| <-10. Συμπέρασμα | Έγγραφα: ii. Η κατάσταση της αγροτιάς-> |
Έγγραφα: i. Τζιχάντ

Άγιος Μάρκος ο Ευαγγελιστής (1455)
Ζωγράφος: Μηνάς του Βασπουράκαν, Λίμνη Βαν
Ms. 3815, Συλλογή Γκιουλμπενκιάν,
Βιβλιοθήκη Χειρογράφων Αγίου Τόρος, Ιερουσαλήμ
1. Η εποχή των κατακτήσεων
(7ος έως 11ος αιώνας)
Αίγυπτος, Παλαιστίνη, Τριπολίτιδα (640-646)
Ιωάννης Νικίου: Η κατάληψη του Φαγιούμ
Ο στρατηγός Θεοδόσιος, μαθαίνοντας την άφιξη των Ισμαηλιτών [Αράβων], κινούνταν από τόπο σε τόπο για να παρατηρεί τον εχθρό. Οι Ισμαηλίτες επιτέθηκαν, σκότωσαν τον διοικητή, σφαγίασαν όλα τα στρατεύματά του και κατέλαβαν αμέσως την πόλη <της Μπεχνέσα;>. Όποιος τους πλησίαζε, σφαζόταν. Δεν λυπήθηκαν ούτε γέροντες, ούτε γυναίκες, ούτε παιδιά. [σελ. 228-29]
Ιωάννης Νικίου: Μετά τη φυγή του ελληνικού στρατού κοντά στη Νικίου
Στη συνέχεια έφτασαν οι μουσουλμάνοι στη Νικίου.1 Δεν υπήρχε ούτε ένας στρατιώτης για να τους αντισταθεί. Κατέλαβαν την πόλη και έσφαζαν όλους όσους συναντούσαν στον δρόμο και στις εκκλησίες, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, χωρίς να γλιτώνει κανένας. Ύστερα πήγαν σε άλλα μέρη, λεηλάτησαν και σκότωσαν όλους τους κατοίκους που βρήκαν. Στην πόλη Σα έπιασαν ξαφνικά τον Εσκουτάο και τους άνδρες του, της φυλής του στρατηγού Θεόδωρου, που ήσαν κρυμμένοι στους αμπελώνες, και τους σκότωσαν. Αλλά ας μην πούμε τώρα περισσότερα, γιατί είναι αδύνατο να περιγράψουμε τις φρικαλεότητες που έκαναν οι μουσουλμάνοι όταν κατέλαβαν το νησί Νικίου, την Κυριακή, τη δέκατη όγδοη ημέρα του μήνα Γκουενμπότ, στο 15ο έτος του σεληνιακού κύκλου, καθώς και τις τρομερές σκηνές που έλαβαν χώρα στην Καισάρεια της Παλαιστίνης. [σελ. 243-44]
Ο Αμρ καταπίεζε την Αίγυπτο. Έστειλε τους κατοίκους της να πολεμήσουν τους κατοίκους της Πεντάπολης [Τριπολίτιδας] και, όταν νίκησαν, δεν τους επέτρεψε να μείνουν εκεί. Πήρε σημαντική λεία από αυτή τη χώρα και μεγάλο αριθμό αιχμαλώτων. Ο Αμπουλιανός […], κυβερνήτης της Πεντάπολης, με τα στρατεύματά του και τους κορυφαίους πολίτες της επαρχίας αποσύρθηκαν στην πόλη Τευχείρα, η οποία ήταν πολύ οχυρωμένη, και κλείστηκαν εκεί. Οι μουσουλμάνοι επέστρεψαν στη χώρα τους με λάφυρα και αιχμαλώτους.
Ο πατριάρχης Κύρος ένιωθε βαθιά θλίψη για τις συμφορές στην Αίγυπτο, επειδή ο Αμρ, ο οποίος ήταν βαρβαρικής καταγωγής, δεν έδειχνε έλεος στην αντιμετώπιση των Αιγυπτίων και δεν τηρούσε τις συμφωνίες που είχε κάνει μαζί του. [σελ. 254-55]
Η θέση του Αμρ γινόταν ισχυρότερη από μέρα σε μέρα. Έβαλε τον φόρο που είχε οριστεί. Αλλά δεν άγγιξε την περιουσία των εκκλησιών, τις φύλαξε από κάθε λεηλασία και τις προστάτευε καθ’ όλη τη διάρκεια της κυβέρνησής του. Αφού κατέλαβε την Αλεξάνδρεια, αποστράγγισε το κανάλι της πόλης, ακολουθώντας το παράδειγμα του Θεόδωρου του κακού. Αύξησε τον φόρο πολύ σε εικοσιδύο μπατ χρυσού, με αποτέλεσμα να κρύβονται οι κάτοικοι, που συντρίβονταν από το βάρος και δεν μπορούσαν να τον πληρώσουν. [σελ. 261]
Αλλά είναι αδύνατο να περιγράψουμε τη θλιβερή θέση των κατοίκων αυτής της πόλης, οι οποίοι έφτασαν στο σημείο να προσφέρουν τα παιδιά τους ως αντάλλαγμα για τα τεράστια ποσά που έπρεπε να πληρώνουν κάθε μήνα, μη βρίσκοντας κανέναν να τους βοηθήσει, γιατί ο Θεός τους είχε εγκαταλείψει και είχε παραδώσει τους χριστιανούς στα χέρια των εχθρών τους. [σελ. 262-63]
Ιωάννης Νικίου
Ιράκ
Επιστολή του Ομάρ ιμπν-αλ-Χατάμπ (633-643) προς τον Σαντ μπιν άμπι Ουακάς μετά την κατάκτηση του ας-Σαουάντ (Ιράκ)
Έλαβα την επιστολή σας, με την οποία δηλώνετε ότι σας ζήτησαν οι άνδρες σας να μοιράσετε ανάμεσά τους όσα λάφυρα τους έχει απονείμει ο Αλλάχ. Μετά την παραλαβή της επιστολής μου, να μάθετε τι υπάρχοντα και άλογα έχουν αποκτήσει οι στρατιώτες, «εκστρατεύοντας με άλογα και καμήλες» [Κοράνι 59: 6] και να τα μοιράσετε μεταξύ τους, αφού αφαιρέσετε το ένα πέμπτο. Όσο για τη γη και τις καμήλες, να τις αφήσετε στα χέρια εκείνων των ανθρώπων που εργάζονται με αυτές, ώστε να συμπεριλαμβάνονται στις επιχορηγήσεις [συντάξεις] προς τους μουσουλμάνους. Αν τις μοιράσετε στους παρευρισκόμενους, τότε δεν θα απομείνει τίποτε για εκείνους που θα ακολουθήσουν. [σελ. 422]
Αλ-Χουσαΐν από τον Αμπντουλάχ ιμπν-Χαζίμ: Ο τελευταίος έλεγε: «Κάποτε ρώτησα τον Μουτζαχίντ σχετικά με τη γη του ας-Σαουάντ και μου απάντησε: “Δεν μπορεί ούτε να αγοραστεί ούτε να πωληθεί. Αυτό συμβαίνει επειδή πάρθηκε με τη βία και δεν μοιράστηκε. Ανήκει σε όλους τους μουσουλμάνους”».
Ο Αλ-Ουαλίντ ιμπν-Σαλίχ από τον Σουλαϊμάν μπιν Γιασάρ: «Ο Ομάρ ιμπν-αλ-Χατάμπ άφησε το ας-Σαουάντ για εκείνους που ήσαν ακόμη στα σπλάχνα των ανδρών και στις μήτρες των μητέρων [δηλαδή στους απογόνους], λαμβάνοντας υπόψη τους ντίμμι κατοίκους, από τους οποίους φόρος [τζίζγια] έπρεπε να λαμβάνεται για το άτομό τους και χαράτζ για τη γη τους. Είναι επομένως ντίμμι και δεν μπορούν να πωληθούν ως σκλάβοι». […]
Ο Ομάρ ιμπν-αλ-Χατάμπ, θέλοντας να μοιράσει το ας-Σαουάντ μεταξύ των μουσουλμάνων, διέταξε να καταμετρηθούν [οι κάτοικοι]. Κάθε μουσουλμάνος είχε τρεις αγρότες στο μερίδιό του. Ο Ομάρ πήρε τη συμβουλή των συντρόφων του Προφήτη και ο Αλή είπε: «Αφήστε τους να γίνουν πηγή εσόδων και βοήθειας για τους μουσουλμάνους». [σελ. 423]
Αλ-Μπαλαντούρι
Ιράκ, Συρία και Παλαιστίνη
Ο Ομάρ ιμπν-αλ-Χατάμπ απαντά στους μουσουλμάνους στρατιώτες που απαιτούν την κοινή χρήση των κατακτημένων εδαφών
Αλλά σκέφτηκα ότι δεν είχαμε τίποτε περισσότερο να κατακτήσουμε μετά τη γη του Κέσρα [της Περσίας], της οποίας μας έδωσε ο Αλλάχ τα πλούτη, τη γη και τους ανθρώπους. Μοιράζω τα αγαθά και τα κινητά σε εκείνους που τα κατέκτησαν, αφού αφαιρέσω το ένα πέμπτο, το οποίο υπό την επίβλεψή μου χρησιμοποιήθηκε για τον σκοπό για τον οποίο προοριζόταν. Θεώρησα απαραίτητο να κρατήσω τη γη και τους κατοίκους της, και να εισπράττω από τους τελευταίους το χαράτζ λόγω της γης τους, και τον κεφαλικό φόρο [τζίζγια] ως προσωπικό φόρο για κάθε κεφάλι, όπου αυτός ο κεφαλικός φόρος αποτελεί φάι υπέρ των μουσουλμάνων που έχουν πολεμήσει εκεί, των παιδιών τους και των κληρονόμων τους. Μήπως πιστεύετε ότι αυτά τα σύνορα θα μπορούσαν να παραμείνουν χωρίς πολεμιστές που τα υπερασπίζονται; Μήπως πιστεύετε ότι αυτές οι τεράστιες χώρες, η Συρία, η Μεσοποταμία, η Κούφα, η Βασόρα, η Μισρ [Αίγυπτος], δεν χρειάζεται να καλύπτονται με στρατεύματα που πρέπει να πληρώνονται καλά; Πού μπορεί κανείς να βρει την πληρωμή τους, αν μοιραστεί η γη, καθώς και οι κάτοικοί της; [σελ. 40-41]

Εκκλησία του Καλμπ-Λουζέχ (6ος αιώνας). Έρημος βόρειας Συρίας
Εγκαταλείφθηκε μετά την αραβική κατάκτηση
de Vogüé, τόμ. 2 (1877), σελ. 123
Η απόφαση του Ομάρ εναντίον του μοιράσματος των κατακτημένων περιοχών μεταξύ των κατακτητών, μόλις ο Αλλάχ του έδειξε τα αποφασιστικά αποσπάσματα του Ιερού του Βιβλίου [του Κορανίου] σχετικά με αυτό το θέμα, αποτέλεσε για αυτόν και το έργο του σημάδι θεϊκής προστασίας και ευλογίας για όλους τους μουσουλμάνους. Η απόφασή του να επιβάλει το χαράτζ, έτσι ώστε τα έσοδα να μοιράζονται μεταξύ των μουσουλμάνων, ήταν επωφελής για όλη την κοινότητα [ούμμα], γιατί αν δεν είχε κρατηθεί για την πληρωμή των μισθών και της τροφής των πολεμιστών, οι παραμεθόριες επαρχίες δεν θα είχαν ποτέ κατοικηθεί, τα στρατεύματα θα είχαν στερηθεί τα απαραίτητα μέσα για να συνεχίσουν τον ιερό πόλεμο [τζιχάντ] και θα φοβόταν κανείς μήπως επέστρεφαν οι άπιστοι στις προηγούμενες κτήσεις τους, αφού αυτές δεν θα προστατεύονταν από στρατιώτες και μισθοφόρους. Ο Αλλάχ γνωρίζει καλύτερα πού βρίσκεται το καλό! [σελ. 43]
Αμπού Γιουσούφ
Αρμενία (642)
Ο καταστροφικός στρατός <των Αράβων> έφυγε από την Ασσυρία [άνω Μεσοποταμία] και, μέσω του Ντζορ2 εισήλθε στην περιοχή Ταρόν, την οποία κατέλαβε, καθώς και τις περιοχές Μπεζνούνικ και Αγιοβίτ.3 Στη συνέχεια, στρίβοντας προς την κοιλάδα του Μπέρκρι μέσω Ορντόρου και Κογκοβίτ,4 απλώθηκε στην [επαρχία] Αραράτ. [σελ. 227]
Δεν θα υπήρχε κανένας μεταξύ των Αρμενίων που θα μπορούσε να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου στην πόλη του Ντβίν,5 αν δεν υπήρχαν τρεις αρχηγοί που είχαν έρθει τότε για να συγκεντρώσουν τα διάσπαρτα στρατεύματα, οι Θεοδόσιος Βαεβόννι, Κάτσιαν Αραβεγιάν και Σαπούχ Αματούνι.
