισλαμική επέκταση στην Ανατολία και τα Βαλκάνια. Ο ισχυρισμός του ελληνικού πατριαρχείου για ηγεμονία επί των σλαβικών, αρμενικών και μονοφυσιτικών εκκλησιών ενθάρρυνε συμμαχίες με τους Τούρκους, όπως και η σύγκρουση μεταξύ παπισμού και πατριαρχείου αλλού. Εξαντλημένοι από τους συνεχείς πολέμους και τη φτώχεια, οι αγρότες της Ανατολίας συνέρρεαν στους Τούρκους και αλλαξοπιστούσαν.

Η διχόνοια μεταξύ των χριστιανών ηγεμόνων επέτρεπε στους τουρκικούς στρατούς να βοηθούν τις αντίπαλες φατρίες και να εξοικειώνονται με την τοπογραφία των εδαφών τους, όπου λεηλατούσαν την ύπαιθρο και καταλάμβαναν στρατηγικά οχυρά. Αυτά τα στρατόπεδα γίνονταν κέντρα εντατικού εξισλαμισμού, με την κατασκευή τζαμιών που εξυπηρετούνταν από μεγάλο σώμα καδήδων και ουλεμάδων, που συνέρρεαν από τις αραβικές επαρχίες. Συνεχή κύματα μεταναστών από την αραβο-μουσουλμανική και ασιατική ενδοχώρα εξέτρεφαν μια διαδικασία εξισλαμισμού μέσω διείσδυσης. Νομαδικές φυλές πλημμύριζαν τις πεδιάδες, περικύκλωναν τα χωριά, έστηναν ενέδρες στους δρόμους και διέκοπταν τις επικοινωνίες. Αυτή η εισβολή συνοδευόταν από αντίστροφη κίνηση γηγενών πληθυσμών, που εγκατέλειπαν την ύπαιθρο που τη λυμαίνονταν ληστές και χύνονταν πίσω στις πόλεις.

Ο οθωμανικός αποικισμός της Ανατολίας είναι περισσότερο γνωστός χάρη στα πολλά χρονικά της εποχής. Η γη χωρίστηκε σε στρατιωτικά φέουδα, αποτελούμενα από πόλεις και χωριά, που κατοικούνταν από πληθώρα σκλάβων και φορολογουμένων ντίμμι, σύστημα που ήδη εφαρμοζόταν από τους Άραβες στο πρώτο κύμα εξισλαμισμού και από τους Σελτζούκους εμίρηδες. Με αυτόν τον τρόπο σχηματίστηκε μια τάξη μικρών και μεσαίων μουσουλμάνων γαιοκτημόνων, η οποία επεκτάθηκε υπό τον Οσμάν (1299-1326) και παγιώθηκε υπό τον γιο του Ορχάν (1326-59).

Στη Βουλγαρία η εγκατάσταση Τούρκων σε στρατιωτικές φρουρές που ιδρύονταν σε στρατηγικές περιοχές μείωνε, αν δεν εξάλειφε, τον γηγενή πληθυσμό. Οι πιο εύφορες εκτάσεις δόθηκαν σε μουσουλμάνους, ενώ η χριστιανική αγροτιά διέφυγε από τη λεηλασία και στράφηκε πίσω στα βουνά, έξοδος που οδήγησε στην ίδρυση μεγάλου αριθμού νέων πόλεων.43 Αλλού, ανθούσες πόλεις και χωριά καταστράφηκαν ολοσχερώς και ερημώθηκαν, ενώ άλλες έγιναν αποκλειστικά μουσουλμανικές, καθώς ο γηγενής πληθυσμός μειώθηκε, εξαφανίστηκε εντελώς ή προσηλυτίστηκε.

Ο μεγάλος αριθμός ταξιδιωτών που διέσχισαν πρόσφατα εξισλαμισμένες χριστιανικές χώρες διηγούνται τις ίδιες ιστορίες καταστροφής με αυτές που έλεγαν τα συριακά χρονικά λίγους αιώνες νωρίτερα. Οι πολιτικο-θρησκευτικοί κανόνες της τζιχάντ έδιναν στις αραβικές και τουρκικές κατακτήσεις συνολική ομοιομορφία. Μόλις οι Τούρκοι καταλάμβαναν μια επαρχία, καλούσαν δικαστές και ουλεμάδες από την αραβική ενδοχώρα για να δημιουργήσουν πλήρη νομική διοίκηση.

Ένα κύμα χριστιανών λιποτακτών, επαναστατημένων ηγεμόνων, κυβερνητών, στρατιωτών, ιερέων και αποστατών, που προσελκυόταν από τη γενναιοδωρία και τη στρατιωτική δύναμη των σουλτάνων, προετοίμαζε το έδαφος και έθετε σε κίνηση την παρακμή και καταστροφή εκείνου του χριστιανικού κόσμου που είχαν εγκαταλείψει. Προαγόμενοι στις υψηλότερες θέσεις ως σύμβουλοι, αξιωματικοί και διαχειριστές στην οθωμανική αυλή, συνέβαλλαν στις τουρκικές νίκες και οδηγούσαν τον λαό τους αναπόφευκτα στον δρόμο της δουλοπαροικίας. Ένας σύγχρονος Έλληνας ιστορικός, συζητώντας τους εξισλαμισμένους χριστιανούς, ιδιαίτερα τους Έλληνες του 14ου αιώνα, παρατηρούσε ότι

