ch_09

<-8. Μερικές όψεις της αναβίωσης του παρελθόντος στη σύγχρονη εποχή 10. Συμπέρασμα->

9. Χαρακτηριστικά της ντίμμι-δουλείας

Τα προηγούμενα κεφάλαια περιέγραψαν τις πολλαπλές όψεις και αλληλεπιδράσεις συγκεκριμένων ομάδων καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας τους. Υπογραμμιζόμενη από χρονολογίες, μεταφερόμενη από γεγονότα, αυτή η ιστορία —ή μάλλον, αυτές οι αποκλίνουσες ή παράλληλες ιστορίες— φαίνεται να καταρρέει στα εφήμερα μιας κατακερματισμένης διάρκειας, διαφοροποιημένης σε έναν γεωγραφικό χώρο. Παρ’ όλα αυτά, πέρα από τις ιστορικές καταστάσεις των οποίων η άπειρη ποικιλία προβάλλει στην επιφάνεια του χρόνου μια ετερογενή και ανόμοια σύνθεση, αποκαλύπτεται μια άλλη πτυχή των ντίμμι κοινωνιών: μια σταθερότητα, μια μονιμότητα που έχει τις ρίζες της στη μακροχρόνια διάρκεια, σαν να προερχόταν η ντίμμι-δουλεία από σταθερές, αυτο-διαιωνιζόμενες δομές. Ωστόσο οι στατικές δομές όλων των κοινοτήτων είναι ουσιαστικά οι ιδεολογίες (θρησκείες), οι θεσμοί και οι νόμοι με τους οποίους οι επηρεασμένες και διαμορφωμένες νοοτροπίες επαναλαμβάνουν τις ίδιες συμπεριφορές συλλογικής ζωής. Το κεφάλαιο αυτό θα προσπαθήσει να διευκρινίσει αυτή τη διαχρονική πτυχή της ντίμμι-δουλείας, τα θεμέλια και τις δομές της, και έτσι θα εκθέσει —με τις αναπόφευκτες επαναλήψεις— το βασικό πλαίσιο κάτω από το άφθονο υλικό που περιέχεται στα προηγούμενα κεφάλαια.

Η ντίμμι-δουλεία μπορεί να οριστεί ως το σύνολο των χαρακτηριστικών που αναπτύχθηκαν μακροπρόθεσμα από συλλογικότητες που υπόκεινταν, στη δική τους πατρίδα, στους νόμους και την ιδεολογία που εισάγονταν μέσω της τζιχάντ. Η ντίμμι-δουλεία αντιπροσωπεύει συλλογική κατάσταση και εκφράζεται από συγκεκριμένη νοοτροπία. Επηρεάζει τον πολιτικό, οικονομικό, πολιτιστικό, κοινωνιολογικό και ψυχολογικό τομέα, όπου όλες αυτές οι πτυχές είναι αλληλοεξαρτώμενες και αλληλεπιδρούσες. Ωστόσο η ντίμμι-δουλεία εμφανίζεται κυρίως ως δυναμική διαδικασία αλληλεπίδρασης και όχι ως παθητικό φαινόμενο. Είναι συνδυασμός δραστηριότητας, συνεργασίας και σύντηξης μεταξύ ξεχωριστών ομάδων. Κατά συνέπεια καθορίζεται από τις δομές που προέρχονται από την ομάδα που κατακτά, όσο και από τις δομές της ομάδας που υποτάσσεται.

Παράγοντες στην κυρίαρχη ομάδα που επιβάλλουν τη ντίμμι-δουλεία

Η ιδεολογική ώθηση της ντίμμι-δουλείας εκφράζεται σε αυτό το σχόλιο από τον Ιμπν Χαλντούν, τον διάσημο ιστορικό του 14ου αιώνα:

Στη μουσουλμανική κοινότητα ο ιερός πόλεμος είναι θρησκευτικό καθήκον, εξαιτίας της καθολικότητας της <μουσουλμανικής> αποστολής και <της υποχρέωσης να> μεταστραφούν όλοι στο Ισλάμ είτε με πειθώ είτε με βία. Επομένως, το χαλιφάτο και η βασιλική εξουσία [θρησκεία και πολιτική] ενώνονται <στο Ισλάμ>, έτσι ώστε ο υπεύθυνος να αφιερώνει τη διαθέσιμη δύναμη ταυτόχρονα και στα δύο.1

Αν και η τζιχάντ διαφέρει ελάχιστα από τις συνηθισμένες μάχες όσον αφορά την τακτική της, στο ιδεολογικό επίπεδο η τζιχάντ είναι ένας ασυνήθιστος, ακόμη και μοναδικός, πόλεμος. Είναι, στην πραγματικότητα, ο μόνος πόλεμος αιώνιας και καθολικής επιθετικής φύσης που συνδέεται με ένα θρησκευτικό σύστημα. Φυσικά πάρα πολλοί λαοί έχουν διεξάγει τόσο σκληρούς, ή ακόμη πιο σκληρούς, επιθετικούς ή αμυντικούς θρησκευτικούς πολέμους, αλλά οι στόχοι αυτών των πολέμων παρέμεναν περιορισμένοι στον χρόνο ή περιορισμένοι στον χώρο.

Όλες αυτές οι στρατηγικές που αποτελούν τη τζιχάντ αντιπροσωπεύουν τα μέσα για να εξαναγκάσουν με βία τους στοχευμένους πληθυσμούς να εισέλθουν σε ντίμμι-δουλεία. Παρά τις αναλογίες με άλλα πολιτικά καθεστώτα, η ντίμμι-δουλεία παραμένει αμετάβλητη και συγκεκριμένη δομή, συνδεδεμένη με συγκεκριμένη ιδεολογική και πολιτική τάξη. Μπορεί να συγκριθεί με άλλα συστήματα μόνο με επιφανειακή συγχώνευση. Στην πραγματικότητα η ντίμμι-δουλεία προέρχεται από τη τζιχάντ και τη σαρία.

Συγκυριακοί πολιτικοί παράγοντες μπορούν να καταργήσουν τη ντίμμι-δουλεία, αλλά το αρχέτυπό της δεν θα καταστραφεί απαραίτητα, αφού βρίσκεται σε ιδεολογία, νομικά κείμενα και συλλογικές αντιλήψεις. Διατηρούμενο ως αφηρημένο μοντέλο, το αρχέτυπο γίνεται πηγή αναφοράς. Προικισμένη από την ιστορία με ψυχαναγκαστική δύναμη, επιλέγει και οργανώνει τις τρέχουσες πολιτικές τάσεις με όρους μελλοντικής της υλοποίησης σε κατάλληλες συνθήκες. Έτσι το αρχέτυπο διατηρεί τη δυνατότητα αναδημιουργίας της ντίμμι-δουλείας στο μέλλον, ακόμη και αν έχει καταργηθεί προσωρινά από ιστορικές συγκυρίες, όπως η επιτυχημένη εξέγερση της καταπιεσμένης ομάδας. Ακόμη και χωρίς πραγματικό περιεχόμενο, η έννοια της ντίμμι-δουλείας προβάλλει έτσι στο μέλλον μια ιδεολογική δομή για την τελική υλοποίησή της.

Το βασίλειο της ντίμμι-δουλείας

Η ντίμμι-δουλεία αποτελεί συγκεκριμένη κατηγορία στην ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών. Όπως και άλλες πολιτικοκοινωνικές κατηγορίες, έχει τη δική της δομή και εξέλιξη.

Χαρακτηρίζεται από τρεις παράγοντες: (1) Έχει γενικό χαρακτήρα. Επηρεάζει κάθε ανθρώπινη ομάδα που έχει πέσει θύμα τζιχάντ, ανεξάρτητα από εθνοτικές ή κοινωνικές ιδιαιτερότητες. (2) Καλύπτει τεράστια, σχεδόν απεριόριστη γεωγραφική έκταση. Δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπινα όντα έγιναν ντίμμι. (3) Είναι ανθεκτική. Διαιωνίζεται για αιώνες.

Η ντίμμι-δουλεία διαθέτει έναν γενικό και συνολικό χαρακτηριστικό μοναδικότητας, το οποίο όμως δεν αποκλείει μεγάλη ποικιλομορφία μέσα στις συνιστώσες της. Αγκαλιάζει πλήθος ετερογενών και ποικίλων στοιχείων αλλά μέσα σε σύστημα πάγιων και σταθερών σχετικοτήτων. Διαμορφώνει ένα εννοιολογικό σχήμα, ένα γενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ποικίλα διαδραστικά φαινόμενα καθορίζουν τη συγκεκριμένη εξέλιξη κάθε ομάδας. Αυτή η έννοια δεν είναι στατική αλλά εξελισσόμενη, έστω και μόνο λόγω της αποσύνθεσης και σταδιακής εξαφάνισης των εθνών που αφορά (Ανατολικές Χριστιανοσύνες) ή της ξαφνικής τους αναζωπύρωσης (Έλληνες, Βούλγαροι, Ισραηλινοί και άλλοι). Εδραιωμένη σε νομικά κείμενα θρησκευτικής φύσης, επομένως υπεριστορική, η ντίμμι-δουλεία έχει τυπολογία και συνοχή που κυριαρχεί στη χαοτική πολυμορφία της ιστορίας και τη διαπλοκή των γεγονότων. Κατά συνέπεια, εμφανίζονται ορισμένα σταθερά και θεμελιώδη χαρακτηριστικά, παρά τους πολλούς περιστασιακούς παράγοντες κοινωνικής, πολιτικής, θρησκευτικής, εθνοτικής και ψυχολογικής τάξης που υιοθετεί.

Η ντίμμι-δουλεία είχε προοδεύσει και καθιερωθεί μέσα από ποικίλες διαδικασίες, συχνά λεπτές και ανεπαίσθητες την εποχή τους αλλά αθροιστικές για μια περίοδο. Έτσι, κατά τη διάρκεια αιώνων, εμφανίστηκε ένα βασίλειο ντίμμι-δουλείας με ποικίλη ανθρώπινη γεωγραφία, αλλά που είχε, από κοινωνιολογική άποψη, συγκεκριμένα και σχετικά ομοιογενή χαρακτηριστικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι εκείνοι οι πληθυσμοί ήσαν παρόμοιοι —καθόλου μάλιστα— αλλά υποδηλώνει μόνο ότι οι διαδικασίες μέσω των οποίων οι εν λόγω ομάδες διαλύθηκαν ήσαν παρόμοιες και ότι είχαν παρόμοιες δομές επιβίωσης, οι οποίες ήσαν περισσότερο ή λιγότερο αποτελεσματικές μακροπρόθεσμα, ανάλογα με συγκυριακούς παράγοντες (χρονικούς) ή σταθερούς παράγοντες (γεωγραφικούς).