Έφυγαν βιαστικά προς το Ντβίν. Όταν έφτασαν στη γέφυρα [του] Μετζαμόρ,6 την κατέστρεψαν πίσω τους και κατάφεραν να μεταδώσουν στους κατοίκους τα θλιβερά νέα για την προσέγγιση των εχθρών. Έκαναν όλους τους ανθρώπους της περιοχής, που είχαν έρθει για τη συγκομιδή των σταφυλιών, να μπουν στο φρούριο. Αλλά ο Θεόδωρος <Ρεστούνι>,7 από την πλευρά του, είχε πάει στην πόλη του Ναχιτζεβάν.
Όταν οι εχθροί έφτασαν στη γέφυρα [του] Μετζαμόρ, δεν μπορούσαν να περάσουν απέναντι. Αλλά καθώς είχαν ως οδηγό τους τον Βάρτιγκ, ηγεμόνα του Μογκ,8 γνωστόν ως Άγτζνικ, πέρασαν τη γέφυρα και εισέβαλαν σε ολόκληρη την περιοχή. Αφού πήραν μεγάλη ποσότητα λείας και αιχμαλώτων, στρατοπέδευσαν στην άκρη του δάσους του Χοσροβάκερτ.
Την πέμπτη ημέρα [Πέμπτη] εξαπέλυσαν επίθεση στην πόλη του Ντβίν και εκείνη έπεσε σε αυτούς. Γιατί την είχαν τυλίξει σε σύννεφα καπνού και, με αυτόν τον τρόπο και με ρίψεις βελών, οδήγησαν σε οπισθοχώρηση τους άνδρες που υπερασπίζονταν τις επάλξεις. Ύστερα, αφού έστησαν τις σκάλες τους, ανέβηκαν στα τείχη, ρίχτηκαν στην πλατεία και άνοιξαν τις πύλες.
Ο στρατός του εχθρού ορμούσε και έσφαζε τους κατοίκους της πόλης με το σπαθί. Αφού καταβρόχθισε λεία, επέστρεψε στο στρατόπεδό του, έξω από την πόλη.
Ύστερα από λίγες ημέρες ανάπαυσης οι Ισμαηλίτες [Άραβες] έφυγαν προς τα εκεί απ’ όπου είχαν έρθει, σύροντας πίσω τους πλήθος αιχμαλώτων, που αριθμούσαν τριανταπέντε χιλιάδες.
Στο μεταξύ ο ηγεμόνας της Αρμενίας, Θεόδωρος, ηγεμόνας του Ρεστούνικ, είχε στήσει ενέδρα με λίγους άνδρες στην περιοχή του Κογκοβίτ και τους ρίχτηκε. Αλλά χτυπήθηκε και αναγκάστηκε να φύγει. Οι άπιστοι άρχισαν να τον καταδιώκουν και σκότωσαν πολλούς άνδρες του. Ύστερα από αυτό επέστρεψαν στην Ασσυρία. [σελ. 228]
Σέμπεος
Κύπρος, ελληνικά νησιά και Ανατολία (649-654)
Ο Μουαουίγια και η ακολουθία του στράφηκαν προς την Κωνσταντία [Αμμόχωστο], την πρωτεύουσα όλης της χώρας. Τη βρήκαν εντελώς γεμάτη κόσμο. Επέβαλαν την κυριαρχία τους σε αυτήν την πόλη με μεγάλη σφαγή […]. Μάζεψαν χρυσάφι από όλο το νησί, πλούτη και σκλάβους και μοίρασαν τη λεία. Οι Αιγύπτιοι πήραν ένα μέρος της, εκείνοι πήραν ένα άλλο και πήγαν πίσω [από εκεί που είχαν έρθει].
Όμως, καθώς ο Κύριος [ο Παντοδύναμος] είχε ρίξει τα μάτια του στο νησί, με σκοπό να το καταστρέψει, λίγο αργότερα παρότρυνε τον Αμπούλ-Αουάρ και τον στρατό του, που πήγαν στην Κύπρο για δεύτερη φορά, γιατί είχαν μάθει ότι οι κάτοικοί της είχαν ενώσει τις δυνάμεις τους. Όταν έφτασαν, οι κάτοικοι καταλήφθηκαν από τρόμο. Όταν μπήκαν οι Ταϊγιάγιε, έκαναν τους κατοίκους να βγουν από τις σπηλιές και λεηλάτησαν όλο το νησί. Πολιόρκησαν την πόλη της Πάθου [Πάφου] και την κατέβαλαν με μάχη. Όταν οι κάτοικοι ζήτησαν να διαπραγματευτούν, ο Αμπούλ-Αουάρ τους ενημέρωσε ότι θα έπαιρνε χρυσό, ασήμι και πλούτη και ότι δεν θα έκανε κανένα κακό στους κατοίκους. Εκείνοι άνοιξαν την πόλη. Οι Ταϊγιάγιε μάζεψαν τα πλούτη της και επέστρεψαν στη Συρία.
Ύστερα ο Μουαουίγια πολιόρκησε την πόλη Αρουάντ [Ρόδο;] που είναι νησί, αλλά δεν μπόρεσε να την καταλάβει. Έστειλε μήνυμα στον επίσκοπο Θωμά ότι οι κάτοικοι έπρεπε να εγκαταλείψουν την πόλη και να φύγουν με ειρήνη. Δεν συμφώνησαν. Και ο Μουαουίγια επέστρεψε στη Δαμασκό. Όταν ήρθε η άνοιξη, ο Μουαουίγια επέστρεψε στην πολιορκία του Αρουάντ. Τότε όλοι οι άνθρωποι την εγκατέλειψαν και ο Μουαουίγια την κατέστρεψε, έτσι ώστε να μην μπορεί πια να κατοικηθεί.
Ο Αμπούλ-Αουάρ και ο στρατός του κατέβηκαν δια θαλάσσης και έφτασαν στο νησί Κως. Μέσω της προδοσίας του επισκόπου του, κατέλαβε [το νησί]. Κατέστρεψε και λεηλάτησε όλα τα πλούτη του, έσφαξε τον πληθυσμό και οδήγησε τον υπόλοιπο στην αιχμαλωσία, ενώ κατέστρεψε το φρούριό του. Κινήθηκε στην Κρήτη και την λεηλάτησε.
Πήγαν στη Ρόδο και την κατέστρεψαν το έτος 965 [654] των Ελλήνων. [2: 442]
Η επταετής εκεχειρία που είχαν συνάψει οι Ρωμαίοι [Βυζαντινοί] με τους Ταϊγιάγιε έληγε αυτή την περίοδο. Οι Ταϊγιάγιε λεηλατούσαν όλα τα εδάφη της Ασίας, της Βιθυνίας και της Παμφυλίας. Υπήρχε σοβαρή επιδημία στα εδάφη της Μεσοποταμίας. Οι Ταϊγιάγιε λεηλατούσαν και πάλι και ερήμωναν [εδάφη] μέχρι τόσο μακριά, όσο ο Πόντος και η Γαλατία. [2: 450]
Μιχαήλ Σύριος
Κιλικία και Καισάρεια της Καππαδοκίας (650)
Αυτοί [οι Ταϊγιάγιε] μπήκαν στην Κιλικία και πήραν αιχμαλώτους. Ήρθαν στα Ευχάιτα [πόλη στον ποταμό Άλυ στην Αρμενία] χωρίς να το αντιληφθεί ο πληθυσμός. Κατέλαβαν τις πύλες με αιφνιδιασμό και όταν έφτασε ο Μουαουίγια διέταξε να σφαχτούν όλοι οι κάτοικοι. Τοποθέτησε φρουρούς, ώστε να μην ξεφύγει κανείς. Αφού συγκέντρωσαν όλο τον πλούτο της πόλης, άρχισαν να βασανίζουν τους ηγέτες, για να τους κάνουν να τους δείξουν πράγματα [θησαυρούς] που είχαν κρυφτεί. Οι Ταϊγιάγιε οδήγησαν τους πάντες στη σκλαβιά —άνδρες και γυναίκες, αγόρια και κορίτσια— και διέπραξαν μεγάλη ασέλγεια σε εκείνη την άτυχη πόλη. Διέπραξαν αισχρές ανηθικότητες μέσα στις εκκλησίες. Επέστρεψαν στη χώρα τους χαρούμενοι. [2: 431]
Ο Μουαουίγια, ο στρατηγός των Ταϊγιάγιε, χώρισε τα στρατεύματά του σε δύο στρατόπεδα. Επικεφαλής του ενός έβαλε τον Χαμπίμπ,9 μοχθηρό Σύριο, τον οποίο έστειλε στην Αρμενία τον μήνα Τέσριν <Οκτώβριο>.10 Όταν έφτασαν αυτά τα στρατεύματα, βρήκαν τη γη γεμάτη χιόνι. Χρησιμοποιώντας τέχνασμα, έφεραν βόδια τα οποία οδηγούσαν μπροστά τους για να ανοίγουν τον δρόμο. Με αυτόν τον τρόπο προχωρούσαν χωρίς να τους εμποδίζει το χιόνι. Οι Αρμένιοι, που δεν το είχαν προβλέψει, δέχθηκαν επίθεση όταν δεν το περίμεναν. Οι Ταϊγιάγιε ξεκίνησαν καταστροφές και λεηλασίες. Πήραν αιχμάλωτο τον πληθυσμό, έβαλαν φωτιά στα χωριά και επέστρεψαν στη χώρα τους χαρούμενοι.
Ο άλλος στρατός, που παρέμενε με τον Μουαουίγια, προχώρησε στην περιοχή της Καισάρειας της Καππαδοκίας. Περνώντας από την Καλλισούρα, εύρισκαν τα χωριά γεμάτα ανθρώπους και ζώα και τους συλλάμβαναν. Αφού μάζεψε λάφυρα από ολόκληρη τη χώρα, ο Μουαουίγια επιτέθηκε στην πόλη. Πολεμούσε εναντίον της για δέκα ημέρες. Στη συνέχεια κατέστρεψαν εντελώς ολόκληρη την επαρχία, άφησαν την πόλη εγκαταλειμμένη και αποχώρησαν. Λίγες μέρες αργότερα επέστρεψαν στην Καισάρεια για δεύτερη φορά. Πολεμούσαν εναντίον της για πολλές ημέρες. Οι κάτοικοι της Καισαρείας, βλέποντας ότι είχε πέσει πάνω τους μεγάλη οργή και ότι δεν είχαν απελευθερωτή, συμφώνησαν τότε να διαπραγματευτούν για τη ζωή τους. Βγήκαν οι ηγέτες και συμφώνησαν να πληρώνουν φόρο υποτέλειας. Όταν οι γιοι της Άγαρ [Άραβες] μπήκαν στην πόλη και είδαν την ομορφιά των κτιρίων, των εκκλησιών και των μοναστηριών και τη μεγάλη χλιδή της, μετάνιωσαν για τις υποσχέσεις που τους είχαν δώσει. Αλλά καθώς δεν μπορούσαν να αναιρέσουν τις υποσχέσεις τους, πήραν ό,τι ήθελαν και έφυγαν στην περιοχή του Αμορίου. Όταν είδαν τα θέλγητρα της περιοχής, που ήταν σαν παράδεισος, δεν προκάλεσαν καμία ζημιά, αλλά στράφηκαν προς την πόλη. Αφού την περικύκλωσαν, συνειδητοποιώντας ότι ήταν απόρθητη, πρότειναν στους κατοίκους της να διαπραγματευτούν μαζί τους και να τους ανοίξουν την πόλη. Καθώς εκείνοι δεν συμφωνούσαν, ο Μουαουίγια έστειλε τα στρατεύματά του να ρημάξουν την ύπαιθρο: λεηλάτησαν χρυσό, ασήμι, πλούτη, πολλά σαν τη σκόνη, και επέστρεψαν στη χώρα τους. [2: 441]
Μιχαήλ Σύριος
Αρμενία (περ. 705).
Η εξόντωση των Αρμενίων ευγενών
Την εποχή της κυριαρχίας των [Αράβων] <Τατζίκων> μετά τον θάνατο του πρώτου [Προφήτη] Μωάμεθ <Μαχμέτ>, το έτος 85 της εποχής τους και κατά τη βασιλεία του Αμπντ αλ Μαλίκ, γιου του Μαρουάν, άναψαν φωτιά εναντίον μας, εμπνεόμενοι από τον Σατανά που τους εισέπνευσε πνεύμα οργής. Αφού συγκεντρώθηκαν με δηλητηριώδη και θανατηφόρα κακία, εκπόνησαν ένα αποτρόπαιο σχέδιο, το οποίο πρόσθετε στα δεινά που μας είχαν ήδη κάνει να υποφέρουμε.11 Γιατί εξόντωσαν και έσφαξαν εντελώς τα στρατεύματά μας και τους στρατηγούς τους, τους ηγέτες μας, τους ηγεμόνες μας, τους ευγενείς και εκείνους που ήσαν από τη σατραπική φυλή.