αναγεννημένοι πνευματικά στον ισλαμικό κόσμο, έγιναν οι πιο πειθαρχημένοι, ένθερμοι και ικανοί στρατιώτες του κράτους. Αυτοί έδωσαν στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία τα τελευταία και πιο καθοριστικά θανατηφόρα πλήγματα. Ήσαν αυτοί οι πιο ανελέητοι διώκτες των συμπατριωτών τους και πρώην ομοθρήσκων. Αυτοί ήσαν που συνέβαλαν σημαντικά στην οργάνωση, επέκταση και εδραίωση του οθωμανικού κράτους.44

Οι σουλτάνοι είχαν «κερδίσει καρδιές» σε σερβικές, βοσνιακές, βουλγαρικές και ελληνικές αυλές ηγεμόνων, καθώς και ανάμεσα στον σλαβικό και ελληνικό κλήρο, χρηματοδοτώντας μια τουρκόφιλη παράταξη που καλλιεργούσε την απαισιοδοξία, κήρυττε το αναπόφευκτο του θριάμβου του Ισλάμ και μιλούσε πολύ για τα οικονομικά πλεονεκτήματα που πρόσφεραν οι μουσουλμανικές αγορές.45

Image
Αγία Σοφία (6ος αιώνας). Κωνσταντινούπολη

Τέλος οι επιπτώσεις του ψυχολογικού στοιχείου του φόβου στην προώθηση του εξισλαμισμού των κατακτημένων εδαφών δεν μπορούν να τονιστούν πολύ έντονα. Ο πληθυσμός τρεπόταν σε φυγή μπροστά στην αστάθεια που δημιουργούνταν από την εξάπλωση των νομάδων, οι οποίοι έστηναν ενέδρες, σκότωναν ή κρατούσαν χωρικούς για λύτρα και φεύγοντας έπαιρναν αιχμάλωτες γυναίκες και παιδιά. Υπό τη βασιλεία του Ανδρόνικου Γ’ [Παλαιολόγου] του Νεώτερου (1328-41), Τούρκοι ληστές λυμαίνονταν τους δρόμους, επιτίθεντο στους περαστικούς,46 και «έκαναν επιδρομές στα εδάφη της αυτοκρατορίας».47 Οι πηγές αναφέρουν άφθονα αυτόν τον φόβο, που εμπόδιζε τις γυναίκες να βγαίνουν έξω και τους άνδρες να πηγαίνουν άοπλοι στα χωράφια και που απαιτούσε συλλογικά ταξίδια με τη συνοδεία ενόπλων φρουρών —κατάσταση που παρέμενε ο κανόνας μέχρι τον 20ό αιώνα σε χώρες που κατακλύζονταν από νομάδες, ιδιαίτερα στην Παλαιστίνη, τη Συρία και το Ιράκ. Αυτός ο φόβος ενθάρρυνε την παράδοση, την προδοσία, τη διαφθορά και την εγκατάλειψη, από τους ντόπιους κατοίκους, των εδαφών που δέχονταν εισβολές.

Η συμβιωτική σχέση μεταξύ Ισλάμ και Χριστιανισμού, που δημιουργήθηκε στα εδάφη που πάρθηκαν ως λάφυρα μετά την κατάκτηση —ή σε αναμονή και σε επιθυμία για κατάκτηση— υπήρξε η κινητήρια δύναμη σε όλη την ιστορία πίσω από τη διαδικασία μόνιμου εξισλαμισμού της Χριστιανοσύνης. Όλοι οι λαοί της Ανατολίας και της Ευρώπης που διατηρούσαν τη θρησκεία τους μετά την οθωμανική κατάκτηση κατά τη διάρκεια του δεύτερου κύματος εξισλαμισμού, ενέπιπταν στην κατηγορία των ντίμμι, που γενικά ονομάζονται ραγιάδες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η κοινωνική τους κατάσταση είχε ήδη καθοριστεί κατά την εποχή της πολιτικής οργάνωσης των αραβικών κατακτήσεων, ενώ αργότερα κωδικοποιήθηκε στη σαρία.

Το κατώτερο καθεστώς Εβραίων και χριστιανών στο Ισλάμ διέφερε ανάλογα με τον χρόνο και τον τόπο, αλλά σε χώρες που διατηρούσαν την παράδοση, όπως η Υεμένη, επιζούσε μέχρι τον 20ό αιώνα. Το 1856 ο Οθωμανός σουλτάνος, υπό την πίεση των ευρωπαϊκών δυνάμεων, διακήρυξε την ισότητα όλων των υπηκόων του. Στην Αλγερία και το Μαρόκο ο ευρωπαϊκός αποικισμός ήταν εκείνος που κατάργησε το κατώτερο καθεστώς των Εβραίων, ενώ στην Περσία η επανάσταση του Ρεζά Παχλαβί το 1925 κατάργησε τις θρησκευτικές διακρίσεις. Μουσουλμανικές νομικές συλλογές, Άραβες και ντίμμι χρονικογράφοι, καθώς και Ευρωπαίοι πρόξενοι και ταξιδιώτες, παρέχουν ενδιαφέρουσα τεκμηρίωση για την κατάσταση των ντίμμι.

<-1. Η προ-ισλαμική Ανατολή 3. Ντίμμι-δουλεία: Νομοθετική θεμελίωση και ιστορική προετοιμασία->
Scroll to Top