Μερικές από τις διαδικασίες που είναι υπεύθυνες για τη ντίμμι-δουλεία μπορεί να διακριθούν κατά την κατάρρευση του Βυζαντίου. Τρεις φάσεις, που καλύπτουν πέντε αιώνες, μπορούν να διακριθούν: η προ-κατάκτηση, η κατάκτηση και η μετα-κατάκτηση — ή η διοίκηση των κατακτημένων εδαφών που είχαν γίνει εδάφη ντίμμι-δουλείας. Ο Πάουλ Βίτεκ τονίζει τη συγχώνευση και εναλλαγή μεταξύ της τάσης του γαζήδων —των τρόπων της τζιχάντ— και εκείνου που αποκαλεί «μουσουλμανική τάση», δηλαδή την εμφύτευση και ανάπτυξη των κυβερνητικών οργάνων ενός κράτους.2 Σε αυτήν ακριβώς τη διαλεκτική μεταξύ του πολέμου και των συνιστωσών ενός κράτους που δημιουργήθηκε σε έδαφος που κέρδισε αυτός ο πόλεμος, εμφανίζεται, κωδικοποιείται και καθορίζεται η θεσμική, νομική φύση της ντίμμι-δουλείας από πολύ μεγάλο αριθμό φετβάδων και υποχρεωτικών διαταγμάτων.

Δομές μέσα σε στοχευμένες ομάδες επιδεκτικές σε ντίμμι-δουλεία

Αυτές οι δομές εμφανίζονται στις σχέσεις οικονομικής και πολιτικής εξάρτησης των ομάδων ντίμμι από την ισλαμική εξουσία. Βρίσκονται συνεπώς στο υψηλότερο επίπεδο της εσωτερικής ιεραρχίας αυτών των ομάδων. Σε προηγούμενα κεφάλαια έχουν ειπωθεί αρκετά για τις λειτουργίες των ανώτερων κληρικών και προκρίτων —τραπεζιτών και εμπόρων— ώστε να μη χρειάζεται επανάληψη. Αρκεί να υπενθυμίσουμε ότι η ανανέωση αυτής της ιεραρχίας ανά τους αιώνες αντιπροσώπευε την υπεροχή των δυνάμεων ντίμμι, σε συμμαχία με τις ισλαμικές αρχές, στις συγκρούσεις που διέσπαζαν τις κοινότητες, μέσω θρησκευτικών ή εθνικών σχισμάτων. Η ανάπτυξη ντίμμι εθνικισμών και η επέκτασή τους διεύρυναν αυτές τις συγκρούσεις μέσα στα μιλλιέτ. Γίνονταν πιο ορατές και βίαιες, σε σημείο που να γκρεμίζουν και να καταστρέφουν αυτές τις δομές με την αναζωπύρωση κυρίαρχων κρατών.

Οι ενδογενείς δομές της ντίμμι-δουλείας έχουν τις ρίζες τους σε βραχυπρόθεσμους πολιτικούς στόχους, οικονομικά συμφέροντα και την προτεραιότητα του κέρδους και της προσωπικής φιλοδοξίας σε βάρος της κοινότητας και των μακροπρόθεσμων συμφερόντων της. Αυτές οι δομές βρίσκονται κυρίως στις σχέσεις κυριαρχίας που επιβλήθηκαν στην κατακτημένη κοινότητα από μια προνομιακή κατηγορία ντίμμι, η οποία ξεπήδησε από τις τάξεις της χάρη σε μια ξένη στρατιωτική δύναμη. Βασίζονται στη διαφθορά των ηγετών και στην εξάρτησή τους από στρατούς μισθοφόρων για την προστασία πλούσιων πληθυσμών, υποταγμένων στην απληστία και ανίκανων να υπερασπίζονται τον εαυτό τους.

Μπορούν να σημειωθούν διαφορές συμπεριφοράς μεταξύ των πληθυσμών που υποβιβάζονται σε ντίμμι-δουλεία, ανάλογα με το αν ήσαν εγκατεστημένοι στη βόρεια ή νότια ακτή της Μεσογείου. Καθολικοί Ισπανοί, Ορθόδοξοι Έλληνες και Σλάβοι δεν εγκατέλειψαν ποτέ το όνειρό τους για απελευθέρωση και, επί αιώνες, διεξήγαγαν τους πολέμους ανεξαρτησίας τους, βοηθούμενοι από τη χριστιανική ενδοχώρα. Ενώ οι Κόπτες, Συρο-Αραμαίοι, Μονοφυσίτες και Νεστοριανοί στη νότια ακτή —εκδιωγμένοι από την πολιτική και τον στρατό και απομονωμένοι λόγω των θρησκευτικών τους αποσχιστικών τάσεων— επέλεγαν τη συμμαχία με στρατούς Βεδουΐνων, στους οποίους ανέθεταν το έργο της προστασίας και της υπεράσπισής τους. Ατρόμητοι, στωικοί, προικισμένοι με αξιοσημείωτη πολιτική νοημοσύνη, οι Άραβες ή Τούρκοι μισθοφόροι απέκτησαν τεράστια αυτοκρατορία με την ικανότητα και την ανοχή τους και, στην πορεία, εξάλειψαν τους «προστατευόμενούς» τους.

Οι κοινότητες: Οργάνωση μέσα στη ντίμμι-δουλεία

Παρόλο που οι νόμοι της ντίμμα εφαρμόζονταν θεωρητικά με ομοιόμορφο τρόπο για εβραϊκές και χριστιανικές εθνοτικές ομάδες —ανεξάρτητα από τη λατρεία τους— διάφοροι παράγοντες γεωγραφικής, δημογραφικής, πολιτικής και οικονομικής τάξης επηρέαζαν την οργάνωση και την ανάπτυξη αυτών των ομάδων. Μπορεί κανείς να συμβουλευτεί μονογραφίες για κάθε μιλλιέτ, για λεπτομέρειες σχετικά με ένα τόσο τεράστιο, σύνθετο και πολύ διαφοροποιούμενο θέμα. Εδώ θα διακινδυνεύσουμε μόνο υποθέσεις γενικής φύσης.

Σε κοινοτικό επίπεδο η συνοχή της ομάδας προέκυπτε από μια σταθερή δομή που έδενε όλα τα άτομα με ένα αίσθημα συλλογικής ευθύνης την οποία, επιπλέον, αναγνώριζαν οι μουσουλμανικές αρχές. Τα διάφορα κοινοτικά όργανα κάλυπταν τις ανάγκες της θρησκείας, της εκπαίδευσης και της πρόνοιας (νοσοκομεία, ιατρεία). Ένα κοινοτικό ταμείο πλήρωνε τη τζίζγια για τους ηλικιωμένους, τους άπορους και τους ασθενείς, καθώς και τους παράτυπους φόρους (αβανία) και για την εξαγορά, με πληρωμή λύτρων, χριστιανών και Εβραίων ομήρων που είχαν υποδουλωθεί. Η κοινότητα μοίραζε τρόφιμα, χρήματα, ρούχα και δωρεάν περίθαλψη σε χήρες και φτωχούς, ορφανά και ηλικιωμένους. Φρόντιζε ξένους περαστικούς και βοηθούσε άλλες κοινότητες που βρίσκονταν σε κίνδυνο.

Αν και εισέπραττε τον φόρο υποτέλειας από τους κατακτημένους λαούς, το ισλαμικό κρατικό ταμείο κάλυπτε μόνο τις ανάγκες της ούμμα [της μουσουλμανικής θρησκευτικής κοινότητας]. Οι χριστιανικές και εβραϊκές κοινότητες έπρεπε οι ίδιες να χρηματοδοτούν τις δικές τους ανάγκες. Αυτό το οικονομικό βάρος ενθάρρυνε τη ροπή προς το Ισλάμ. Θρησκευτικές μετατροπές που μείωναν τον αριθμό των φορολογουμένων ντίμμι, αύξαναν τη φορολογική υποχρέωση κάθε ατόμου. Η σταδιακή μείωση των εισπράξεων της κοινότητας, ιδιαίτερα μέσω των επαναλαμβανομένων κατασχέσεων θρησκευτικών περιουσιών ντίμμι και των παράτυπων φόρων (αβανία), μείωνε τις υπηρεσίες που παρέχονταν στην κοινότητα και ιδιαίτερα τις επιδοτήσεις στις μάζες των λαφυραγωγημένων, των ασθενών και των απόρων. Αυτή η εξαθλίωση των κοινοτήτων, που επιβεβαιώνεται από πάρα πολλές πηγές, παρακινούσε ακόμη περισσότερο τις τάσεις εξισλαμισμού.

Σε αυτήν την περίοδο έντονης θρησκευτικότητας, ο σεβασμός στις θρησκευτικές παραδόσεις και τα κοινωνικά ταμπού έλεγχε τη συμπεριφορά και διαμόρφωνε νοοτροπίες από τη γέννηση μέχρι τον θάνατο. Αυτές οι πεποιθήσεις σχημάτιζαν μια άκαμπτη πανοπλία, σίγουρα περιοριστική αλλά καθησυχαστική. Ο θρησκευτικός νόμος διέκρινε αλάνθαστα το καλό από το κακό, απένειμε συγχώρηση ή καταδίκη, έννοιες των οποίων η συναισθηματική φόρτιση κυριαρχούσε στη ζωή των ατόμων. Το θρησκευτικό κατεστημένο, υπεύθυνο για τη διατήρηση της ιερής γνώσης, συντηρούσε την ταυτότητα και τη συνοχή της ομάδας, την οποία καθοδηγούσε μέσα από τις ανατροπές και τις στροφές της ιστορίας. Αυτόν τον ρόλο ως πνευματικών οδηγών τον βίωναν έντονα οι θρησκευτικοί ηγέτες, ιδιαίτερα σε περιόδους αγωνίας και σύγχυσης. Η ηθική δύναμη, τροφοδοτούμενη από τη θρησκευτική πίστη, βοηθούσε να ξεπεραστούν οι δυσκολίες.