Εκκλησία του Τιμίου Σταυρού, Αγταμάρ (915-921). Λίμνη Βαν, Τουρκία
Φωτογραφία: Αρμενικό Μουσείο, Ιερουσαλήμ
Έσπευσαν να στείλουν μηνύματα σε διαφορετικά μέρη, με ψευδείς ειδήσεις, με σκοπό —με ύπουλα λόγια και ψευδείς υποσχέσεις— να πείσουν όλους τους Αρμένιους ηγέτες να συγκεντρωθούν σε ένα μέρος. Τους μοίρασαν πολλά δώρα για λογαριασμό του χαλίφη, τους έδωσαν άφθονα νταεκάν (χρυσά νομίσματα) και τους επέστρεψαν τους φόρους του έτους. Χρησιμοποιούσαν τεχνάσματα για να αφαιρέσουν τα όπλα τους, σαν να ήθελαν οι ίδιοι να τεθούν υπό την προστασία των σπαθιών τους. «Εσείς», τους έλεγαν, «δεν είστε σαν εμάς, σταθεροί στους όρκους σας». Στη συνέχεια, αφού τους συγκέντρωσαν όλους μαζί, τους τοποθέτησαν υπό καλή φρούρηση σε δύο διαφορετικά μέρη, μερικούς στο Ναχιτζεβάν, τους υπόλοιπους στην πόλη-αγορά του Χραμ.12 Ο αρχηγός αυτών των απατεώνων, ονόματι Κασίμ,13 φίλος του Μαχμέτ,14 ήταν κυβερνήτης της Αρμενίας με εντολή του Αμπντ αλ-Μαλίκ.
Αφού συγκέντρωσαν τους Αρμένιους σατράπες με αυτόν τον τρόπο, είπαν: «Κανείς να μην πατήσει το πόδι του έξω από αυτή τη μεγάλη συνέλευση». Στη συνέχεια, αφού απομάκρυναν κρυφά τα όπλα τους, έβαλαν φρουρές και, τρέχοντας προς τις πύλες, τις έκλεισαν με συντρίμμια. Στο μεταξύ οι Αρμένιοι έψελναν τον ύμνο των Αγίων Παιδιών στην κάμινο, και εκείνον των αγγέλων υμνώντας τον βασιλιά των ουρανίων πνευμάτων με τους ποιμένες. Έχοντας ανοίξει τρύπα στην οροφή, οι Άραβες της έβαλαν φωτιά και συσσώρευσαν μεγαλύτερες ποσότητες καύσιμου υλικού, από όσες υπήρχε ποτέ στην κάμινο της Βαβυλώνας. Οδηγούμενοι από τον φόβο του τυραννικού κυρίαρχού τους και από πλήθος δαιμόνων που είχαν εισέλθει στα σώματά τους, ήσαν γεμάτοι οργή και κύκλωσαν το κτίριο αστράφτοντας τα ξίφη τους. Πατέρες ένιωθαν τα σπλάχνα τους να καίγονται από πατρική αγάπη, ενώ βροχή φωτιάς έπεφτε από το ταβάνι, κολλώντας στα ρούχα των παιδιών τους και βάζοντάς τους φωτιά, ενώ εκείνοι έσκιζαν τα κουρέλια από πάνω τους. Αντιμέτωποι με τον οδυνηρό θάνατο εκείνων στους οποίους είχαν δώσει ζωή, αγνοούσαν τους κινδύνους για τον εαυτό τους. Όλοι πέθαιναν τυλιγμένοι στις φλόγες. […]
Οι δήμιοι ήσαν πια ασφαλείς από τους φόβους τους, εκείνοι που, τόσες φορές και παρά τον μεγάλο αριθμό τους, είχαν νικηθεί από μια χούφτα γενναίων και ευγενών Αρμενίων ηγετών. Κι αυτό δεν ήταν το μόνο. Τα κεφάλια των πιο διακεκριμένων πολεμιστών μας κόπηκαν και κρεμάστηκαν σε μπαστούνια. Εκείνη ήταν η τελευταία πράξη αυτής της τραγωδίας.
Αργότερα οι άπιστοι, αυτοί οι απατεώνες, απλώθηκαν προς κάθε κατεύθυνση και έψαχναν τα σπίτια όσων βασάνισαν. Έπαιρναν μαζί τους ό,τι θησαυρούς υπήρχαν στη χώρα. Κατέλαβαν επίσης τα σπίτια των ιπποτών και τις οικογένειές τους. Ύστερα από αυτό οδήγησαν τους αιχμαλώτους τους στο Ναχιτζεβάν.
Έπαιρναν εκείνους που έπεφταν κάτω εξαιτίας των αναφορών αυτών των ωμοτήτων και έκλαιγαν για τη μοίρα της πατρίδας μας, για να τους δείξουν τους άθλιους ανθρώπους που ήσαν σταυρωμένοι. Ήθελαν με αυτόν τον τρόπο όχι μόνο να σπείρουν τρόμο στην ψυχή του λαού μας, αλλά να δείξουν και τη δική τους γενναιότητα στα μάτια του κόσμου.
Αυτό το άνομο μυστήριο πραγματοποιήθηκε κατά το 16ο έτος της αρχής του Αμπντ αλ-Μαλίκ, ο οποίος ερήμωνε την Αρμενία και τη συνέτριβε με δεινά μέχρι την ημέρα του θανάτου του.15 Τέσσερις φορές ανανεώθηκαν με εντολή του αυτές οι καταστροφές. Μετά τον θάνατό του, και τον πρώτο χρόνο της αρχής του Ουαλίντ […] την εποχή της γιορτής του Πάσχα, μετέφεραν αυτό το πλήθος αιχμαλώτων στην πρωτεύουσα του Ντβίν. Κατά τη διάρκεια της ζέστης του καλοκαιριού, τους κρατούσαν στη φυλακή. Και, πιστεύω, περισσότεροι από αυτούς πέθαναν παρά επέζησαν. Όταν ήρθε το φθινόπωρο, τους έβγαλαν από εκεί και, αφού τους σημάδεψαν στον λαιμό, τους έστειλαν στην Ασσυρία, αφού μέτρησαν και κατέγραψαν καθέναν από αυτούς. Στη Δαμασκό, οι ευγενείς κρατήθηκαν στην αυλή, τα παιδιά τους στάλθηκαν να ασκήσουν ένα επάγγελμα και οι υπόλοιποι μοιράστηκαν σε διαφορετικά αφεντικά. Όσο για εκείνους που υπέκυψαν στον δρόμο, δεν ξέρω αν τους έθαψαν ή αν παρέμεναν ξαπλωμένοι εκεί που έπεσαν. [σελ. 238-40].
Ελεγεία για τις συμφορές της Αρμενίας (703)
και το μαρτύριο του Αγίου Βαχάν του Γκόγκτεν (736)
Dulaurier
Τα ίδια γεγονότα όπως περιγράφονται από μουσουλμάνο χρονικογράφο
Κατά την εξέγερση του Ιμπν αλ-Ζουμπάιρ16 η Αρμενία ξεσηκώθηκε και οι ευγενείς της με τους οπαδούς τους αποτίναξαν την υποταγή τους. Όταν ο Μουχάμαντ ιμπν-Μαρουάν κατείχε υπό τον αδελφό του Αμπντ αλ-Μαλίκ τη διοίκηση της Αρμενίας, ηγήθηκε του αγώνα εναντίον τους και κέρδισε τη νίκη, σφάζοντας και παίρνοντας ομήρους. Έτσι, υπέταξε τη γη. Υποσχέθηκε σε όσους επέζησαν επιδόματα υψηλότερα από τη συνήθη αμοιβή των στρατιωτών. Για τον σκοπό αυτόν συγκεντρώθηκαν σε εκκλησίες στην επαρχία Χιλάτ [Χλιάτ], όπου τους κλείδωσε μέσα και έβαλε φρουρούς στην πόρτα, ενώ στη συνέχεια τους τρομοκράτησε. Σε αυτήν την εκστρατεία η Ουμ [η μητέρα του] Γιαζίντ ιμπν-Ουσάιντ συνελήφθη αιχμάλωτη από τον ας-Σισατζάν. Ήταν κόρη του πατρικίου του ας-Σισατζάν. [σελ. 322]
αλ-Μπαλαντούρι
Καππαδοκία
Υπό τους χαλίφες Σουλεϊμάν και Ομάρ Β’ (715-720)
Το έτος 1028 <716-17>, ο Μασλάμα μπήκε στη Ρωμαϊκή [Βυζαντινή] Αυτοκρατορία.17 Αμέτρητα αραβικά στρατεύματα συγκεντρώθηκαν και άρχισαν επιδρομές στο έδαφος των Ρωμαίων. Όλοι [εκείνοι] από τα εδάφη της Ασίας και της Καππαδοκίας τρέπονταν σε φυγή μπροστά τους, καθώς και [εκείνοι από] ολόκληρη την παράκτια περιοχή. Προχώρησαν προς το όρος Μαύρος18 και τον Λίβανο, μέχρι τη Μελιτηνή, και στον ποταμό Αρζάνιο19 και μέχρι το εσωτερικό της Αρμενίας. Όλη αυτή η περιοχή ήταν αξιοσημείωτη για την πυκνότητα του πληθυσμού της και την αφθονία των αμπελώνων της, των σιτηρών της και των υπέροχων δένδρων της κάθε είδους. Τότε ερημώθηκε και αυτά τα εδάφη δεν κατοικούνται πλέον. [σελ. 12]
Το έτος 1032 <720-21>, που ήταν το πρώτο έτος του Ομάρ,20 βασιλιά των Αράβων, και το τέταρτο του Λέοντα [Γ’ Ισαύρου, 717-41], αυτοκράτορα των Ρωμαίων, ο Μασλάμα εγκατέλειψε το έδαφός τους, αφού λεηλάτησε και ερήμωσε όλη εκείνη την περιοχή, την οποία μεταμόρφωσε σε άνυδρη έρημο. [σελ. 14]
[Ψευδο] Διονύσιος του Τελ-Μάχρε
Ισπανία και Γαλλία (793-860)
Το 177 <17 Απριλίου 793> ο Χισάμ, ηγεμόνας της Ισπανίας, έστειλε μεγάλο στρατό με διοικητή τον Αμπντ αλ Μαλίκ μπιν Αμπντ αλ-Ουαχίντ μπιν Μουγκίθ σε εχθρικό έδαφος και έκανε εισβολές μέχρι τη Ναρμπόν και τη Τζαράντα <Τζιρόνα>. Αυτός ο στρατηγός επιτέθηκε πρώτα στη Τζαράντα όπου υπήρχε επίλεκτη φρουρά Φράγκων. Σκότωσε τους πιο τολμηρούς, κατέστρεψε τα τείχη και τους πύργους της πόλης και σχεδόν κατάφερε να την καταλάβει. Στη συνέχεια προχώρησε στη Ναρμπόν, όπου επανέλαβε τις ίδιες ενέργειες και ύστερα, προωθούμενος, ποδοπάτησε τη γη της Κερδάγνης.21 Για αρκετούς μήνες διέσχιζε αυτή τη γη προς κάθε κατεύθυνση, βίαζε γυναίκες, σκότωνε πολεμιστές, κατέστρεφε φρούρια, έκαιγε και λεηλατούσε τα πάντα, απωθώντας τον εχθρό που τρεπόταν σε φυγή μέσα σε αταξία. Επέστρεψε σώος και αβλαβής, σέρνοντας πίσω του μόνο ο Θεός ξέρει πόση λεία. Αυτή είναι μια από τις πιο διάσημες εκστρατείες των μουσουλμάνων της Ισπανίας. [σελ. 144]
Το 210 <23 Απριλίου 825> ο Αμπντ αρ-Ραχμάν μπιν αλ-Χακάμ έστειλε ισχυρό στρατό ιππικού με διοικητή τον Ουμπάιντ Αλλάχ —γνωστό με το όνομα Ιμπν αλ-Μπαλανσί— σε επικράτεια των Φράγκων. Αυτός ο αξιωματικός ηγήθηκε επιδρομών (ράζζια) προς όλες τις κατευθύνσεις, ξεκίνησε δολοφονίες και λεηλασίες και πήρε αιχμαλώτους. Την 1η του μηνός Ρέμπι <Ιούνιος-Ιούλιος 825> μια συνάντηση που υπήρξε εναντίον στρατευμάτων των απίστων κατέληξε στη συντριβή των τελευταίων, οι οποίοι έχασαν πολλούς ανθρώπους. Οι άνδρες μας κέρδισαν εκεί σημαντική νίκη. [σελ. 200]
Το 223 <2 Δεκεμβρίου 837> ο Αμπντ αρ-Ραχμάν μπιν αλ-Χακάμ, κυρίαρχος της Ισπανίας, έστειλε στρατό εναντίον της Αλάβα. Στρατοπέδευσε κοντά στο Χισν αλ-Γαράτ, το οποίο πολιόρκησε. Άρπαξε τη λεία που βρέθηκε εκεί, σκότωσε τους κατοίκους και αποχώρησε, σέρνοντας μαζί του αιχμαλώτους γυναίκες και παιδιά. [σελ. 211]
Το 231 <6 Σεπτεμβρίου 845> μουσουλμανικός στρατός προχώρησε στη Γαλικία στο έδαφος των απίστων, όπου λεηλατούσε και έσφαζε όλους. Προχώρησε μέχρι την πόλη της Λεόν, την οποία πολιορκούσε με καταπέλτες. Οι τρομοκρατημένοι κάτοικοι τράπηκαν σε φυγή, εγκαταλείποντας την πόλη και όσα περιείχε κι έτσι οι μουσουλμάνοι τη λεηλάτησαν όπως ήθελαν και στη συνέχεια μετέτρεψαν σε ερείπια ό,τι είχε απομείνει. Αλλά αποσύρθηκαν χωρίς να μπορέσουν να καταστρέψουν τα τείχη, επειδή είχαν πλάτος δεκαεπτά πήχεις και δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτε περισσότερο από το να ανοίξουν πολλά ρήγματα σε αυτά. [σελ. 222]
Το 246 <27 Μαρτίου 860> ο Μουχάμαντ μπιν Αμπντ αρ-Ραχμάν προχώρησε με πολλά στρατεύματα και μεγάλο στρατιωτικό εξοπλισμό εναντίον της περιοχής της Παμπλόνα. Υπέταξε, κατέστρεψε και ρήμαξε αυτήν την περιοχή, όπου λεηλάτησε και έσπειρε τον θάνατο. [σελ. 236]
Ιμπν αλ-Αθίρ, Χρονικά
Ανατολία
Η κατάληψη του Αμορίου (838)
Χιλιάδες άνδρες και από τις δύο πλευρές πέθαναν κατά τη διάρκεια των τριών ημερών μάχης. Τότε έδειξαν στον βασιλιά22 μια σχισμή στον τοίχο. Συγκέντρωσαν όλους τους βαλλιστές και όλους τους πολιορκητικούς κριούς εναντίον αυτού του μέρους. Αφού επιτέθηκαν σε αυτό το μέρος για δύο ημέρες, έκαναν ξαφνικά ένα ρήγμα στα τείχη, και μια έκρηξη θρήνου ήρθε από μέσα και μια κραυγή <χαράς> από έξω. Οι πολλοί μαχητές που είχαν σκοτωθεί σωρεύονταν πάνω από αυτό το ρήγμα κι έτσι γέμισε με πτώματα και οι πολιορκητές δεν μπορούσαν να εισέλθουν. Ο Αμπού Ισάκ θύμωσε. Συγκεντρώνοντας τους Μαυριτανούς και Τούρκους δούλους του, τους τοποθέτησε μπροστά και τα στρατεύματά του πίσω τους: όποιος έστρεφε την πλάτη του, σκοτωνόταν.
Τότε οι Ρωμαίοι [Βυζαντινοί] ζήτησαν να έρθουν να τον δουν και εκείνος δέχτηκε. Ο επίσκοπος και τρεις πρόκριτοι βγήκαν μπροστά. Τον ρώτησαν αν μπορούσαν να εκκενώσουν την πόλη και να φύγουν. Ο βασιλιάς, με την υπερηφάνειά του, σκλήρυνε την καρδιά του και δεν συμφώνησε. Όταν επέστρεψαν, ένας από αυτούς, που ονομαζόταν Μποντίν, ξαναπήγε στον βασιλιά και του υποσχέθηκε ότι θα του προδώσει την πόλη με ένα τέχνασμα. Ο βασιλιάς δέχτηκε με ευχαρίστηση και του έδωσε δέκα χιλιάδες δαρεικούς. Ο προδότης τους έδωσε αυτό το σήμα: «Όταν με δείτε να στέκομαι στο τείχος υψώνοντας το χέρι μου και βγάζοντας το καπέλο μου από το κεφάλι μου, θα ξέρετε ότι έχω στείλει τους μαχητές μακριά από το ρήγμα. Πλησιάστε και μπείτε». Ο επίσκοπος, βλέποντας τον Μποντίν να επιστρέφει στον βασιλιά, κατάλαβε ότι σκόπευε να προδώσει την πόλη.
Όταν οι κάτοικοι συνειδητοποίησαν ότι ο Μποντίν άφηνε τους Ταϊγιάγιε να μπαίνουν στην πόλη, τράπηκαν σε φυγή, άλλοι στην εκκλησία φωνάζοντας Κύριε ἐλέησον, άλλοι σε σπίτια, άλλοι σε στέρνες, κι ακόμη άλλοι σε χαντάκια. Οι γυναίκες σκέπαζαν τα παιδιά τους, σαν κοτόπουλα, για να μην τα χωρίσει από αυτά ούτε το σπαθί ούτε η υποδούλωση. Το σπαθί των Ταϊγιάγιε άρχισε τη σφαγή και τους ανέβαζε σε σωρούς. Όταν το σπαθί τους μέθυσε από αίμα, ήρθε η εντολή να μη σφάζουν άλλο, αλλά να συλλάβουν αιχμάλωτο τον πληθυσμό και να τον οδηγήσουν μακριά.
Στη συνέχεια λεηλάτησαν την πόλη. Όταν ο βασιλιάς μπήκε για να δει την πόλη, θαύμασε την όμορφη δομή των ναών και των παλατιών. Καθώς ήρθαν νέα που τον ανησύχησαν, έβαλε φωτιά στην πόλη και την έκαψε. Υπήρχαν τόσα πολλά γυναικεία μοναστήρια, που πάνω από χίλιες παρθένες οδηγήθηκαν σε αιχμαλωσία, χωρίς να υπολογίζονται εκείνες που είχαν σφαγεί. Δόθηκαν σε Μαυριτανούς και Τούρκους σκλάβους, για να καταπραΰνουν τον πόθο τους. Δόξα στις ακατανόητες κρίσεις <του Θεού!>. Έκαψαν όλους εκείνους που ήσαν κρυμμένοι σε σπίτια ή που είχαν ανέβει στις στοές της εκκλησίας.
Όταν τα λάφυρα από την πόλη συγκεντρώθηκαν σε ένα μέρος, ο βασιλιάς, βλέποντας ότι ο πληθυσμός ήταν πολύς, έδωσε εντολή να σκοτωθούν τέσσερις χιλιάδες άνδρες. Έδωσε επίσης την εντολή να αφαιρέσουν τα υφάσματα και τα χρυσά, ασημένια και χάλκινα αντικείμενα και τα λοιπά από τη σοδειά της λεηλασίας. Άρχισαν επίσης να παίρνουν μακριά τον πληθυσμό. Και υπήρχε κραυγή θρήνου από τις γυναίκες, τους άνδρες και τα παιδιά, όταν τα παιδιά χωρίζονταν και απομακρύνονταν από την αγκαλιά των γονιών τους. Φώναζαν και ούρλιαζαν. Όταν ο βασιλιάς άκουσε τις κραυγές των θρήνων τους και έμαθε την αιτία τους, θύμωσε που άρχισαν να απομακρύνουν τον πληθυσμό χωρίς την άδειά του. Στον θυμό του, ανέβηκε στο άλογό του και χτύπησε και σκότωσε με τα χέρια του τρεις άνδρες, τους οποίους συνάντησε να παίρνουν σκλάβους μακριά. Αμέσως συγκέντρωσε τον πληθυσμό στον τόπο όπου βρισκόταν. Με εντολή του, ένα μέρος δόθηκε στους αξιωματικούς του στρατεύματος και ένα μέρος στους Τούρκους, τους δούλους του βασιλιά. Και ένα μέρος πωλήθηκε σε εμπόρους. Μια οικογένεια πωλούνταν ως σύνολο και οι γονείς δεν χωρίζονταν από τα παιδιά. [3: 98-100]
Σε αυτήν την περίοδο [841] ο Θεόφιλος [829-42], αυτοκράτορας των Ρωμαίων, έστειλε δώρα στον Αμπού Ισάκ, βασιλιά των Ταϊγιάγιε και ζήτησε ανταλλαγή Ρωμαίων αιχμαλώτων με αντίστοιχους Ταϊγιάγιε. Ο Αμπού Ισάκ δέχτηκε τα δώρα, έστειλε πίσω ακόμη μεγαλύτερα και είπε: «Εμείς οι Άραβες δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε να συγκρίνουμε τους μουσουλμάνους με τους Ρωμαίους, γιατί ο Θεός τους εκτιμά περισσότερο από τους τελευταίους. Ωστόσο, αν μου επιστρέψετε τους Ταϊγιάγιε και δεν ζητήσετε τίποτε σε αντάλλαγμα, μπορούμε να επιστρέψουμε διπλάσιους και να σας ξεπεράσουμε σε όλα». Οι απεσταλμένοι επέστρεψαν με πενήντα καμήλες φορτωμένες ηγεμονικά δώρα. Και η ειρήνη μεταξύ των βασιλέων αποκαταστάθηκε. [3: 102]
Μιχαήλ Σύριος
Ανταλλαγή αιχμαλώτων (Σεπτέμβριος 845)
Και οι Ρομάγιε [Βυζαντινοί] έστειλαν πρέσβη στους Άραβες με θέμα την ειρήνη και την ανταλλαγή αιχμαλώτων. Και όταν ήρθε ο πρέσβης των Ρομάγιε, ο βασιλιάς Γουατέκ [Γουατίκ] τον δέχτηκε με χαρά και δεν είπε αλαζονικές λέξεις όπως ο πατέρας του, ο οποίος είπε: «Δεν παραδεχόμαστε ότι οι χριστιανοί έχουν την ίδια αξία με τους Άραβες όταν <ζυγίζονται> στη ζυγαριά για ανταλλαγή», αλλά αμέσως ήθελε να ανταλλάξει άνθρωπο για άνθρωπο. Τώρα ο πρέσβης των Ρομάγιε δεν ήταν στην αρχή ευχαριστημένος <με αυτήν την άποψη> και είπε: «Όλοι οι Άραβες αιχμάλωτοι που έχουμε είναι στρατιώτες, που τους έχουμε συλλάβει αιχμαλώτους κατά τη διάρκεια των πολέμων, ενώ όσον αφορά τους χριστιανούς αιχμαλώτους που είναι μαζί σας, ο μεγαλύτερος αριθμός από αυτούς είναι στρατιώτες που έχετε αιχμαλωτίσει στα χωριά, και ηλικιωμένοι άνδρες, και ηλικιωμένες γυναίκες, και πολύ μικρά αγόρια και κορίτσια. Πώς άραγε μπορούμε να δώσουμε ψυχή για ψυχή;» Και αφού διαφωνούσαν για αυτό επί ημέρες, τελικά ο πρέσβης συμφώνησε να ανταλλάξει έναν για ένα. Και επειδή ο αριθμός των Αράβων αιχμαλώτων ανερχόταν σε τέσσερις χιλιάδες τριακόσιες εξηνταδύο ψυχές ενώ ο αριθμός των χριστιανών ήταν μικρότερος, ο βασιλιάς Γουατέκ έστειλε και μάζεψαν από όλα τα όριά του σκλάβους, άνδρες και γυναίκες, που αγόρασε από τους ιδιοκτήτες τους. Και επειδή, ακόμη και με αυτόν τον τρόπο δεν συμπληρωνόταν ο <πλήρης> αριθμός, έδιωξε από το παλάτι του τις υπηρέτριες που είχε επιλέξει από τους Ρομάγιε και τις έστειλε με τους πρέσβεις του. Και οι Άραβες και οι Ρομάγιε συγκεντρώθηκαν μαζί στον ποταμό [Λάμος, κοντά στην πόλη] της Σιλαουκία [Σελεύκεια στην Κιλικία], που βρίσκεται στα σύνορα της Ταρσού, και έγινε η απελευθέρωση των αιχμαλώτων. [1: 140-41]
Μπαρ Εβραίος
Αρμενία
Υπό τον χαλίφη αλ-Μουταβακίλ (847-861)
Έχοντας προκληθεί από τις αρπαγές των φοροσυλλεκτών και τις θρησκευτικές διώξεις, οι Αρμένιοι ευγενείς επαναστάτησαν και έδιωξαν τους εμίρηδες του Ταρόν και του Βασπουράκαν. Για να τους υποτάξει, ο χαλίφης συγκέντρωσε τεράστιο στρατό υπό τις διαταγές του εμίρη Γιουσούφ.