Εκτός από τους θρησκευτικούς δεσμούς, το μιλλιέτ ενίσχυε την αλληλεγγύη των οικογενειακών, κοινωνικών και επαγγελματικών σχέσεων. Εγγυόταν τα δικαιώματα του ατόμου και εξασφάλιζε την προστασία του. Χριστιανικές και εβραϊκές δικαιοδοσίες λειτουργούσαν στον οικονομικό τομέα και ακόμη και στον τομέα της προσωπικής κατάστασης (γάμος, διαζύγιο) σε συνεργασία με τα ισλαμικά δικαστήρια. Οι ντίμμι συχνά προσέφευγαν σε αυτά τα δικαστήρια, προκειμένου να παρακάμψουν τις ποινές των δικών τους δικαστών. Σε άλλους τομείς, ιδιαίτερα στις συναλλαγές ιδιοκτησίας και στην καταγραφή δανείων, οι ίδιοι οι ντίμμι δικαστές είχαν τα έγγραφα που καταρτίζονταν στα μητρώα από τον καδή.3 Παρόλο που τα μιλλιέτ προστάτευαν ιδιαίτερα τη νομική τους αυτονομία και αποδοκίμαζαν έντονα αυτήν την αλληλεπικάλυψη δικαιοδοσιών στις καθημερινές δραστηριότητες, εκείνη ύφαινε ένα ευέλικτο και δυναμικό δίκτυο σχέσεων και διασφαλίσεων μεταξύ των διαφόρων κοινοτήτων. Τα διάφορα όργανα του μιλλιέτ και οι συνδέσεις τους με τα ισλαμικά ιδρύματα παρείχαν ένα προστατευτικό πλαίσιο για τους ντίμμι.

Ο ρόλος των προκρίτων

Η θέση των προκρίτων δεν ήταν χωρίς ασάφεια. Διαμεσολαβητές μεταξύ των πληθυσμών ντίμμι, τους οποίους διοικούσαν, και των μουσουλμανικών αρχών, που τους χρησιμοποιούσαν, γίνονταν —μέσω των προνομίων που συνδέονταν με τις θέσεις τους— παράγοντες της καταπίεσης και στυλοβάτες της. Όσο καλύτερα εξυπηρετούσαν την αυτοκρατορία, τόσο πιο πλούσιοι γίνονταν και τόσο περισσότερο ενίσχυαν την κυριαρχία τους επί της κοινότητάς τους.4

Χάρη στην πληθώρα των πηγών, αυτή η ασάφεια —που συνδέεται με την κοινωνική και οικονομική θέση του επικεφαλής της κοινότητας— είναι ιδιαίτερα εμφανής στη σύμπραξη των Φαναριωτών Ελλήνων με τους Οθωμανούς σουλτάνους. Η συμμαχία των Βυζαντινών αυτοκρατόρων και ηγεμόνων με τους Τούρκους εμίρηδες και σουλτάνους πριν από την κατάκτηση συνεχιζόταν κατά την περίοδο της ντίμμι-δουλείας προς μεγάλο πλεονέκτημα της ούμμα.

Όλοι οι παρατηρητές συμφωνούν με την αναγνώριση σημαντικής ποικιλίας τύπων, όχι μόνο μεταξύ των λαών των ραγιάδων αλλά και μέσα σε κάθε μιλλιέτ. Στην κορυφή της ιεραρχίας οι πατριάρχες και οι πρόκριτοι διοικούσαν το μιλλιέτ. Σε αυτό το επίπεδο, συνδυάζονταν καλύτερα η εξουσία του ισλαμικού κράτους και εκείνη των προκρίτων, ενώ τα συμφέροντά τους συνέκλιναν μέσω θρησκευτικής επιρροής και οικονομικής διοίκησης. Στον βαθμό που το δικό τους μιλλιέτ αποτελούσε πλειοψηφία, οι πρόκριτοι μπορούσαν να ελέγχουν τα οικονομικά της αυτοκρατορίας με τον όγκο των φόρων που επέβαλλαν στους δικούς τους ανθρώπους. Σύμφωνα με τον Ουμπιτσίνι, κριτικό παρατηρητή των Ελλήνων, οι τελευταίοι σχημάτιζαν το μεγαλύτερο και πιο δραστήριο μιλλιέτ στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και επομένως συντηρούσαν ολόκληρη την οικονομία της, ενώ η πλειοψηφία των εσωτερικών εμπορικών συναλλαγών βρισκόταν στα χέρια των Αρμενίων, του έθνους που «είχε τα περισσότερα κοινά συμφέροντα με τους Τούρκους».5

Αυτή η σύγκλιση μεταξύ των προσωπικών φιλοδοξιών των προκρίτων και του συμφέροντος του κράτους έδινε στην ισλαμική κυβέρνηση το χαρακτηριστικό της ανεκτικότητάς της. Μιας ανεκτικότητας περιοριζόμενης στον διοικητικό και οικονομικό τομέα αφού, από την αρχή της κατάκτησης, η οικονομική λειτουργία των ντίμμι αντιπροσώπευε ουσιαστικό στοιχείο στη διακυβέρνηση των κατακτημένων χωρών. Η έκταση του φόρου υποτέλειας εξαρτιόταν από τη δημογραφία των ντίμμι και τις εμπορικές τους δραστηριότητες. Η συντήρηση της δημογραφίας των ντίμμι με τον περιορισμό των πλεονεκτημάτων που συνδέονταν με τη θρησκευτική μετατροπή και η εξασφάλιση της εμπορικής σταθερότητας με τη διασφάλιση της ασφάλειας προσώπων και περιουσίας, εγγυόταν τον όγκο των εσόδων του κράτους. Μάλιστα φαίνεται ότι —στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπως και στην Αραβική Αυτοκρατορία— οι περίοδοι οικονομικού πλούτου και επέκτασης συνέπιπταν με εποχές κατά τις οποίες οι ντίμμι λαοί εξακολουθούσαν να αποτελούν πλειοψηφία.

Η έκταση του φόρου υποτέλειας και της φορολόγησης, συσχετιζόμενη με το δημογραφικό μέγεθος του πληθυσμού των ντίμμι, καθόριζε τη δύναμη και το κύρος των προκρίτων στα μάτια του σουλτάνου. Παρόλο που οι ντίμμι πλειοψηφίες αντιπροσώπευαν οικονομικό πλεονέκτημα, εντούτοις αποτελούσαν απειλή για την ισλαμική εξουσία στο πολιτικό επίπεδο. Κατά τη διάρκεια των αιώνων, αυτή η σύγκρουση μεταξύ πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων προκαλούσε ποικιλία αντιδράσεων, ανάλογα με τον αντίκτυπο των πολέμων. Στην αρχή των αραβικών και των οθωμανικών κατακτήσεων, η συνεργασία των ελίτ των ντίμμι διασφάλιζε τη σταθερότητα του καθεστώτος. Μακροπρόθεσμα —στην Ανατολή, όπως αργότερα στην Ανατολία— προκάλεσε τη σταδιακή εξαφάνιση αυτών των λαών, με συνέπεια την υποτίμηση των προκρίτων που, στο εξής, αντιπροσώπευαν μόνο ασήμαντες ομάδες εντός της ούμμα.

Προστασία και «Χρυσή Εποχή»

Ο ρόλος των ντίμμι ως μεσαζόντων στις ανταλλαγές βορρά-νότου και οι επαφές τους με τους χριστιανικούς κόσμους επέτρεπαν στους προκρίτους να είναι ταυτόχρονα προστάτες της κοινότητάς τους και παράγοντες εξέλιξης. Οι πολιτισμοί ντίμμι αναπτύσσονταν ως αποτέλεσμα αυτής της προστασίας, καθένας σύμφωνα με το δικό του ειδικό πνεύμα, συνδεδεμένος με τις προ-ισλαμικές ρίζες του, αλλά και σε αλληλεπίδραση με το μουσουλμανικό, βυζαντινό και λατινικό περιβάλλον. Αυτά τα δάνεια δεν ήσαν μονόπλευρα, αφού το Ισλάμ και η χριστιανική Δύση αντλούσαν ουσία από την υλική και πνευματική έμπνευση που παρείχαν οι ντίμμι πολιτισμοί.

Στην εβραϊκή ιστοριογραφία ο όρος «Χρυσή Εποχή» εφαρμόζεται σε εκείνες τις εφήμερες και περιστασιακές περιόδους, όταν υψηλόβαθμοι ντίμμι αξιωματούχοι ενεργούσαν ως προστάτες της κοινότητάς τους και προσέλκυαν διανοούμενους που έφευγαν από περιοχές κατεστραμμένες από την αναρχία. Η κινητικότητα των εβραϊκών κοινοτήτων διασφάλιζε την επιβίωση της πνευματικής έρευνας στη φιλοσοφία, την ερμηνεία και το δίκαιο, που ευημερούσε από την ελληνιστική περίοδο. Οι Εβραίοι σχημάτιζαν πολυάριθμο πληθυσμό διασκορπισμένο στις πόλεις και τα χωριά της Αιγύπτου, της Παλαιστίνης, της Συρίας, της Ανατολίας και του Ιράκ. Στην προ-ισλαμική περίοδο είχαν δημιουργήσει κέντρα γνώσης, που είχαν ανθίσει στην Παλαιστίνη, τη Βαβυλωνία και την Αλεξάνδρεια.

Κατά τους πρώτους αιώνες του Ισλάμ, πριν επηρεάσουν τον πληθυσμό δραματικές δημογραφικές αλλαγές, αυτή η πλούσια πολιτιστική παράδοση συνεχιζόταν με ποικίλους βαθμούς επιτυχίας. Λείπουν όμως οι πηγές σε σχέση με την Ισπανία, τη Βόρεια Αφρική, την Αίγυπτο, την Παλαιστίνη και τη Συρία, αν και ορισμένες πληροφορίες παρέχονται από μεταγενέστερους Εβραίους και μουσουλμάνους συγγραφείς και από τις πλούσιες ραββινικές συλλογές της Βαβυλωνίας. Έτσι, κάθε υπόθεση πρέπει να περιορίζεται σε εικασίες.

Σχεδόν τίποτε δεν είναι γνωστό για τη μεγάλη εβραϊκή κοινότητα της Αιγύπτου μέχρι τον 10ο αιώνα.6 Ωστόσο τεκμηριώνεται ατομική κινητικότητα από την αλληλογραφία μεταξύ των διαφόρων κοινοτήτων όπου διέμεναν ξένοι έμποροι ή λόγιοι, φεύγοντας από περιοχές που βρίσκονταν στις ωδίνες της αναρχίας ή αναζητώντας γνώση από επιφανείς δασκάλους.7 Αυτή η κινητικότητα, εγγενής στην Εβραϊκή Διασπορά από τους βιβλικούς χρόνους —παράγοντας επιβίωσης, επικοινωνιών και ανταλλαγών— μπορεί επίσης να παρατηρηθεί μεταξύ χριστιανών.