Το επόμενο έτος [851] ο μονάρχης, με τους συμβούλους του και όλους τους μεγιστάνες της Βαβυλωνίας [Βαγδάτης], αποφάσισαν και κατέληξαν σταθερά να αφαιρέσουν από όλους τους Αρμένιους ηγεμόνες τις επικράτειές τους, προκειμένου, όπως έλεγαν, να οικειοποιηθούν την κληρονομιά τους για δικό τους λογαριασμό. Ήταν πρώτα απαραίτητο να αρπάξουν τον Άσοτ [Αρτζρούνι] και την οικογένειά του, τον Μπαγκαράτ [Μπαγκρατούνι] και την οικογένειά του. Πρόσθεταν: «Γιατί μόλις βγουν από τη μέση αυτοί οι τελευταίοι, κανένας δεν θα μπορεί να κρατήσει τη θέση του και να ξεσηκωθεί εναντίον μας». Ταυτόχρονα συγκέντρωνε στρατεύματα, σχημάτιζε τάγματα ιππέων, διατηρούσε στρατιώτες και λοχαγούς. Τους εμπιστεύτηκε σε κάποιον Γιουσούφ, γιο του Αμπού Σεθ, και του ανέθεσε τη διοίκηση της χώρας στη θέση του πατέρα του, ο οποίος είχε πεθάνει στον δρόμο στα εδάφη της Ασσυρίας, όταν βάδιζε προς την Αρμενία για να την τιμωρήσει σύμφωνα με το συμφωνημένο σχέδιο. «Αν πετύχεις», του είπε, «στην υλοποίηση των σχεδίων μας εναντίον της Αρμενίας και των ηγεμόνων της, αν τα πράγματα τελειώσουν με επιτυχία όπως θα ήθελα, και αν μου επιτρέψεις να δω τους ηγεμόνες της Αρμενίας στα σίδερα, ιδιαίτερα τον Άσοτ, ηγεμόνα του Βασπουράκαν, θα δώσω σε σένα και στον γιο σου αυτή τη γη ως κληρονομιά. Γρήγορα λοιπόν, πέτα στα ίχνη του, μην έχεις δισταγμό, αδυναμία, καθυστέρηση ή αργοπορία σε αυτό το θέμα, που είναι δικό σου».
Ο στρατηγός έφυγε αμέσως, αφοσιωμένος στους κακούς σκοπούς του σχεδίου του. Μπήκε στο καντόνι Αγμπάκ, επαρχία του Βασπουράκαν, μέσω Ατρπατάκαν, και στρατοπέδευσε στο Ανταμάκερτ,23 τόπο διαμονής των Αρτζρούνι. Από εκεί έστειλε τους αγγελιοφόρους του να λεηλατήσουν και να συγκεντρώσουν, με φρικιαστική σκληρότητα, τα λάφυρα των καταστροφών του. Κάλεσε τον ηγεμόνα [Άσοτ] με φιλικούς και ειρηνικούς όρους, με πρόσχημα τους βασιλικούς φόρους. Αλλά τον τελευταίο συμβούλευσε να μην παρουσιαστεί αυτοπροσώπως κάποιος από τον στρατό των Τατζίκων [Αράβων], ο οποίος του αποκάλυψε τις κακές προθέσεις που υπήρχαν εναντίον του. [σελ. 102-3]
Ο Άσοτ τρέπεται σε φυγή και στέλνει γράμμα στον Γιουσούφ
Επιπλέον, η μητέρα του Άσοτ, αδελφή του Σάχακ και του Μπαγκαράτ, ηγεμόνα της Ταρόν, έξυπνη γυναίκα τόσο στα λόγια όσο και στην πράξη, τόσο ευσεβής όσο και συνετή, πήγε στον Γιουσούφ με πολλά δώρα και τον παρακάλεσε να θεσπίσει ειρηνικές καλές σχέσεις με τους γιους της και με ολόκληρη την περιοχή του Βασπουράκαν. Τα δώρα της έγιναν δεκτά και το αίτημά της εκπληρώθηκε. Επιπλέον ο εμίρης απέκτησε για τον εαυτό του ένδοξους και σεβαστούς ομήρους. Όσο για τη μητέρα του Άσοτ, την άφησε να φύγει με μεγάλες τιμές και ο ίδιος διέσχισε ήσυχα το Βασπουράκαν, χωρίς να του προκαλέσει μεγάλη ζημιά, με τους ομήρους στην ακολουθία του. Διασχίζοντας την περιοχή του Μπζνούνικ, πήγε στο Χλιάτ, επειδή ήθελε να περιμένει ευνοϊκή ευκαιρία για να επιτεθεί στο λατομείο του με εξαπάτηση και δόλο.
Μόλις έφτασε στο Χλιάτ,24 ο εμίρης μπήκε και στρατοπέδευσε τα στρατεύματά του στο φρούριο της πόλης. Έστειλε αγγελιοφόρους στον Μπαγκαράτ και πρόσκληση να παρουσιαστεί χωρίς φόβο ή καθυστέρηση. Η χειρόγραφη επιστολή του ανέφερε ότι του ανέθετε τις υποθέσεις της Αρμενίας, ώστε να επιστρέψει ο ίδιος στην αυλή με πρόσχημα την προσέγγιση του χειμώνα και τη δριμύτητα των ανέμων από τον βορρά και των παγετών, στους οποίους δεν ήταν συνηθισμένος.
Ο Μπαγκαράτ, ο οποίος δεν είχε καμία υποψία για την απάτη του μονάρχη και των ανδρών του, με την εμπιστοσύνη που δίνει η ανεπιφύλακτη αφοσίωση, έκανε τις ρυθμίσεις και τις προετοιμασίες του σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Για να υπακούσει στην εντολή του μονάρχη, ακολούθησε τους αγγελιοφόρους, χωρίς να υποψιάζεται ούτε παγίδα ούτε δόλο. Σε αυτό έκανε λάθος. Ήταν εφοδιασμένος με τις Άγιες Διαθήκες, τις θείες γραφές και πήρε μαζί του σειρά από υπηρέτες και διάφορα μέλη του κλήρου. Ο εμίρης συνέλαβε αυτόν και όλους τους Μπαγκρατίντ συγγενείς του, τους αλυσόδεσε και, αφού τους έστειλε στη Σαμάρα [κοντά στη Βαγδάτη], πήγε ο ίδιος να ξεχειμωνιάσει στη Μους, πόλη στην Ταρόν, παίρνοντας στη ακολουθία του τους ομήρους, είτε μεγιστάνες του οίκου των Αρτζρούνι ή προκρίτους και τους εξαρτώμενους από αυτούς. Όσο για τους κατοίκους, τους πήρε αιχμάλωτους για να τους πουλήσει στην Ασσυρία και σε όλα τα μέρη όπου κυβερνούσαν οι Τατζίκοι. Οι μισοί από αυτούς προορίζονταν για υπηρεσία στις πόλεις ως νεροκουβαλητές, ξυλοκόποι, υποβαλλόμενοι στην πιο σκληρή εργασία κατά τη διάρκεια του άγριου χειμώνα. Όσοι απέδρασαν, τράπηκαν σε φυγή προς όλες τις κατευθύνσεις, με την πατρίδα τους να έχει καταστραφεί εντελώς, εκτός από τα υψώματα και τα φρούρια του Χούθ, που καταλάμβαναν ορεσίβιοι. [σελ. 104]
Για να εκδικηθούν για τον ηγεμόνα τους, οι ορεσίβιοι δολοφόνησαν τον Γιουσούφ (852). Ο χαλίφης συγκέντρωσε στρατό διακόσιων χιλιάδων ανδρών από όλες τις επαρχίες της αυτοκρατορίας και τον έθεσε υπό τις διαταγές του Τούρκου Μπουγά.
Τότε ο Μπουγά, αφού χώρισε τα στρατεύματά του σε δύο σώματα και διέσχισε τη γη του Απαχούνικ, ήρθε και μπήκε στην πόλη του Χλιάτ.25 Έδωσε εντολή να μπουν στο Βασπουράκαν, να πλημμυρίσουν την περιοχή, να πάρουν από εκεί αιχμαλώτους και λάφυρα, να αδειάσουν τα πυκνοκατοικημένα χωριά και τις πόλεις-αγορές, να σύρουν μακριά όλους τους υπόλοιπους [ως] αιχμαλώτους, γυναίκες και παιδιά, και να φορτώσουν τον Άσοτ με σίδερα και να τον φέρουν στον μονάρχη, ώστε να τιμωρηθεί για τις προηγούμενες πράξεις του και για την εξέγερσή του εναντίον των Τατζίκων. Αφού εμπιστεύτηκε ένα μέρος των στρατευμάτων του σε διοικητή που ονομαζόταν Τζιράκ, του έδωσε εντολή να κινηθεί προς το Ρεστούνικ,26 ενώ ο ίδιος μπήκε στα σύνορα του Απαχούνικ με το ισχυρότερο σώμα, όπως οι κυνηγοί λιονταριών ή άλλων τέτοιων ειδών που περικυκλώνουν ρηχή τάφρο, για να αρπάξει στα νύχια του τον ισχυρό Άσοτ, ηγεμόνα των τολμηρών —προσέχοντας ακόμη να μην ξεγλιστρίσει από τα χέρια τους και τους προκαλέσει φοβερή καταστροφή με νυχτερινές επιθέσεις. Στο μεταξύ, καθώς το φρούριο του Χοχτς27 ήταν τεράστιο, ο Τζιράκ προχώρησε πολύ γρήγορα στην περιοχή του Ρεστούνικ και έριξε τους στρατιώτες του στην κοιλάδα του Αρχοβάνκ, στα όρια του Μογκ, όπου ήταν συγκεντρωμένος ο πληθυσμός του Ρεστούνικ, ο οποίος έπεσε στα δόντια των ανελέητων σκύλων που έσκιζαν τους ανθρώπους τρεφόμενοι με τα πτώματά τους. Τους έσφαξε με το σπαθί και πλημμύρισε τη γη με το αίμα τους. Ένα μέρος οδηγήθηκε στη δουλεία. Οι κατοικίες, οι πόλεις και τα χωράφια πυρπολήθηκαν, ερημώθηκαν από ανθρώπους και ζώα. Αφού πήραν την πόλη του [Ράμι] Νοραγκιούγ, στην περιοχή του Ρεστούνικ, οδήγησαν τους ανθρώπους στην αγορά, έβαλαν σχοινιά στον λαιμό τους και τους πέρασαν από το σπαθί. [σελ. 110]

Εκκλησία του Αγίου Γρηγορίου, Ανί (περί το έτος 1000). Αραράτ, Τουρκία
Φωτογραφία: Αρμενικό Μουσείο, Ιερουσαλήμ
Ο Μπουγά κατάφερε να υποτάξει την αραβική Αρμενία με γενική σφαγή. Οι Αρμένιοι ηγέτες, αφού πρόδωσαν ο ένας τον άλλον, εκτελέστηκαν ή στάλθηκαν με τις οικογένειές τους στον χαλίφη, που τους ανάγκασε να αποκηρύξουν την πίστη τους.
Από τότε όλοι οι Αρμένιοι μεγιστάνες άρχισαν να χωρίζονται, να σχηματίζουν διαφορετικές φατρίες και να βρίσκουν καταφύγιο στα οχυρά και τα φρούρια του Βασπουράκαν, καθένας όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Τα στρατεύματα διαλύθηκαν, διασκορπίστηκαν στη γη, προκειμένου να εκπληρωθεί ο λόγος [του Θεού]. […]
Ο στρατηγός [Μπουγά] λοιπόν, ἐβλεπε ότι τα είχε πετύχει όλα, όπως ήθελε. Ότι, σύμφωνα με τις προθέσεις του ασεβούς βασιλιά, τα πονηρά σχέδια που είχαν οραματιστεί για την ηγεμονία του Βασπουράκαν είχαν ευνοϊκό αποτέλεσμα. Καθώς όλοι οι γενναίοι άνδρες είχαν εξαλειφθεί, δεν υπήρχε πια κανένας που να μπορούσε να σηκωθεί σταθερά και να του αντισταθεί. Οι ομάδες των Τατζίκων και οι φάρες τους, που είχαν ακολουθήσει, άρχιζαν να διασκορπίζονται και να απλώνονται στην επιφάνεια της γης με ασυγκράτητη τόλμη. Ξεκίνησαν να μοιράζουν τα εδάφη, να τα βάζουν σε κλήρο μεταξύ τους, να μετρούν όρια με σχοινιά, και να εγκαθίστανται ειρηνικά στα οχυρά, καθώς ήσαν πια απόλυτα καθησυχασμένοι για τις πλευρές από τις οποίες προέρχονταν οι ανησυχίες τους. Ήταν οδυνηρή ταλαιπωρία για τη χώρα, τέτοια που δεν είχε ξαναδεί κανείς, ούτε πρόκειται να ξαναδεί. Χωριά, χωράφια και πόλεις-αγορές μετατράπηκαν σε ερήμους, έχασαν τη γοητεία και την ελκυστικότητά τους. Ομοίως τα διάφορα φυτά και δένδρα που κάλυπταν τη γη, έχασαν την τάξη και την ευθυγράμμισή τους. Αυτό είναι το κακό, την εισβολή του οποίου θρηνούσε ο Προφήτης Ιωήλ [Ιωήλ 2: 25]. Φαίνεται ότι η ακρίδα, μεγάλη και μικρή, η κάμπια και το σκουλήκι έχουν πέσει πάνω μας εντελώς, ότι έχουν αναπηδήσει πάνω στα οπωροφόρα δέντρα, φορτωμένα με βλαβερά φυτά. Συνέβη έτσι, ώστε τα έργα και τα υπάρχοντα του ανθρώπου να χαθούν και να αφανιστούν, όπως ακριβώς λέει το βιβλίο του οράματος του Προφήτη Ιωήλ.
Ύστερα, έχοντας δώσει την εντολή να πουλήσουν τους αιχμαλώτους σε όποιον ήθελε ο καθένας, ο Μπουγά πήγε στην πόλη Ντβίν, όπου είχαν ετοιμαστεί τα χειμερινά του καταλύματα, περιμένοντας τις ημέρες της άνοιξης. Ήταν βαριά φορτωμένος με αιχμαλώτους και η γη μας ερήμωσε από το πέρασμά του και την αναχώρησή του. [σελ. 127-28]
Όταν μπήκε [ο Μπουγά] στην πόλη με αμέτρητη ποσότητα αιχμαλώτων και ομήρων, έβαλε να τους πουλήσουν ως σκλάβους σε ξένες φυλές, προκειμένου να τους μετακινήσει μακριά από τα σπίτια των πατέρων τους και τις κληρονομιές τους. [σελ. 138]
Θωμάς Αρτζρούνι
Σικελία και Ιταλία (835-851 και 884)
Μια άλλη επιδρομή, που κατευθύνθηκε στην Αίτνα και τα γειτονικά φρούρια, είχε ως αποτέλεσμα την πυρπόληση της σοδειάς, τη σφαγή πολλών ανθρώπων και τη λεηλασία. Οργανώθηκε κι άλλη επιδρομή ξανά προς την ίδια κατεύθυνση από τον Αμπού αλ-Αγλάμπ το 221 <25 Δεκεμβρίου 835>. Η λεία που έφεραν πίσω ήταν τόσο πολλή, που οι σκλάβοι πωλούνταν σχεδόν για τίποτε. Όσο για εκείνους που έλαβαν μέρος σε αυτήν την αποστολή, επέστρεψαν σώοι και αβλαβείς. Την ίδια χρονιά στάλθηκε στόλος εναντίον των <γειτονικών> νησιών. Αφού πήραν πλούσια λάφυρα και κατέκτησαν αρκετές πόλεις και φρούρια εκεί, επέστρεψαν σώοι και αβλαβείς. [σελ. 192-93]
Το 234 <5 Αυγούστου 848> οι κάτοικοι της Ραγούσας έκαναν ειρήνη με τους μουσουλμάνους, με αντάλλαγμα την παράδοση της πόλης και όσων περιείχε. Οι κατακτητές την κατέστρεψαν, αφού αφαίρεσαν όλα όσα μπορούσαν να μεταφερθούν.
Το 235 <25 Ιουλίου 849> ένας στρατός μουσουλμάνων προχώρησε εναντίον του Καστροτζιοβάννι και επέστρεψε σώος και αβλαβής, αφού υπέβαλε την πόλη σε λεηλασίες, φόνους και πυρκαγιές.
Ο μήνας Ρετζέμπ του έτους 236 <Ιανουάριος 851> είδε τον θάνατο του μουσουλμάνου εμίρη της Σικελίας Μουχάμαντ μπιν Αμπντ Αλλάχ μπιν αλ-Αγλάμπ, ο οποίος είχε την εξουσία για δεκαεννέα χρόνια. Κατοικούσε στο Παλέρμο, από το οποίο δεν έφευγε. Του αρκούσε να στέλνει στρατεύματα και φάλαγγες από εκεί, που χρησίμευαν ως δικά του όργανα κατάκτησης και λεηλασίας. [σελ. 217-18]
Επίσης το 271 [884;] ισχυρή μουσουλμανική φάλαγγα κατευθύνθηκε εναντίον της Ραμέτα. Προκάλεσε μεγάλες καταστροφές και επέστρεψε με πολλά λάφυρα και πολλούς αιχμαλώτους. Καθώς τύχαινε να είχε πεθάνει εκείνη την εποχή ο εμίρης της Σικελίας αλ-Χουσεΐν μπιν Άχμαντ, αντικαταστάθηκε από τον Σαουάντα μπιν Μουχάμαντ μπιν Χαφάτζα Τεμίμι. Όταν έφτασε ο τελευταίος στο νησί, ηγήθηκε ισχυρού στρατού εναντίον της Κατάνια και κατέστρεψε όλα όσα βρίσκονταν <στην περιοχή>. Στη συνέχεια προχώρησε σε πόλεμο εναντίον των κατοίκων της Ταορμίνα και λεηλάτησε τις σοδειές της γης. Συνέχιζε την προέλασή του, όταν ήρθε ένας αγγελιοφόρος από τον χριστιανό πατρίκιο να παρακαλέσει για ανακωχή και ανταλλαγή αιχμαλώτων. Ο Σαουάντα χορήγησε εκεχειρία τριών μηνών και εξαγόρασε τριακόσιους μουσουλμάνους αιχμαλώτους, ύστερα από το οποίο επέστρεψε στο Παλέρμο. [σελ. 261]
Ιμπν αλ-Αθίρ, Χρονικά
Μεσοποταμία
Αιτίες των εισβολών από τους Τούρκους (11ος αιώνας)
Καθώς οι Άραβες, δηλαδή οι Ταϊγιάγιε, εξασθενούσαν και καθώς οι Έλληνες [Βυζαντινοί] καταλάμβαναν πολλές περιοχές, οι Ταϊγιάγιε χρειάστηκε να καλέσουν τους Τούρκους να τους βοηθήσουν. Πορεύονταν με τους Άραβες ως υπήκοοι και όχι ως αφέντες. Ωστόσο, καθώς ενεργούσαν γενναία και κέρδιζαν νίκες όπου κι αν πήγαιναν, συνήθισαν σταδιακά να θριαμβεύουν. Φόρτωναν τα πλούτη της περιοχής και τα μετέφεραν στη χώρα τους, και τα έδειχναν σε άλλους, παρακινώντας τους να φύγουν μαζί τους και να πάνε να ζήσουν σε μια εξαιρετική περιοχή, γεμάτη με τέτοια αγαθά. [3: 154]
Λεηλασία της Μελιτηνής (Μαλάτειας) (1057)
Την ίδια περίοδο άρχισε η κυριαρχία των Τούρκων σε ορισμένες περιοχές της Περσίας. Πράγματι, ένας σουλτάνος που ονομαζόταν Τουγρίλ Μπεγκ28 κατέλαβε τον θρόνο του βασιλείου στο Χορασάν, το έτος 430 της Αραβικής Αυτοκρατορίας. Έστειλε στρατεύματα που έφτασαν στις περιοχές των Αρμενίων, οι οποίοι βρίσκονταν υπό την κυριαρχία των Ρωμαίων [Βυζαντινών]. Ξεκίνησαν συλλαμβάνοντας αιχμαλώτους, λεηλατώντας και καίγοντας με βάρβαρο τρόπο. Σε αρκετές περιπτώσεις έπαιρναν αιχμαλώτους και τους οδηγούσαν μακριά, χωρίς να βγαίνει κανείς να τους συναντήσει.29
Έφτασαν στο φρούριο της Μελιτηνής, τρεις χιλιάδες σε αριθμό, τον χειμώνα του έτους 1369 [1057]. Και καθώς δεν είχε τείχος, επειδή ο Κυριάκος30 το είχε καταστρέψει όταν το είχε καταλάβει από τους Ταϊγιάγιε, οι κάτοικοι άρχισαν να φεύγουν προς το βουνό, όπου πέθαιναν από κρύο και πείνα. Την πρώτη μέρα οι Τούρκοι άρχισαν να σφάζουν ανελέητα. Έτσι πολλοί κρύφτηκαν κάτω από τα πτώματα εκείνων που σκοτώθηκαν. Οι Τούρκοι έστησαν το στρατόπεδό τους έξω από την πόλη στην πλευρά ενός λόφου. Κανένας από αυτούς δεν ξενυχτούσε έξω από το στρατόπεδο και τα κεριά των εκκλησιών παρέμεναν αναμμένα όλη τη νύχτα. [3: 158]
Τη δεύτερη μέρα άρχισαν να βασανίζουν άνδρες για να τους δείξουν κρυμμένα πράγματα [θησαυρούς]. Και αρκετοί πέθαιναν από βασανιστήρια. Για παράδειγμα ο διάκονος Πέτρος, συγγραφέας και δάσκαλος. […]
Οι Τούρκοι έμειναν στη Μελιτηνή για δέκα ημέρες, ερημώνοντας και λεηλατώντας. Στη συνέχεια έβαλαν φωτιά στην άθλια πόλη, κατέστρεψαν την περιοχή σε απόσταση πορείας μιας ημέρας και έκαψαν όλη τη γη.
Κατά τη διάρκεια αυτής της λεηλασίας άρπαξαν και κατέστρεψαν το μοναστήρι του Μπαρ Γκαγκάι [στην περιοχή της Μελιτηνής]. Αφού πήραν τον πληθυσμό μαζί τους, έφυγαν. Απομακρύνθηκαν από τον δρόμο και έπεσαν σε δύσκολα βουνά και ποτάμια. Ενώ στρατοπέδευαν σε κοιλάδα στην περιοχή του βουνού των Σινισάγια,31 έπεσε πολύ χιόνι που εμπόδιζε την προέλασή τους. Οι Σινισάγια, όταν το παρατήρησαν αυτό, κατέβηκαν, κατέλαβαν τους δρόμους και τα μονοπάτια μπροστά τους από όλες τις πλευρές και [οι Τούρκοι] πέθαιναν εκεί από το κρύο και την πείνα. Όσοι επέζησαν, σκοτώθηκαν από τους Σινισάγια, κανένας δεν ξέφυγε. Οι αιχμάλωτοι από τη Μελιτηνή, όλοι όσοι είχαν ξεφύγει από τον θάνατο, βοήθησαν στη σφαγή και όσοι ήσαν κρυμμένοι στα βουνά συμμετείχαν επίσης. [3: 159]
Ο αυτοκράτορας [Μιχαήλ ΣΤ’ Στρατιωτικός, 1056-57], βλέποντας ότι οι Τούρκοι ανέβαιναν και είχαν φτάσει μέχρι τη θάλασσα του Πόντου32 αιχμαλωτίζοντας, λεηλατώντας και καίγοντας, λυπήθηκε τον χριστιανικό λαό και έστειλε ιππείς και άρματα, και αφού φόρτωσαν τα υπάρχοντά τους, τους πέρασαν πέρα από τη θάλασσα. <Οι Τούρκοι> λεηλατούσαν πόλεις και χωριά σε ολόκληρη την περιοχή του Πόντου. Καθώς ήσαν άδεια από κατοίκους, αυτό ωφέλησε τους Τούρκους που βρήκαν εκεί μέρος για να ζήσουν. Και ενώ όλοι κατηγορούσαν τον αυτοκράτορα, εμείς από την πλευρά μας λέμε ότι αυτό δεν προερχόταν από εκείνον αλλά από πάνω. [3: 160]
Μιχαήλ Σύριος
Αρμενία
Κατά τη διάρκεια του έτους 55133 της αρμενικής εποχής οι Τούρκοι, υπό τη διοίκηση τριών στρατηγών του σουλτάνου Τουγρίλ [Μπεγκ], που ονομάζονταν Σλαρ Χορασάν, Μετζμέτζ και Ισούλβ, [προκάλεσαν χείμαρρο αίματος στο χριστιανικό έθνος και] εισέβαλαν στην περιοχή Μπαγκίν στην Τέταρτη Αρμενία και τη λεηλάτησαν. Από εκεί [σαν δηλητηριώδες φίδι], κινήθηκαν στις γειτονικές περιοχές Τελκούμ και Άργνι, όπου αιφνιδίασαν τους χριστιανούς και τους εξόντωσαν. Η σφαγή ξεκίνησε στις 4 του μήνα Άρεγκ, Σάββατο, την όγδοη ώρα της ημέρας.34 [σελ. 296]
Ματθαίος της Έδεσσας
Το πάρσιμο της Ανί από τον Σελτζούκο σουλτάνο Αλπ Αρσλάν (1064)
Το 513 της αρμενικής εποχής [1064], κατά την ημέρα της γιορτής της Παναγίας, τη Δευτέρα, καταλήφθηκε η πόλη της Ανί από τον σουλτάνο Αλπ Αρσλάν [1063-73], ο οποίος σφαγίασε τους κατοίκους της, εκτός από τις γυναίκες και τα παιδιά που οδήγησε στην αιχμαλωσία. [σελ. 297]
Σαμουήλ της Ανί
Συρία και Παλαιστίνη
Καθώς οι Τούρκοι κυβερνούσαν τα εδάφη της Συρίας και της Παλαιστίνης, προκαλούσαν τραυματισμούς σε χριστιανούς που πήγαιναν να προσευχηθούν στην Ιερουσαλήμ, τους χτυπούσαν, τους λεηλατούσαν, επέβαλλαν τον κεφαλικό φόρο στην πύλη της πόλης, καθώς και στον Γολγοθά και τον [Πανάγιο] Τάφο. Και επιπλέον, κάθε φορά που έβλεπαν καραβάνι χριστιανών, ιδιαίτερα εκείνων <που έρχονταν> από τη Ρώμη και τα εδάφη της Ιταλίας, κατέβαλλαν κάθε προσπάθεια να προκαλέσουν τον θάνατό τους με διάφορους τρόπους. Και όταν αμέτρητοι άνθρωποι χάθηκαν έτσι, κατέλαβε [θρησκευτικός] ζήλος τους βασιλείς και τους κόμητες και έφυγαν από τη Ρώμη. Στρατεύματα από όλες αυτές τις χώρες ενώθηκαν μαζί τους και ήρθαν δια θαλάσσης στην Κωνσταντινούπολη.35 [3: 182]
Μιχαήλ Σύριος

Ο σουλτάνος Σουλεϊμάν στη μάχη του Μόχατς. Ουγγαρία (1526)
Μικρογραφία από τον Nakkas Osman (1588), στο Sayyid Lockman, Hüner-nama
Ms. fol. 256v. Βιβλιοθήκη Τοπκαπί Σεράι, Ισταμπούλ
2. Η θεωρία της τζιχάντ
Η τζιχάντ είναι εντολή θείας θέσπισης.36 Η εκπλήρωσή της από ορισμένα άτομα μπορεί να απαλλάσσει άλλους από αυτήν. Εμείς οι Μαλίκι [μία από τις τέσσερις σχολές μουσουλμανικής νομολογίας] υποστηρίζουμε ότι είναι προτιμότερο να μην αρχίζουμε εχθροπραξίες με τον εχθρό πριν καλέσουμε τον τελευταίο να ασπαστεί τη θρησκεία του Αλλάχ, εκτός από τις περιπτώσεις που ο εχθρός επιτίθεται πρώτος. Έχουν τις εναλλακτικές λύσεις είτε να προσηλυτιστούν στο Ισλάμ είτε να πληρώσουν τον κεφαλικό φόρο <τζίζγια>, που αν δεν κάνουν, θα κηρυχθεί πόλεμος εναντίον τους. Η τζίζγια από αυτούς γίνεται αποδεκτή, μόνο αν καταλαμβάνουν περιοχή όπου μπορούν να εφαρμοστούν οι νόμοι μας. Αν είναι μακριά από εμάς, η τζίζγια από αυτούς δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, εκτός αν έρθουν μέσα στην επικράτειά μας. Διαφορετικά θα κάνουμε πόλεμο εναντίον τους. […]
Είναι υποχρέωσή μας να πολεμάμε τον εχθρό, χωρίς να ρωτάμε αν θα βρεθούμε υπό τη διοίκηση ευσεβούς ή διεφθαρμένου ηγέτη.