Ενώ η Συρία, η Παλαιστίνη και η Αίγυπτος —που είχαν παραδοθεί στις δυνάμεις του φυλετισμού— καλύπτονται από σιωπή, τα κέντρα της Βαβυλωνίας, κοντά στην πρωτεύουσα των Αββασιδών και απολαμβάνοντα σχετικής ασφάλειας, ανθούσαν και προσέλκυαν φυγάδες. Αν και οι ράζζια των Αράβων Καρμαθίων και των Μπάνου Τάγι διασκόρπιζαν ολόκληρες κοινότητες στη Συρία, την Παλαιστίνη και τη Μεσοποταμία τον 9ο και τον 10ο αιώνα, εμφανίζονταν άλλα κέντρα, όπου οι πολιτικές συνθήκες ήσαν ευνοϊκές για τον οικονομικό πλούτο και την πνευματική ζωή.

Η διάσπαση του χαλιφάτου των Αββασιδών προκάλεσε τη μετανάστευση των Εβραίων στη Φατιμιδική Τυνησία και οδήγησε στην εμφάνιση ευημερούσας κοινότητας στο Καϊρουάν, όπου γιατροί, φιλόσοφοι, γραμματικοί και φιλόλογοι διακρίθηκαν τον 10ο και τον 11ο αιώνα. Όταν η αναρχία επέστρεψε σε αυτήν την περιοχή, άλλα κέντρα εμφανίστηκαν στο Φουστάτ στην Αίγυπτο και στην Ισπανία. Μερικοί από τους εμίρηδες που κατείχαν εξουσία, όπως οι Φατιμίδες, προέρχονταν από αιρετικές θρησκευτικές μειονότητες. Περιβάλλονταν από ντίμμι συμβούλους, οι οποίοι σχημάτιζαν μια διανόηση που κυριαρχούσε στον κόσμο των φυλών, παραμένοντας πιστοί και σταθεροί και χρησιμεύοντας ως παράγοντες οικονομικής ανάπτυξης.

Η Ανδαλουσία προσέφερε ευνοϊκές συνθήκες για την ευημερία των εβραϊκών κοινοτήτων. Εν μέσω εξεγέρσεων χριστιανών, Βερβέρων ή Αράβων μεταναστών από την Αραβία, οι Εβραίοι —με τις παραδόσεις τους στη βιοτεχνία και το εμπόριο, τις γλωσσικές τους γνώσεις και τους λογίους τους— αντιπροσώπευαν αξιόπιστο πληθυσμό, ικανό να δημιουργήσει ευημερία. Το λεξικογραφικό και φιλολογικό έργο, η ποίηση και η πεζογραφία άκμαζαν υπό την αιγίδα του Χασντάι Ιμπν Σαρπούτ (905-75), διπλωμάτη και γιατρού καθώς και σπουδαίου λογίου και συμβούλου των χαλιφών Αμπντ αλ-Ραχμάν Γ’ και αλ-Χακάμ Β’. Αυτή η υποστήριξη των Εβραίων πιθανότατα τύγχανε της έγκρισης του χαλίφη των Ουμαγιάντ της Ισπανίας, ο οποίος ανυπομονούσε να αναπτύξει ένα εβραϊκό πνευματικό κέντρο στην πρωτεύουσά του, την Κόρδοβα, ανεξάρτητο από το βαβυλωνιακό κέντρο που έδινε την πίστη του στον αντίπαλό του, τον χαλίφη των Αββασιδών της Βαγδάτης. Τον 11ο αιώνα στη Γρανάδα ένας άλλος Εβραίος βεζίρης, ο Σαμουήλ Ιμπν Ναγρέλα, προστάτευε ακμάζουσα κοινότητα. Δολοφονήθηκε κατά τη διάρκεια εξέγερσης το 1056 και τον διαδέχθηκε ως βεζίρης ο γιος του Ιωσήφ, που επίσης δολοφονήθηκε το 1066, όταν οι μάζες αφάνισαν την κοινότητα.8

Η παρακμή των εβραϊκών κοινοτήτων άρχισε τον 11ο αιώνα στο Μαρόκο και την Ισπανία υπό την κυριαρχία των Αλμοραβιδών — γηγενών της Μαυριτανίας— και συνεχίστηκε με την καταστροφή κατά τον 12ο αιώνα του ισπανικού Ιουδαϊσμού και Χριστιανισμού από τους Αλμοχάντ, δυναστεία Βερβέρων. Διαφεύγοντας από τους διωγμούς των μουσουλμάνων, αυτοί οι πληθυσμοί διασκορπίστηκαν σε όλη τη χριστιανική Ισπανία, τη Σικελία ή —όπως ο Μαϊμονίδης το 1160— μέσω Μαγρέμπ στην Ανατολή και ιδιαίτερα στην Αίγυπτο, όπου πιο εύπορες κοινότητες μπορούσαν να υποδεχτούν τους φυγάδες.

Στα ανατολικά της ισλαμικής αυτοκρατορίας, μετά την πτώση του χαλιφάτου των Αββασιδών, εμφανίστηκαν ξανά πολιτιστικά κέντρα ντίμμι στο Ιράν, το οποίο κυβερνούσαν παγανιστές Μογγόλοι. Ένας Εβραίος λόγιος, ο Σαάντ αντ-Ντάουλα —γιατρός και βεζίρης στον Αργούν Χαν (1284-91)— μπόρεσε να προστατεύσει την κοινότητά του, μέχρις ότου η μεταστροφή στο Ισλάμ του διαδόχου του Αργούν και η δολοφονία του βεζίρη τερμάτισαν αυτή την εφήμερη «χρυσή εποχή» σε λουτρό αίματος.

Το πρωταρχικό ενδιαφέρον αυτών των προνομιακών ιστορικών στιγμών υποστήριξης και προστασίας από προκρίτους, οι οποίες είχαν διάρκεια μιας ή δύο γενιών —λάμποντας στο Καϊρουάν κάποιες φορές, στην Ανδαλουσία, τη Φουστάτ ή τη Βαγδάτη άλλες— έγκειται στον πλούτο της λογοτεχνικής, επιστημονικής, νομικής, και φιλολογικής δημιουργικότητας σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Αυτό το φαινόμενο μπορεί να εξηγηθεί με ακρίβεια από την κινητικότητα των λογίων, που αναζητούσαν καταφύγιο σε μέρη που ευνοούσαν την προώθηση της μάθησης. Οι μετανάστες έφταναν στις πόλεις υποδοχής με επαγγέλματα, πολιτιστικές παραδόσεις, ολόκληρη κληρονομιά γνώσης και δεξιότητες, που εμπλούτιζαν την τοπική κοινότητα και το κράτος. Είναι γνωστό το παράδειγμα των Εβραίων που εκδιώχθηκαν από την Ισπανία (1492) και την Πορτογαλία (1497) και έγιναν ευπρόσδεκτοι σε ορισμένες περιοχές του Μαγρέμπ και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ομοίως, κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, η πολιτιστική φλόγα —που μόλις έσβηνε σε ένα μέρος, αναζωπυρωνόταν αλλού— μαρτυρά τη μονιμότητα και ζωτικότητα μιας εβραϊκής πνευματικής ζωής, που είχε τις ρίζες της στην καταγωγή της αλλά εξακολουθούσε να είναι κινητή και ποικίλη, μέχρι να προκληθεί η παρακμή της από πτώση αριθμών και γενική κατάπτωση.

Οι ντίμμι χριστιανοσύνες φαίνεται ότι ακολούθησαν παράλληλη εξέλιξη, αν και δεν χρησιμοποιούσαν ποτέ τις λέξεις «χρυσή εποχή», πιθανώς επειδή δεν θεωρούσαν τον εαυτό τους ιδιαίτερα προνομιούχο, όταν ξένοι εισβολείς τους επέτρεπαν να συμμετέχουν στην κυβέρνηση της δικής τους χώρας. Επιπλέον, παρόλο που η εβραιο-ισλαμική συμβίωση είναι πιο γνωστή, η ισλαμο-χριστιανική συμβίωση ήταν πολύ πιο γενικευμένη, βαθιά ριζωμένη και ζωτική σε όλα τα κοινωνικά επίπεδα. Πολιτικοί, σύμβουλοι, πρεσβευτές, γραμματείς που έλεγχαν τη γραμματεία του κράτους, συγγραφείς και μεταφραστές, τραπεζίτες και έμποροι ήσαν χριστιανοί —Ιακωβίτες, Μελχίτες ή Νεστοριανοί— για να μην αναφέρουμε τις εξισλαμίσεις που επηρέαζαν όλες τις κοσμικές και θρησκευτικές κοινωνικές τάξεις σε κάθε επίπεδο της ιεραρχίας. Ενώ χαλίφηδες ή διαφωνήσαντες ηγέτες μεγέθυναν την αυτοκρατορία και τη δύναμή τους, οι χριστιανοί —προστατευόμενοι από τους προστάτες τους, τους αποστάτες τους ή τους σκλάβους τους— διατηρούσαν τον πολιτισμό τους.

Η περίοδος των Ουμαγιάντ, η οποία ήταν και η περίοδος επώασης της κοινωνίας ντίμμι και εκείνης του ισλαμικού πολιτισμού, είναι επίσης η περίοδος της μεγαλύτερης ισλαμο-χριστιανικής συμβίωσης. Όμως αυτή η συμβίωση δεν εμπόδισε την καταστροφή φημισμένων κέντρων πολιτισμού: Κτησιφώντα, Ιερουσαλήμ, Καισάρειας, Αλεξάνδρειας, Καρχηδόνας. Ούτε υπήρξε φραγμός για μια αναρχία που αποδίδεται σε μεγάλες φυλετικές μεταναστεύσεις, προφανώς υπεύθυνες για την σχεδόν παντελή έλλειψη σύγχρονων ιχνών προηγούμενων πολιτισμών. Αυτή η πολύπλευρη συμβίωση ολοκληρωνόταν με τη σύγκλιση των συμφερόντων των χαλίφηδων και εκείνων του καθιστικού πληθυσμού και στις κοινές τους προσπάθειες να συντηρήσουν και να διατηρήσουν τις οικονομικές δομές.