Δεν υπάρχει πρόβλημα να σκοτώνουμε λευκούς μη Άραβες που έχουν συλληφθεί αιχμάλωτοι. Κανένας όμως δεν μπορεί να εκτελεστεί, όταν του έχει χορηγηθεί το αμάν <προστασία>. Οι υποσχέσεις που τους δίνονται, δεν πρέπει να αθετούνται. Γυναίκες και μη έφηβοι [δηλ. μικρότεροι] δεν θα εκτελούνται. Πρέπει κανείς να αποφεύγει να σκοτώνει μοναχούς και ραββίνους, εκτός αν έχουν λάβει μέρος στη μάχη. Γυναίκες θα εκτελούνται επίσης, αν έχουν συμμετάσχει στον αγώνα. Το αμάν που χορηγείται και από τον πιο ταπεινό μουσουλμάνο πρέπει να αναγνωρίζεται από άλλους [μουσουλμάνους]. Μια γυναίκα και ένα παιδί μικρότερο από έφηβο μπορούν επίσης να χορηγήσουν το αμάν, όταν γνωρίζουν τη σημασία του. Όμως, σύμφωνα με άλλη γνώμη, αυτό ισχύει μόνο αν επιβεβαιωθεί από τον ιμάμη.37 Ο ιμάμης θα κρατήσει το ένα πέμπτο της λείας που συνέλαβαν οι μουσουλμάνοι κατά τη διάρκεια του πολέμου και θα μοιράσει τα υπόλοιπα τέσσερα πέμπτα στους στρατιώτες του στρατού. Κατά προτίμηση, η κατανομή θα πραγματοποιείται σε εχθρικό έδαφος. [σελ. 163]
Ιμπν Άμπι Ζάιντ αλ-Καϊραβάνι
Στη μουσουλμανική κοινότητα ο ιερός πόλεμος είναι θρησκευτικό καθήκον, εξαιτίας της καθολικότητας της <μουσουλμανικής> αποστολής και <της υποχρέωσης> να μεταστραφούν όλοι στο Ισλάμ είτε με πειθώ είτε με τη βία. Επομένως το χαλιφάτο και η βασιλική εξουσία ενώνονται <στο Ισλάμ>, έτσι ώστε ο υπεύθυνος να αφιερώνει τη διαθέσιμη δύναμη και στα δύο <θρησκεία και πολιτική> ταυτόχρονα.
Οι άλλες θρησκευτικές ομάδες δεν είχαν καθολική αποστολή και ο ιερός πόλεμος δεν ήταν θρησκευτικό καθήκον για αυτές, παρά μόνο για λόγους άμυνας. Έτσι προέκυψε ότι ο υπεύθυνος θρησκευτικών υποθέσεων <σε άλλες θρησκευτικές ομάδες> δεν ασχολείται καθόλου με την πολιτική εξουσίας. <Μεταξύ αυτών> η βασιλική εξουσία έρχεται σε εκείνους που την έχουν, τυχαία και με κάποιον τρόπο που δεν έχει καμία σχέση με τη θρησκεία. Τους έρχεται ως το απαραίτητο αποτέλεσμα του αισθήματος της ομάδας, η οποία από τη φύση της επιδιώκει να αποκτήσει βασιλική εξουσία, όπως αναφέραμε προηγουμένως, και όχι επειδή έχουν την υποχρέωση να αποκτήσουν εξουσία πάνω σε άλλα έθνη, όπως συμβαίνει με το Ισλάμ. Απαιτείται απλώς από αυτούς να καθιερώσουν τη θρησκεία τους μεταξύ των δικών τους <ανθρώπων>.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι Ισραηλίτες μετά τον Μωυσή και τον Ιησού του Ναυή παρέμειναν αδιάφοροι για τη βασιλική εξουσία για τετρακόσια περίπου χρόνια. Το μόνο τους μέλημα ήταν να εδραιώσουν τη θρησκεία τους. [Ι, 473]
Στη συνέχεια, υπήρξαν διαφωνίες μεταξύ των χριστιανών όσον αφορά τη θρησκεία τους και τη Χριστολογία. Χωρίστηκαν σε ομάδες και αιρέσεις, οι οποίες εξασφάλιζαν την υποστήριξη των διαφόρων χριστιανών ηγεμόνων, η μία εναντίον της άλλης. Σε διαφορετικές εποχές εμφανίζονταν διαφορετικές αιρέσεις. Τελικά αυτές οι αιρέσεις αποκρυσταλλώθηκαν σε τρεις ομάδες, οι οποίες αποτελούν τις <χριστιανικές> αιρέσεις. Οι άλλες δεν έχουν σημασία. Αυτές είναι οι Μελχίτες, οι Ιακωβίτες και οι Νεστοριανοί. Δεν πιστεύουμε ότι πρέπει να μαυρίσουμε τις σελίδες αυτού του βιβλίου με συζήτηση για τα δόγματα της απιστίας τους. Γενικά, είναι πολύ γνωστά. Όλοι τους είναι άπιστοι. Αυτό αναφέρεται ξεκάθαρα στο ευγενές Κοράνι. <Το> να συζητούμε ή να υποστηρίζουμε αυτά τα πράγματα μαζί τους, δεν είναι για εμάς. Είναι <για εκείνους να επιλέξουν ανάμεσα σε> μεταστροφή στο Ισλάμ, πληρωμή του κεφαλικού φόρου ή θάνατο. [Ι, 480]
Ιμπν Χαλντούν, Μουκαντίμα
Λεία
Τα έσοδα του κράτους, τα οποία έχουν την προέλευσή τους στο Κοράνι και τη σούννα, είναι τρία σε αριθμό: λάφυρα <γανίμα>, φιλανθρωπία <σαντάκα> και φάι.
Η λεία αποτελείται από λάφυρα που πάρθηκαν από τους άπιστους με τη βία. Ο Αλλάχ έχει θεσπίσει τους νόμους τους στη σούρα αλ-Ανφάλ [Κοράνι 8: Τα λάφυρα], την οποία αποκάλυψε την ώρα της μάχης στο Μπαντρ και στην οποία έδωσε το ακριβές όνομα αλ-Ανφάλ, επειδή η λεία αντιπροσωπεύει αύξηση του πλούτου των μουσουλμάνων. Ο Αλλάχ είπε: «Θα σε ρωτήσουν για τα λάφυρα. Πες: “Τα λάφυρα ανήκουν στον Θεό και στον Αγγελιοφόρο…”» <Κοράνι 8: 1>.
Στις δύο σαχίχ [τις δύο κανονικές συλλογές θρησκευτικών παραδόσεων], είπε ο Προφήτης σύμφωνα με τον Τζαμπίρ μπιν Αμπντ Αλλάχ: «Είμαι προικισμένος με πέντε δώρα, τα οποία κανένας άλλος Προφήτης δεν έχει λάβει πριν από μένα. Έχω θριαμβεύσει μέσω τρόμου για περίοδο ενός μήνα. Η γη έχει γίνει για μένα τζαμί και αγνότητα. Κάθε άτομο της κοινότητάς μου που το έφτασε η ώρα της προσευχής, μπορεί να προσευχηθεί όπου κι αν βρίσκεται. Έλαβα άδεια να παίρνω λάφυρα, προνόμιο που δεν δόθηκε ποτέ σε κανέναν από τους προκατόχους μου. Έλαβα το δώρο της μεσολάβησης. Οι προφήτες πριν από μένα στάλθηκαν μόνο στους λαούς τους. Εγώ στάλθηκα σε όλη την ανθρωπότητα».
Ο Προφήτης είπε: «Στάλθηκα με το σπαθί πριν από την Ημέρα της Ανάστασης, έτσι ώστε όλοι οι άνθρωποι να μπορούν να υπηρετούν μόνο τον Αλλάχ, χωρίς συνεργάτες. Οι πόροι μου έχουν τεθεί στη σκιά του δόρατός μου. Όσοι αντιτάχθηκαν στις εντολές μου, είχαν ξεπεσμό και ταπείνωση ως μοίρα τους. Αυτός που θέλει να μοιάζει με αυτούς τους ανθρώπους, πρέπει να θεωρηθείται ως ένας από αυτούς». [σελ. 27-28]
Το Φάι
Το φάι βασίζεται στους ακόλουθους στίχους από τη σούρα αλ-Χασρ [Η συνάθροιση], την οποία αποκάλυψε ο Αλλάχ την εποχή της εκστρατείας εναντίον των Μπάνου Ναντίρ,38 μετά τη μάχη του Μπαντρ.
Ο Αλλάχ είπε: «Και ό,τι λάφυρα πολέμου έδωσε ο Θεός στον Αγγελιοφόρο Του από αυτούς, για αυτά δεν έχετε κάνει εκστρατεία ούτε με ιππικό ούτε πάνω σε καμήλες. Αλλά ο Θεός δίνει δύναμη στους Αγγελιοφόρους Του να νικήσουν όποιον Εκείνος θέλει. Ο Θεός είναι πανίσχυρος σε όλα. Ό,τι λάφυρα πολέμου έδωσε ο Θεός στον Αγγελιοφόρο Του από τους ανθρώπους των πόλεων, ανήκουν στον Θεό, και στον Αγγελιοφόρο του, και στον κοντινό συγγενή, στα ορφανά, στους άπορους και στον ταξιδιώτη […]» [Κοράνι 59: 6]
Αυτά τα υπάρχοντα έλαβαν το όνομα φάι, αφού ο Αλλάχ τα είχε αφαιρέσει από τους απίστους προκειμένου να τα αποδώσει (αφάα, ραντά) στους μουσουλμάνους. Κατ’ αρχήν ο Αλλάχ έχει δημιουργήσει τα πράγματα αυτού του κόσμου μόνο για να συμβάλουν στην υπηρεσία Του, αφού δημιούργησε τον άνθρωπο μόνο για να υπηρετηθεί. Κατά συνέπεια οι άπιστοι χάνουν τα άτομά τους και τα υπάρχοντά τους, τα οποία δεν χρησιμοποιούν στην υπηρεσία του Αλλάχ, [που πηγαίνουν] στους πιστούς οπαδούς που υπηρετούν τον Αλλάχ και στους οποίους ο Αλλάχ επιστρέφει αυτό που τους ανήκει. Έτσι αποκαθίσταται σε έναν άνθρωπο η κληρονομιά της οποίας στερήθηκε, ακόμη κι αν δεν είχε ποτέ αποκτήσει την κατοχή.