Εκτός από αυτήν την οικονομική και διοικητική συνεργασία, χωρίς την οποία δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί το αραβικό κράτος, λάμβανε χώρα μια πολιτιστική συμβίωση. Η κατάσταση πριν από την αραβική κατάκτηση εξηγεί τη δύναμη και τον υπέροχο πλούτο της. Πράγματι, μετά την αναγνώριση του Χριστιανισμού από τον Κωνσταντίνο ως κρατικής θρησκείας της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, οι Πατέρες της Εκκλησίας είχαν προσπαθήσει να οδηγήσουν τον εξελληνισμένο παγανιστικό κόσμο προς τις βιβλικές προσταγές και να εξασφαλίσουν τη δογματική του ενότητα και τη θρησκευτική του συνοχή. Αυτή η αναδιατύπωση ειδωλολατρικής σκέψης και πολιτισμού απαιτούσε μια εννοιολογική κατασκευή τεράστιου εύρους και τη διαμόρφωση ενός θεολογικού, φιλοσοφικού και νομικού σώματος που συμφιλίωνε την ελληνορωμαϊκή κληρονομιά με τη βιβλική ηθική.

Παρά τις πολιτικές αναταράξεις της αραβικής κατάκτησης, αυτό το έργο συνεχιζόταν στα πολυάριθμα κέντρα ευρυμάθειας που υπήρχαν στην Αίγυπτο, τη Μεσοποταμία και τη Βαβυλωνία, στα μοναστήρια των Μελχιτών, Ιακωβιτών και Νεστοριανών. Η κουλτούρα μεταδιδόταν πίσω από τα ψηλά τους τείχη —που γλίτωναν από τους νομάδες με την καταβολή φόρων προστασίας— ή υπό την αιγίδα προκρίτων και ευνούχων κοντά στην κεντρική εξουσία. Η έρευνα αγκάλιαζε όλους τους τομείς της θρησκείας, της φιλοσοφίας και του δικαίου: έργα ερμηνείας, ασκητισμού, θεολογίας, κανονικού δικαίου και πραγματείες πολεμικής, ορισμός του δόγματος και της λειτουργίας, χρονικά και ιστοριογραφία. Διασχίζοντας σύνορα, αυτά τα πολιτισμικά ρεύματα προκαλούσαν εκείνα τα τεράστια κινήματα ιδεών που είχαν φέρει επανάσταση στο παρελθόν στον παγανιστικό κόσμο και εμφυτεύσει σταδιακά τον ιουδαιο-χριστιανικό πολιτισμό στις ακτές της Μεσογείου. Διατηρούνταν δεσμοί με το Βυζάντιο και τη Ρώμη, έστω και μόνο μέσω της σύγκρουσης ιδεών και της βίας της πολεμικής, αλλά και μέσω διαφόρων επαφών και συνεισφορών των αμέτρητων χριστιανών αιχμαλώτων που μεταφέρονταν από περιοχές που απλώνονταν από την Αρμενία μέχρι την Ισπανία. Προωθούμενη από τη δική της παλαιότερη δυναμική, η θεολογική παραγωγικότητα συντηρούνταν με ποικίλη επιτυχία, ανάλογα με τις πολιτικές περιπέτειες. Στη μελχιτική της μορφή πέθανε μαζί με τον Ιωάννη Δαμασκηνό (πεθ. περίπου 748), θεολόγο, φιλόσοφο και μουσικό.

Στην Αίγυπτο οι εξεγέρσεις των Κοπτών και η αναρχία που ακολούθησε την άνοδο των Αββασιδών στην εξουσία (750) είχαν καταστρέψει την Εκκλησία. Το λαμπρότερο κόσμημα στο στέμμα του πρώιμου Χριστιανισμού και πρωταθλητής της αντίστασης των Ιακωβιτών την εποχή της λαμπρότητάς του, το πατριαρχείο των Κοπτών, στις αρχές του 9ου αιώνα ήταν ακρωτηριασμένο από τη φτώχεια, τα χρέη και την άγνοια. Δεν ήταν σε θέση να συντηρήσει τα κάποτε ακμάζοντα, τώρα ερειπωμένα μοναστήρια του, ενώ οι ομάδες των μοναχών του, που ήσαν τόσο μαχητικές στο παρελθόν, διασκορπίζονταν ή εξισλαμίζονταν. Ύστερα από επανειλημμένες ράζζια η Αλεξάνδρεια, ο φάρος του μεσογειακού πολιτισμού τον 5ο αιώνα, δεν ήταν παρά ένα χωριό σε αποσύνθεση περί το 814, που κειτόταν ανάμεσα στα ερείπια των λεηλατημένων μνημείων της.

Ο πολιτισμός των Ιακωβιτών στη συνέχεια κατέφυγε στη βόρεια Συρία και τη Μεσοποταμία, στα μοναστήρια της Αντιόχειας και του Ταγκρίτ, ενώ η Βαβυλωνία παρέμενε το φέουδο των Νεστοριανών. Ευνοϊκές πολιτικές συνθήκες εξηγούν αυτήν την κατάσταση: η εγγύτητα της πρωτεύουσας Βαγδάτης και το γεγονός ότι οι Μπάνου Ταγλίμπ, φυλή χριστιανικής καταγωγής, έλεγχαν τη βόρεια Συρία και τη Μεσοποταμία. Η εγγύτητα του Βυζαντίου και ιδιαίτερα οι κατακτήσεις του Χαλεπιού (962), της Αντιόχειας (969) και της Γαλιλαίας (972) έθεταν όλες αυτές τις περιοχές υπό βυζαντινή προστασία. Μεταξύ 950 και 1050 οι Ιακωβίτες ενθαρρύνονταν κιόλας να μεταναστεύουν και να επανεγκαθίστανται στις ανακατακτημένες επαρχίες. Επιπρόσθετα, οι Χαμντανίντ εμίρηδες του Χαλεπιού και οι διάδοχοί τους, οι Μιρντασίντ (1023-38), που απειλούνταν από τα δυτικά από τους Φατιμίδες της Αιγύπτου, από τον νότο από τους Καρμάθιους και στα ανατολικά από τους Βυζαντινούς, είχαν υιοθετήσει διαλλακτική πολιτική απέναντι στους χριστιανούς.

Το ισλαμικό-ιουδαϊκό-χριστιανικό πολιτιστικό ρεύμα

Παράλληλα με το συγκεκριμένο θεολογικό ρεύμα κάθε κοινότητας αναπτυσσόταν ένα πεδίο ισλαμικής-ιουδαϊκής-χριστιανικής αλληλεπίδρασης, ενσωματωμένης σε όλη την οικονομική, διοικητική, νομική, πολιτική και πολιτιστική ζωή. Λόγω της γεωγραφικής τους απομόνωσης, οι νέοι μουσουλμάνοι κύριοι των αραμαϊκών και περσικών πληθυσμών είχαν μάλλον περιορισμένα πολιτιστικά επιτεύγματα. Έπρεπε να δημιουργηθεί ένας νέος πολιτισμός, κατάλληλος για τους ατρόμητους πολεμιστές που κυνηγούσαν τη λεία τους μέχρι την Ευρώπη. Ενώ νομάδες έβοσκαν τα πρόβατά τους στις ερειπωμένες πόλεις και μάζευαν τον φόρο τους με εισφορές που επέβαλλαν στους ντίμμι λαούς, αυτοί οι τελευταίοι αναλάμβαναν αυτό το έργο. Σκοπός του ήταν να γίνει διαθέσιμο στους Άραβες το συνόλο της γνώσης, η οποία είχε ταυτόχρονα θρέψει και υποκινήσει την επέκταση των πολιτισμών τους. Ζωροαστρικοί, Ιακωβίτες (Κόπτες και Σύριοι), Νεστοριανοί, Μελχίτες και Εβραίοι μετέφραζαν στα αραβικά πραγματείες για την αστρονομία, την ιατρική, την αλχημεία και τη φιλοσοφία, καθώς και λογοτεχνικές αφηγήσεις και ιστορίες. Αυτή η εργασία καθιστούσε απαραίτητη την εφεύρεση νέων λέξεων και τη σφυρηλάτηση της αραβικής γλώσσας και γραμματικής σε νέα εννοιολογικά σχήματα, όχι μόνο φιλοσοφικά, επιστημονικά και λογοτεχνικά, αλλά και διοικητικά, οικονομικά, πολιτικά και διπλωματικά.

Image
Ελάθ Κουλ Ελιάν (τέλη 11ου αιώνα)
Ανώνυμο έργο: Η αιτία όλων των αιτιών
Συριακή Εγκυκλοπαίδεια των Επιστημών
Kamal, τoμ. 3, fasc. 3, εικ. 749v

Είναι αδύνατο να καταγράψουμε εδώ τους πάρα πολλούς τεχνίτες αυτού του πνευματικού προζυμιού ή τη θεμελιώδη συμβολή τους σε κάθε τομέα. Παρά τις πολιτικές περιπέτειες και τις ράζζια, αυτοί οι πληθυσμοί —είτε ντίμμι είτε σκλάβοι— διατηρούσαν και διαιώνιζαν την πολιτιστική τους κληρονομιά. Τα κέντρα του πολιτισμού τους, που είχαν φωτίσει την Ανατολή, κατέρρεαν σε ερείπια, αλλά προέκυπταν άλλα. Λόγιοι συνέρρεαν στη Δαμασκό, την Κούφα, τη Βαγδάτη, τη Φουστάτ, την Καϊρουάν, την Κόρδοβα, τη Σεβίλλη και αλλού, φεύγοντας από κατεστραμμένες πόλεις και ερημωμένα χωριά, μεταφέροντας τις πολύτιμες γνώσεις τους από το ένα μέρος στο άλλο.

Το πρώτο γνωστό επιστημονικό έργο στα αραβικά ήταν μια πραγματεία για την ιατρική, που γράφτηκε στα ελληνικά από τον Αχρούν, χριστιανό ιερέα από την Αλεξάνδρεια, και μεταφράστηκε από τα συριακά στα αραβικά το 683 από τον Μασαρτζαουάι, Εβραίο γιατρό από τη Βασόρα (Ιράκ).9 Στη Βαβυλωνία υπό τους πρώτους Αββασίδες η ιατρική εξακολουθούσε να διδάσκεται στα αραμαϊκά. Ο Ιμπν Μπαχτίσου (πεθ. περί το 771), Νεστοριανός γιατρός που κλήθηκε στη Βαγδάτη από τον χαλίφη αλ-Μανσούρ, ίδρυσε εκεί ένα νοσοκομείο, όπου ο γιος του (πεθ. 801) έγινε ο κορυφαίος γιατρός. Ο Γιουχάνα μπιν Μασαουάι (777-857), Ιακωβίτης γιατρός, μεταφραστής και οφθαλμίατρος, έγραψε την πρώτη πραγματεία περί οφθαλμολογίας στα αραβικά.

Καλλιτέχνες, αρχιτέκτονες, χτίστες —όλοι στρατολογημένοι από το τοπικό εργατικό δυναμικό— αυξανόμενοι σε αριθμό από σώματα αιχμαλώτων, συνέβαλλαν στη συνέχεια των τεχνοτροπιών και των τεχνικών. Τα πλούσια μοτίβα της περσικής και ελληνιστικής τέχνης, με ζώα, λουλούδια και γεωμετρικά θέματα, στόλιζαν δημιουργίες των Ουμαγιάντ και των Αββασιδών. Ο Θόλος του Βράχου στην Ιερουσαλήμ, χτισμένος το 687-90, ήταν βυζαντινής σύλληψης και εκτέλεσης.10 Η Βαγδάτη φέρεται ότι χτίστηκε το 762 από εκατό χιλιάδες αρχιτέκτονες, εργάτες και καλλιτέχνες, που μεταφέρθηκαν από τη Συρία και τη Μεσοποταμία.

Αυτή η τεράστια επιχείρηση μετάδοσης της γνώσης με την ενσωμάτωσή της στην αραβική γλώσσα έφτασε στο απόγειό της υπό τους πρώτους Αββασίδες, των οποίων η αυλή —υπό ιρανική επιρροή— προσπαθούσε να αναπαράγει τα μεγαλεία του Χοσρόη. Αυτή ήταν η περίοδος των μεταφράσεων (750-850), ενθαρρυμένη από τον αλ-Μαμούν, ο οποίος δημιούργησε μια υπηρεσία βιβλιοθήκης- μετάφρασης (Μπάιτ αλ-Χίκμα, Οίκο της Σοφίας) το 830, όπου μεταφράζονταν στα αραβικά έργα από τα σανσκριτικά, περσικά, αραμαϊκά και ελληνικά. Μέχρι τον 11ο αιώνα η κρατική εκπαίδευση παρεχόταν σε ημικρατικά ιδρύματα, αλλά κυρίως σε τζαμιά, τα κύρια εκπαιδευτικά κέντρα όπου εγκαθίσταντο βιβλιοθήκες.

Αυτή η διανοητική κίνηση αποτέλεσε «διαρροή εγκεφάλων» από τις κοινότητες, με τον εξισλαμισμό διανοουμένων που ήθελαν να διατηρήσουν ευνοϊκές συνθήκες μελέτης. Πολλαπλοί λόγοι οδηγούσαν στη θρησκευτική μετατροπή των ντίμμι λογίων, όπως ευκολότερη πρόσβαση στη γνώση και προικοδοτήσεις ή η ζήλια και ο εκνευρισμός των μουσουλμάνων αντιπάλων. Διώξεις, πιέσεις και απειλές μπορούσαν να ασκηθούν από χαλίφηδες που επιθυμούσαν να αποκτήσουν τη θρησκευτική μετατροπή ενός λογίου, ο οποίος θα ενίσχυε έτσι το κύρος του Ισλάμ και θα επιβεβαίωνε την ανωτερότητά του απέναντι στους πολιτισμούς των απίστων. Στους διάσημους προσηλυτισμένους περιλαμβάνονταν ο Εβραίος αστρονόμος Σιντ μπιν Αλή, δύο ζωροαστρικοί, ο Ιμπν αλ-Μουκάφα (πεθ. 757) και ένας τυφλός ποιητής, ο Μπουσρ μπιν Μπουρντ (πεθ. 783), όπου και οι δύο εκτελέστηκαν μαζί με χιλιάδες άλλους την εποχή των διωγμών εναντίον των Περσών. Ο μάγος αλ-Χαουαρίζμι (περ. 780-850), ο Αλή αλ-Ταμπάρι, Ιακωβίτης γιατρός, φιλόσοφος και αστρονόμος, και ο Νεστοριανός γιατρός Χουνάιν μπιν Ισάκ (809-73), όπου και οι δύο αλλαξοπίστησαν υπό τους διωγμούς του Μουταβακίλ. Σε αυτούς θα μπορούσε να προστεθεί ο χριστιανικής καταγωγής Κουντάμα τον 10ο αιώνα, συγγραφέας του αλ-Χαράτζ, ο Γιακούμπ Ιμπν Κίλις (930-91), Εβραίος από τη Βαγδάτη, προστάτης των τεχνών και των επιστημών, ο οποίος έθεσε τα θεμέλια της οικονομικής ευημερίας της Φατιμιδικής Αιγύπτου και «ο οποίος, σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ήταν υπεύθυνος και για την ίδρυση του αλ-Αζχάρ»11 και ο γεωγράφος Γιακούτ (1179-1229), προσηλυτισμένος Έλληνας.

Αυτό το ρεύμα προσήλυτων στο Ισλάμ διογκωνόταν από το πλήθος των απελευθερωμένων ανδρών και των αιχμαλώτων σκλάβων. Ο Ιμπν Ισάκ, βιογράφος του Προφήτη, ήταν εγγονός χριστιανού που συνελήφθη το 633 από τον Χαλίντ μπιν αλ-Ουαλίντ στο Άιν αλ-Ταμάρ (Ιράκ).12 Ο Αμπού Χανίφα (πεθ. 767), ιδρυτής της Χανάφι σχολής δικαίου, ήταν γιος ζωροαστρικού σκλάβου. Ο Πέρσης Ιμπραήμ αλ-Μαουσίλι (742-804), ο οποίος συνέθεσε κλασική αραβική μουσική, είχε αιχμαλωτιστεί ως παιδί στη Μοσούλη. Ο Τζαουχάρ αλ-Σικίλι (ο Σικελός), ο οποίος κατέκτησε την Αίγυπτο (969) για τον Φατιμίδη αλ-Μουίζ και ίδρυσε την αλ-Καχίρα (Κάιρο) και το τζαμί αλ-Αζάρ (972), ήταν χριστιανός σκλάβος που είχε πωληθεί στο Καϊρουάν.

Η ισλαμο-περσο-χριστιανική ενσωμάτωση και σύντηξη πραγματοποιούνταν σε χαρέμια γεμάτα αιχμάλωτους Αιθίοπες, Αρμένιους, Έλληνες, Σλάβους και Φράγκους, ενώ ευνούχοι, γκούλαμ Μαμελούκοι και γενίτσαροι περιέβαλλαν τον χαλίφη. Η αρχιτεκτονική και οι τέχνες έχουν διατηρήσει τη μνήμη της ανώνυμης μάζας των αιχμαλώτων: Ελλήνων και Λατίνων εργατών ψηδιδωτών από τις εκστρατείες των Ουμαγιάντ και των Αββασιδών, Βυζαντινών ειδικών στην κοπή μαρμάρων και τη διακόσμηση τοίχων, Αρμενίων και Λατίνων αρχιτεκτόνων και χτιστών, των οποίων η ικανότητα είναι αποτυπωμένη στο σχεδιασμό των τζαμιών των Μαμελούκων.

Μέχρι τον 10ο αιώνα, στα πρώην αραμαϊκά και περσικά εδάφη αναμειγνυόταν κοσμοπολίτικος πληθυσμός, που εξακολουθούσε να είναι συνδεδεμένος με ένα μη μουσουλμανικό παρελθόν και να διάκειται ευνοϊκά προς τις προγονικές του κοινότητες. Οι προσηλυτισμένοι στο Ισλάμ δεν ήσαν ακόμη η πλειοψηφία σε αυτές τις κινητές, ποικίλες, «πολυπολιτισμικές» κοινωνίες, παρά τις έντονες διώξεις, τις αναγκαστικές μετατροπές και την ανεξέλεγκτη μετανάστευση νομάδων. Από την Ισπανία μέχρι την Αρμενία το νεο-μουσουλμανικό εποικοδόμημα (πολιτικοί, στρατιωτικοί, συγγραφείς και λόγιοι), το οποίο κυβερνούσε αυτή τη μεταβαλλόμενη κοινωνία, διατηρούσε παιδικές αναμνήσεις από εκκλησίες και συναγωγές ή βουδιστικούς και ζωροαστρικούς ναούς. Και ενώ παρασυρόταν από το Ισλάμ στο χωνευτήριο της ιστορίας, αυτή η ελίτ γεννούσε ταυτόχρονα έναν νέο πολιτισμό, αν και βρισκόταν στις αλυσίδες της σκλαβιάς και της καταπίεσης, αλλά και στη γενναιοδωρία της εξουσίας και μέσω μιας αμοιβαίας συνεργασίας στην οποία έδινε τον καλύτερο εαυτό της.

Τρεις αιώνες μετά τις πρώτες αραβικές εισβολές η παρακμή του Χριστιανισμού ήταν ιδιαίτερα εμφανής στη Βόρεια Αφρική, όπου ο αριθμός των επισκοπών μειώθηκε από πεντακόσιες σε περίπου σαράντα. Το βασίλειο της Νουβίας παρέμενε χριστιανικό μέχρι το τέλος του 14ου αιώνα, παρά το δουλεμπόριο. Αγροτικές περιοχές της Αιγύπτου, της Συρίας και του βόρειου Ιράκ εξακολουθούσαν να είναι κατά κύριο λόγο χριστιανικές, αλλά παρ’ όλα αυτά τα γενικά περιγράμματα μιας ανεπανόρθωτης εξέλιξης είχαν ήδη διαμορφωθεί για το μέλλον. Όντας ανεπαίσθητα κατά το διάστημα μιας ζωής, χωρίς να είναι ούτε άμεσα ούτε ομοιόμορφα, διέφεραν από περιοχή σε περιοχή ανάλογα με τις συνθήκες και τη γεωγραφία.

Οι ιστορικοί θεωρούν την περίοδο 950-1050 ως το αποκορύφωμα της διαδικασίας διείσδυσης από ποιμενικούς και νομαδικούς λαούς. Αυτή η διαδικασία ήταν ενεργή από την προ-ισλαμική περίοδο και επεκτάθηκε με την αραβική κατάκτηση, αν και οι χαλίφηδες, πλαισιωμένοι από ντόπιους προσήλυτους, προσπαθούσαν να την περιορίσουν. Όμως η δυναμική της ισλαμικής ισχύος, βασιζόμενη σε πολιτοφυλακές σκλάβων, στις οποίες ο χαλίφης γινόταν όμηρος, κατέστρεφε την εξουσία και επιτάχυνε έναν πολιτικό και δημογραφικό μετασχηματισμό. Αυτή η αλλαγή εισέβαλλε συνεχώς στις απομακρυσμένες και αγροτικές επαρχίες και ολοκληρώθηκε με την κατάκτηση των πόλεων τον 11ο αιώνα. Με την εμφάνιση άλλων εξισλαμισμένων νομαδικών φυλών, γηγενών της Ασίας —των Βουϊδών, των Σελτζούκων και των Τούρκων— οι ίδιοι αργοί, ασυνεχείς κύκλοι μη αντιληπτής αλλαγής επανήλθαν στην Ανατολία και, αργότερα, στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Στη Μεσοποταμία, μετά τη θρησκευτική μετατροπή των Μογγόλων υπό τον Γαζάν (1295-1304) και τις καταστροφές του Ταμερλάνου (1400-1405), τα κέντρα Νεστοριανών και Ιακωβιτών στις Ταγκρίτ, Άμιντ, Μαρντίν, Άρμπιλ, Μοσούλη και Τουρ Αμπντίν καταστράφηκαν.

Διοικούμενοι από αυλικούς, εμπόρους και ιεράρχες, οι ντίμμι πληθυσμοί διαιώνιζαν μια κουλτούρα καταδικασμένη σε περιθωριοποίηση και εξαθλίωση, αφού —συνυφασμένη με αυτή τη διαδικασία προοδευτικής αποτελμάτωσης και παρακμής— αναπτυσσόταν ταυτόχρονα μια δυναμική που στήριζε έναν άλλο πολιτισμό. Αυτοί οι ντίμμι πολιτισμοί διαμόρφωναν άλλα εννοιολογικά καλούπια, επιτρέποντας στο Ισλάμ να χτίζει το μεγαλείο του πάνω στα θεμέλια που είχαν δημιουργήσει οι ελίτ των ντίμμι, πριν εξαφανιστούν στην περιφρόνηση και τη λήθη. Κατά συνέπεια, αυτοί οι τρεις αιώνες συμβίωσης και χρυσής εποχής εμφανίζονται ως το κύκνειο άσμα μιας λαμπρής στιγμής στην ανθρώπινη ιστορία.

Το σύνδρομο ντίμμι

Η ανισότητα και η προκατάληψη αναπτύσσουν συγκεκριμένα πρότυπα συμπεριφοράς σε κάθε κοινωνία και η κοινωνία των ντίμμι δεν αποτελούσε εξαίρεση από αυτόν τον γενικό κανόνα. Καθώς η έρευνα του ψυχολογικού επηρεασμού των ομάδων ανήκει στον τομέα της ψυχοκοινωνιολογίας, θα αναφέρουμε μόνο ένα σύνδρομο ειδικό για το αντικείμενό μας.13

Το σύνδρομο ντίμμι αντιπροσωπεύει συλλογή νοητικών στάσεων και συμπεριφορών που συνδέονται με τη ντίμμι-δουλεία και είναι κοινές για τις διαφορετικές ομάδες, που τις εκφράζουν με μεγαλύτερη ή μικρότερη ένταση, ανάλογα με τις περιστάσεις.

Τα βασικά συστατικά του συνδρόμου ντίμμι βρίσκονται στις συνδυασμένες ψυχολογικές επιδράσεις της ευπάθειας και της ταπείνωσης. Υποβαθμισμένος σε ακραίες περιπτώσεις σε επισφαλή επιβίωση, αξιολογούμενη με χρηματικούς όρους, ο ντίμμι αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και αποδέχεται τον εαυτό του ως αποκτηνωμένο ον.

Ασύμμετρες σχέσεις: Καταπίεση-ευγνωμοσύνη

Προφανώς όλες οι σχέσεις κατακτητών-κατακτημένων είναι ασύμμετρες. Μερικές φορές θολώνουν και εξαφανίζονται μέσω της σύντηξης των δύο ομάδων. Αν στηρίζονται στη θρησκεία, αντέχουν. Στην περίπτωση των ντίμμι αυτή η ασυμμετρία που επηρέαζε όλες τις κοινωνικές σχέσεις προσδιόριζε την ίδια ψυχολογική κατάσταση που συναντάμε σε άλλες μεσαιωνικές κοινωνίες. Όμως δύο παράγοντες είναι ειδικοί για τη ντίμμι-δουλεία. Ο φόρος προστασίας που καταβάλλει ο κατακτημένος υπήκοος δεν είναι συνηθισμένος φόρος. Μειώνει τα ανθρώπινα δικαιώματά του σε χρηματικό ποσό, του οποίου η πληρωμή συνοδεύεται από εξευτελισμούς. Έτσι, όχι μόνο η ζωή του αποτιμάται σε χρηματικούς όρους, αλλά, καθώς είναι άξιος περιφρόνησης, η εξουσία που τον γλιτώνει είναι ακόμη πιο μεγαλοπρεπής.

Ακολουθεί άλλο βασικό στοιχείο αποανθρωποποίησης, από το αναφαίρετο δικαίωμα του κατακτητή επί της ζωής του κατακτημένου. Το δικαίωμα αυτό, κατανοητό στην παραφορά της μάχης, ενσωματωμένο τώρα στο νομικό καθεστώς των ντίμμι διαιωνιζόταν από γενιά σε γενιά σε καιρό ειρήνης. Τον 19ο αιώνα χωριά Ιακωβιτών, Συρίων Χριστιανών και Αρμενίων στη Μικρή Αρμενία (Κιλικία) έπρεπε να πληρώνουν τέλος προστασίας σε κουρδικές και τουρκικές φυλές, απαιτήσεις που δεν απέκλειαν αυθαίρετες συλλήψεις για λύτρα, ούτε απλήρωτη φεουδαρχική εργασία. Σε αντάλλαγμα για διάφορες υπηρεσίες αυτές οι φυλές προστάτευαν μοναστήρια και απέφευγαν να τα λεηλατούν.

Επομένως η ασφάλεια και τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπινου όντος δεν είναι αναφαίρετα δικαιώματα, αλλά προστασία από εχθρικό περιβάλλον η οποία επαναγοράζεται συνεχώς με χρήματα και υποταγή. Ως αποτέλεσμα, η συνείδηση του ντίμμι —όπως εκείνη του ομήρου— κινείται σε πλαίσιο ευάλωτου το οποίο ακυρώνει την έννοια των δικαιωμάτων και τον καταδικάζει να ξεχειλίζει από ευγνωμοσύνη που γίνεται ανεκτός. Η ντίμμα είναι ασυμβίβαστη με τις σύγχρονες αρχές των αναφαίρετων και ίσων ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Διαχειρισιμότητα των ντίμμι

Αρκετοί παράγοντες βοηθούν στην προετοιμασία μιας κατάστασης ευνοϊκής για τη χειραγώγηση κοινοτήτων ή ατόμων. Μεταξύ αυτών, θα μπορούσε κανείς να αναφέρει το ευάλωτο, τον ιδεολογικό επηρεασμό, τη διαφθορά, την απώλεια ταυτότητας ή ιστορική αμνησία.

Το ευάλωτο ενσωματώνεται στη ντίμμι-δουλεία, αφού ο ντίμμι, κατακτημένος από πόλεμο και ανυπεράσπιστος, υποβιβάζεται στην αέναη επαναγορά της ζωής του. Επιπλέον, το δικαίωμα που διεκδικούσε η μουσουλμανική αρχή να επικυρώνει τον διορισμό του πνευματικού ηγέτη της ντίμμι κοινότητας, της επέτρεπε να παρεμβαίνει σε αυτήν την επιλογή για το δικό της συμφέρον, να επιβάλει τον δικό της υποψήφιο και να βαθαίνει τα σχίσματα αργυρώνητης φύσης που διέφθειραν τους θεσμούς. Έτσι η ηθική και το πολιτιστικό επίπεδο των κοινοτήτων έπεφτε και αυτή η εγχώρια απαξίωση αύξανε την περιφρόνηση του εξωτερικού περιβάλλοντος.

Ο ιδεολογικός επηρεασμός μπολιάζεται στο ευάλωτο. Οι γενίτσαροι παρέχουν το πιο τέλειο παράδειγμα αυτής της κατάστασης. Τα μικρά χριστιανόπουλα που απάγονταν κατά τη διάρκεια των ράζζια, που διετίθεντο στο πλαίσιο του ενός πέμπτου της πολεμικής λείας ή από το ντεβσιρμέ, υποβιβάζονταν στη δουλεία και εξισλαμίζονταν. Υποβαλλόμενα σε έντονη στρατιωτική και θρησκευτική εκπαίδευση, αποτελούσαν τα επίλεκτα στρατεύματα της μουσουλμανικής εξουσίας. Τυφλά και φανατικά εργαλεία του σουλτάνου, γίνονταν οι πιο σκληροί διώκτες του Χριστιανισμού, ο οποίος εφεξής δεχόταν επίθεση από τους ίδιους τους γιους του. Ο γενίτσαρος ενσαρκώνει την πεμπτουσία της ντίμμι-δουλείας, που έχει φτάσει στην τελειότητά της.

Η επιτυχία αυτής της σύμπραξης βασιζόταν σε δύο παράγοντες: το απόλυτο ευάλωτο του παιδιού, αρπαγμένου από το οικογενειακό του υπόβαθρο και εξαρτώμενου για όλες του τις ανάγκες από τους μουσουλμάνους κυρίους του. Και την πλήρη εξάλειψη του παρελθόντος και των οικογενειακών δεσμών. Ο σκληρός χαρακτήρας του γενίτσαρου ή του Μαμελούκου αναπτύχθηκε από αυτήν την αποπροσωποποίηση του πνεύματος του παιδιού και την καταστροφή της ταυτότητάς του. Στρατιώτες χωρίς παρελθόν ούτε οικογένεια και υποχρεωμένοι σε αναγκαστική αγαμία, οι γενίτσαροι ενσάρκωναν ένα είδος ρομποτοποίησης ανθρώπινου υλικού, ενσωματωμένου σε πολεμική μηχανή.

Όσον αφορά τη διαφθορά, επέτρεπε την εξαγορά της συνεργασίας των ντίμμι ηγετών σε μια εποχή που οι λαοί τους, που ήσαν ακόμη η πλειοψηφία, έπρεπε να αντιμετωπίζονται με περίσκεψη. Όπως είναι κατανοητό, ο κατάλογος των στρατιωτικών στρατηγικών της τζιχάντ περιλαμβάνει «την αγορά καρδιών». Δεν μπορεί να τονιστεί επαρκώς ότι η διαφθορά ήταν ο κρίσιμος παράγοντας για την παρακμή των κατακτημένων λαών. Ο πειρασμός να πλουτίσουν προσωπικά με τη διαχείριση της οικονομίας της κοινότητάς τους παρέσυρε τους ηγέτες τους μέσα στο σύστημα. Η υπόσχεση ενός πατριαρχείου σε έναν φιλόδοξο αντιφρονούντα, η παραχώρηση εκκλησίας ή μοναστηριού που ανήκε σε αντίπαλη αίρεση, η προστασία εκκλησιών σε αντάλλαγμα για καταγγελία ή απόρριψη της πολιτικής του Βυζαντίου ή της Ρώμης για την ένωση των Εκκλησιών, όλα αυτά ήσαν μέθοδοι άσκησης πίεσης, για να μην πούμε απειλές για αντίποινα.

Ένα χρονικό της εβραϊκής κοινότητας της Φεζ (Μαρόκο) το 1648 περιγράφει τις αδιάκοπες διαμάχες μεταξύ των προκρίτων, προκειμένου να αποκτήσουν από τον σουλτάνο τον τίτλο του ναγκίντ (επικεφαλής της κοινότητας). Οι υποψήφιοι επιδίδονταν σε πραγματική δημοπρασία, αντλώντας ελεύθερα από τα κεφάλαια μιας κοινότητας, την οποία έτσι κατέστρεφαν. Κατά συνέπεια, «η κοινότητα αποφάσισε να καταργήσει αυτή τη θέση, αλλά χρειάστηκε να ανατρέψει αυτήν την απόφαση, καθώς ήταν αδύνατο να απαλλαγούμε από αυτό το αξίωμα εξαιτίας του καταπιεστή».14 Παρόμοια κατάσταση κατάτρωγε τις χριστιανικές κοινότητες.

Τον τελευταίο καιρό η αντισιωνιστική τζιχάντ και ο πόλεμος στον Λίβανο επικαλούνταν αυτές τις ιστορικές και μόνιμες συνιστώσες της ντίμμι-δουλείας, όπου λειτουργούν οι ίδιοι μηχανισμοί. Οι πόλεμοι μεταξύ των χριστιανών στο Λίβανο αποκάλυψαν τις αντιπαλότητες μεταξύ ηγετών οι οποίοι, στη διαφωνία τους, ακολουθούσαν την πολιτική των ντίμμι προκρίτων.

Αυτός ο κατακερματισμός του Χριστιανισμού του Λιβάνου αντικατοπτρίζει τις διαιρέσεις στο σύνολο του Ανατολικού Χριστιανισμού. Ακολουθεί τις ρωγμές που χώριζαν Εκκλησίες, αιρέσεις και έθνη στην προ-αραβική περίοδο. Απολιθωμένες σε ντίμμι-δουλεία, αυτές οι ρωγμές διαιωνίστηκαν στις ομάδες που κατέρρευσαν με την πάροδο των αιώνων —σωματίδια που παρασύρονταν στην ισλαμική μάζα— καθώς επιταχύνονταν οι συμπληρωματικές διαδικασίες ξεριζώματος της ντίμμι αγροτιάς, αστικοποίησης και [θρησκευτικών] μετατροπών. Αυτή η διαίρεση των ομάδων ντίμμι σε μικρές μονάδες και ο πολλαπλασιασμός των διαφωνιών αύξανε το ευάλωτο, την προσαρμοστικότητα και τη σύμπραξή τους.

Image
Γενίτσαρος (1720)
Costumes turcs

Ο αποκλεισμός και η απόκρυψη της ιστορίας

Το βασίλειο της ντίμμι-δουλείας επηρεάζει τις ανθρώπινες ομάδες συλλογικά, εκτεινόμενο πέρα από το πλαίσιο της ατομικής ύπαρξης, για να αγκαλιάσει όλες τις πολιτιστικές εκδηλώσεις της ομάδας. Η συλλογική ταυτότητα των ομάδων είναι γενικά δομημένη από ιστορική συνείδηση που αποτελείται από στοιχεία αναφοράς. Αυτά τα στοιχεία, ριζωμένα στη γεωγραφία και τη διάρκεια, επιτρέπουν στις ομάδες να εντοπίζονται στην οικουμένη και να χτίζουν τη συνοχή τους ανά τους αιώνες.

Σε συλλογικό επίπεδο η κατάσταση ντίμμι βρίσκεται πίσω από την καταστροφή της κουλτούρας και της ιστορίας της ομάδας. Αυτή η κατάσταση προκύπτει από τον σφετερισμό ή την ιδιοποίηση του ντίμμι παρελθόντος από την ομάδα κατακτητή, νόμιμο κληρονόμο των πολιτισμών που χτίστηκαν στα εδάφη που είχε κατακτήσει. Η λήθη που περιβάλλει το ντίμμι παρελθόν δεν είναι τυχαία. Αντικατοπτρίζει την κατάργηση της ντίμμι ιστορίας. Ο αφανισμός μιας κοινότητας μεταφέρει την πολιτιστική της κληρονομιά —πολιτισμό, τέχνες και επιστήμες— στην κυρίαρχη ομάδα. Πολιτιστικός ιμπεριαλισμός συνοδεύει τον εδαφικό ιμπεριαλισμό. Ο πολιτισμός, που μονοπωλείται από τις αρχές, γίνεται ένα επιπλέον όργανο κυριαρχίας και αποξένωσης. Μάλιστα η ούμμα διεκδικεί μονοπώλιο πολιτισμού: οι γλώσσες των ντίμμι απαγορεύονται, υποβιβάζονται στη λειτουργία. Τα μνημεία τους, μαρτυρία για το μεγαλείο του πολιτισμού τους, καταστρέφονται ή εξισλαμίζονται.

Σε καμία περιοχή δεν έπρεπε ο άπιστος να θριαμβεύει επί του μουσουλμάνου, καθώς το θεολογικό δόγμα επιβεβαίωνε την ανωτερότητα των μουσουλμάνων από τις πρώτες ισλαμικές κατακτήσεις. Αυτή η αυταρέσκεια, η οποία συνέβαλλε στην απόσυρση του νταρ αλ-Ισλάμ στο εσωτερικό του, καθώς περιφρονούσε ολόκληρη την κουλτούρα του νταρ αλ-χαρμπ, διαιώνιζε επίσης μια πολιτιστική αδιαλλαξία απέναντι στους ντίμμι, η οποία χαρακτηριζόταν από περιφρόνηση, ανεξάρτητα από τα προσόντα τους. Οι αναντικατάστατες δεξιότητες και τα υψηλότερα προσόντα ορισμένων ντίμμι, αποτελώντας πηγή ταπείνωσης για τους γύρω τους, τους ανάγκαζαν να αλλαξοπιστήσουν.

Ο εξισλαμισμός του πολιτισμού περιλάμβανε τον εξισλαμισμό της γεωγραφίας, φαινόμενο που συνδέεται με κάθε κατάκτηση. Οι πόλεις συχνά έχαναν τα αρχικά τους ονόματα: Η Άμιντ (Άμιδα) της Αρμενίας έγινε Ντιγιάρμπακιρ. Η Κωνσταντινούπολη, Ισταμπούλ. Η Ιερουσαλήμ, αλ-Κουτζ. Η Χεβρών εξαραβίστηκε ως αλ Χαλίλ. Υπάρχουν αμέτρητα παραδείγματα σε ολόκληρο το νταρ αλ-Ισλάμ και είναι περίεργο το γεγονός ότι οι Εβραίοι και οι χριστιανοί χρονικογράφοι συνεχίζουν να αναφέρονται στα αρχικά ονόματα, σχεδόν σαν η εθνική τους ιστορία να συνέχιζε να ακούγεται χαμηλόφωνα (sotto voce) στο προγονικό της γεωγραφικό πλαίσιο, χωρίς διακοπή από τον εξισλαμισμό της χώρας τους.

Η απόκρυψη της ιστορίας των ντίμμι προκύπτει από τη σιωπή που τους επιβάλλεται και την απαγόρευση κάθε κριτικής. Στην πραγματικότητα η άρνηση μαρτυρίας ντίμμι εναντίον μουσουλμάνου καθορίζει πρότυπα συμπεριφοράς και αποκαλύπτει την ψυχολογία και των δύο ομάδων.

Η ομάδα ντίμμι, απογυμνωμένη από τα μέσα άμυνάς της, βρίσκεται σε κατάσταση ομήρου στο έλεος αβάσιμων κατηγοριών. Αυτή η συνεχής και εξευτελιστική ευπάθεια γεννά δουλοπρέπεια, κολακεία και διαφθορά. Μετά τη χειραφέτηση, Ευρωπαίοι πρόξενοι σημείωναν τον φόβο των ντίμμι να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους. Μάλιστα εκβιασμός και δολοφονία τιμωρούσαν την «αλαζονεία» των ντίμμι.

Image
Αρμένιοι που πυροβολήθηκαν σε χωράφι. Άγκυρα, Τουρκία, 1915
Φωτογραφία: Αρμενικό Μουσείο, Ιερουσαλήμ

Στην κυρίαρχη ομάδα, αυτή η άρνηση μαρτυρίας με την καταστολή του λόγου —του διακριτικού σημείου της ανθρωπότητας— αντανακλά άρνηση δικαιωμάτων. Αυτός ο ακρωτηριασμένος λόγος, αυτή η απορριφθείσα μαρτυρία, μεταφέρεται από το άτομο στην ομάδα και διαιωνίζεται στον χρόνο. Καθώς η ιστορία είναι επίσης η μαρτυρία ενός λαού και η βάση των δικαιωμάτων του, η εξάλειψη του παρελθόντος του καταργεί τα δικαιώματά του. Η επίσημη εκδοχή των γεγονότων γίνεται στη συνέχεια απλό φωνητικό έπος, διαιωνίζοντας έτσι τον μηχανισμό εξάλειψης και αποκλεισμού των ντίμμι εθνών. Αυτή η διαδικασία εξάλειψης —αυτό που ο Βιντιαντάρ Σ. Νάιπολ αποκαλεί «σκοτώνοντας την ιστορία»15— συνεχίζει να λειτουργεί στις ημέρες μας.

<-8. Μερικές όψεις της αναβίωσης του παρελθόντος στη σύγχρονη εποχή 10. Συμπέρασμα->
Scroll to Top