Σε αυτήν την κατηγορία πρέπει να συμπεριληφθούν: Ο κεφαλικός φόρος <τζίζγια>, τον οποίο πρέπει να καταβάλλουν Εβραίοι και χριστιανοί. Οι συνεισφορές που επιβάλλονται σε ορισμένες εχθρικές χώρες ή τα δώρα που προσφέρουν στον σουλτάνο των μουσουλμάνων, όπως για παράδειγμα, το παλλάδιον <χαμλ> που γίνεται από ορισμένες χριστιανικές χώρες. Οι φόροι δεκάτης <ουσρ> που πληρώνουν οι έμποροι χωρών της περιοχής του πολέμου [νταρ αλ-χαρμπ]. Ο φόρος πέντε τοις εκατό που επιβάλλεται στους προστατευόμενους λαούς <αχλ αλ-ντίμμα> που εμπορεύονται έξω από τη χώρα καταγωγής τους <αυτός μάλιστα είναι ο συντελεστής που χρησιμοποιεί ο Ομάρ Ιμπν αλ-Χατάμπ>. Οι πληρωμές που επιβάλλονται στους Λαούς του Βιβλίου που παραβιάζουν τη σύμβαση προστασίας τους. Ο φόρος γης <χαράτζ> που αφορούσε αρχικά μόνο τους Λαούς του Βιβλίου, αλλά εφαρμόστηκε αργότερα, εν μέρει, σε ορισμένους μουσουλμάνους.
Κάτω από τον τίτλο φάι ομαδοποιήθηκαν επίσης όλα τα υπάρχοντα του κράτους που αποτελούν την κληρονομιά των μουσουλμάνων, όπως τα υπάρχοντα που δεν έχουν συγκεκριμένους ιδιοκτήτες: αγαθά χωρίς κληρονόμους, σφετερισμένα αγαθά, δάνεια και καταθέσεις των οποίων οι ιδιοκτήτες είναι αδύνατο να βρεθούν και, πιο γενικά, όλα τα προσωπικά και ακίνητα που ανήκουν σε μουσουλμάνους και που βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση. Όλη η περιουσία αυτού του τύπου αποτελεί την κληρονομιά των μουσουλμάνων. [σελ. 34-36]
Όσον αφορά τους άνδρες «των οποίων η καρδιά πρέπει να κερδηθεί» [με δώρα], μπορεί να είναι είτε άπιστοι είτε μουσουλμάνοι. Αν είναι άπιστοι, ελπίζουμε ότι με αυτά τα δώρα μπορεί να επιτευχθεί πλεονέκτημα: για παράδειγμα, να τους παρακινήσουμε να μεταστραφούν θρησκευτικά ή να αποφύγουμε κάποια κακοτυχία, υπό τον όρο ότι είναι αδύνατο να ενεργήσουμε διαφορετικά. Αν είναι μουσουλμάνοι με επιρροή, ελπίζουμε ότι θα προκύψει κάποιο όφελος, όπως η ενίσχυση της μεταστροφής τους, η επιβολή της σε κάποιον συνεργάτη τους, η εκ μέρους τους παροχή υποστήριξης για την πληρωμή του σαντάκα (φόρου φιλανθρωπίας) από άλλη ομάδα που αρνήθηκε την πληρωμή του, η πρόκληση βλάβης σε εχθρό ή η παρεμπόδισή του να βλάψει το Ισλάμ, με την προϋπόθεση πάντοτε ότι αυτό το αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο με αυτό το κόστος.
Αυτά τα δώρα, που χορηγούνται στους ισχυρούς και παρακρατούνται από τους ταπεινούς, μοιάζουν εξωτερικά με εκείνα που συνηθίζουν να χαρίζουν οι βασιλιάδες. Ωστόσο οι πράξεις είναι εκείνο που τις κάνει η πρόθεση <νίγια>. Αν αυτά τα δώρα εξυπηρετούν το κοινό συμφέρον της μουσουλμανικής θρησκείας και των μουσουλμάνων, τότε θα είναι σαν αυτά που χάριζε ο Προφήτης και οι χαλίφηδες. Αν όμως παρακινούνται από φιλοδοξία και διαφθορά, τότε θα είναι σαν εκείνα που έδινε ο Φαραώ. [σελ. 51]
Οι δύο άλλες αποκαλυφθείσες θρησκείες εξασθένιζαν λόγω της ανικανότητάς τους να αυτοεκπληρωθούν ή από τον φόβο που βίωναν οι οπαδοί τους μπροστά στις απαραίτητες δοκιμασίες. Κατά συνέπεια, αυτές οι θρησκείες εμφανίζονταν χωρίς δύναμη και μεγαλοπρέπεια στους ανθρώπους, οι οποίοι τότε καταλάβαιναν ότι ήσαν ανίκανοι να εξασφαλίσουν τη δική τους ευτυχία καθώς και εκείνη των άλλων. Αυτά τα δύο λανθασμένα μονοπάτια είναι εκείνα των ανθρώπων που έχουν αγκαλιάσει μια πίστη χωρίς να την τελειοποιούν με όλα όσα είναι απαραίτητα για τη δική της ύπαρξη —δύναμη, τζιχάντ, υλικούς πόρους— ή εκείνα των ανθρώπων που έχουν επιδιώξει εξουσία, περιουσία ή πόλεμο, χωρίς να έχουν ως στόχο τους τον θρίαμβο της θρησκείας <τους>. Αυτά τα δύο μονοπάτια είναι εκείνα ανθρώπων που έχουν επισύρει θεϊκό θυμό, και εκείνα ανθρώπων που έχουν χάσει τον δρόμο τους. Το ένα είναι εκείνο των χριστιανών οι οποίοι, στο λάθος τους, έχουν χάσει τον δρόμο τους. Το άλλο είναι εκείνο των Εβραίων, που έχουν υποστεί τον θεϊκό θυμό.
Ο ευθύς δρόμος είναι μόνο εκείνος των προφητών, των αγίων <σιντικίν>, των μαρτύρων και των ευσεβών. Είναι ο δρόμος του Προφήτη μας Μωάμεθ, των χαλιφών του, των συντρόφων του, των οπαδών τους και των προγόνων μας που μας έδειξαν τον δρόμο: των Μουχατζίρ, των Ανσάρ και των πιστών της δεύτερης γενιάς. Ο Αλλάχ έχει φυλάξει για αυτούς κήπους όπου ρέει τρεχούμενο νερό και όπου θα μένουν σε όλη την αιωνιότητα. Αυτός είναι ο υπέρτατος θρίαμβος. [σελ. 178]
Ιμπν Ταϊμίγια
Ηγεμόνα,39 ρωτήσατε επίσης ποιοι είναι οι κανόνες που ισχύουν για εκείνους τους κατοίκους των χωρών του πολέμου,40 που μετατρέπονται [θρησκευτικά] για να σώσουν τη ζωή τους και τα υπάρχοντά τους. Η ζωή τους είναι ιερή, εκείνα τα υπάρχοντα για τη διατήρηση των οποίων άλλαξαν θρήσκευμα παραμένουν ιδιοκτησία τους, και ομοίως τα εδάφη τους, τα οποία γίνονται έτσι εδάφη που υπόκεινται σε φόρο δεκάτης με τον ίδιο τρόπο όπως στη Μεδίνα, όπου οι κάτοικοι άλλαξαν θρήσκευμα <κατά την άφιξη> του Προφήτη και των οποίων η γη υπόκειται σε φόρους δεκάτης. Το ίδιο ισχύει για το Τάιφ και το Μπαχρέιν, καθώς και για τους Βεδουΐνους που άλλαξαν θρήσκευμα προκειμένου να σώσουν τις τρύπες νερού και το έδαφός τους, που παρέμεινε έδαφός τους και το οποίο εξακολουθούν να κατέχουν. [σελ. 94-95]
Κάθε πολυθεϊστικός λαός με τον οποίο το Ισλάμ έχει συνάψει ειρήνη υπό τον όρο ότι αναγνωρίζει την εξουσία του, υπόκειται στη διανομή λαφύρων και πληρώνει το χαράτζ ως υποτελής [λαός]. Η γη που καταλαμβάνουν ονομάζεται γη του χαράτζ: θα φορολογείται σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης, αλλά με καλή πίστη και χωρίς υπερβολική χρέωση.
Όλη η γη στην οποία ο ιμάμης [κυρίαρχος] έχει κυριαρχήσει με τη βία μπορεί να μοιραστεί —αν το αποφασίσει, γιατί έχει πλήρη ελευθερία από αυτή την άποψη— ανάμεσα σε εκείνους που την έχουν κατακτήσει, οπότε γίνεται γη δεκάτης, ή, αν το θεωρεί προτιμότερο, μπορεί να αφεθεί στα χέρια των κατοίκων της, όπως έκανε ο Ομάρ Ιμπν αλ-Χατάμπ στην περίπτωση του Σαουάντ, οπότε γίνεται γη υπόχρεη σε χαράτζ, η οποία δεν μπορεί να ξαναπαρθεί. Οι κατακτημένοι έχουν την πλήρη κατοχή της, την οποία μεταβιβάζουν με κληρονομιά και με σύμβαση, και το χαράτζ που επιβάλλεται σε αυτήν δεν πρέπει να υπερβαίνει την ικανότητα των φορολογουμένων της. [σελ. 95]
Το αραβικό έδαφος διαφέρει από το μη αραβικό έδαφος στο ότι πολεμά κανείς Άραβες μόνο για να τους υποχρεώσει να ασπαστούν το Ισλάμ, χωρίς να τους υποχρεώσει να πληρώνουν τον κεφαλικό φόρο. Τίποτε άλλο πέρα από τη μεταστροφή τους δεν είναι αποδεκτό και η γη τους, αν τους αφεθεί, είναι γη φόρου δεκάτης. Αν ο ιμάμης δεν τους την αφήσει και αποφασίσει τη διαίρεσή της, παραμένει ακόμη γη δεκάτης. Η απόφαση για τους μη Άραβες είναι διαφορετική, επειδή τους πολεμάμε όχι μόνο για να τους μετατρέψουμε [θρησκευτικά], αλλά και για να τους υποχρεώσουμε να πληρώνουν τον κεφαλικό φόρο, ενώ μόνο ο πρώτος από αυτούς τους στόχους ισχύει για τους Άραβες, αφού αυτοί πρέπει είτε να μετατραπούν είτε να θανατωθούν. Ούτε ο Προφήτης ούτε κάποιος από τους συντρόφους του ούτε κάποιος χαλίφης γνωρίζουμε να δέχτηκαν ποτέ την καταβολή φόρου από τους ειδωλολάτρες Άραβες, οι οποίοι είχαν μόνο την επιλογή μεταξύ μεταστροφής ή θανάτου. Όταν κατακτιούνταν, οι γυναίκες και τα παιδιά τους υποβιβάζονταν σε σκλαβιά, κάτι που έγινε από τον Προφήτη με τους Χαουαζίν41 την εποχή της υπόθεσης Χουνάιν. Στη συνέχεια όμως τους έδωσε πίσω την ελευθερία τους. Ενεργούσε με αυτόν τον τρόπο μόνο απέναντι σε εκείνους που ήσαν ειδωλολάτρες.
Οι Άραβες που κατέχουν Γραφές Αποκάλυψης [Εβραίοι και Χριστιανοί] αντιμετωπίζονται ως μη Άραβες και επιτρέπεται να πληρώνουν τον κεφαλικό φόρο. Ο Ομάρ ενήργησε με αυτόν τον τρόπο όσον αφορά τους Μπάνου Ταγλίμπ [χριστιανούς],42 των οποίων διπλασίασε τον φόρο δεκάτης ελεημοσύνης ως αντικατάσταση του χαράτζ, ενώ ο Προφήτης ενήργησε με παρόμοιο τρόπο, όταν επέβαλε ένα δηνάριο σε κάθε έφηβο άτομο στην Υεμένη —ή το ισοδύναμό του σε ρούχα— που στα μάτια μας μοιάζει με <τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται στην περίπτωση των λαών> που έχουν Γραφές Αποκάλυψης. Ενήργησε ομοίως παραχωρώντας ειρήνη στους ανθρώπους του Νατζράν [χριστιανούς] έναντι λύτρων.
Στην περίπτωση μη Αράβων —Εβραίων ή χριστιανών, πολυθεϊστών, ειδωλολατρών, πυρολατρών— ο κεφαλικός φόρος επιβάλλεται στους άνδρες. Ο Προφήτης έβαλε τους μάγους του Χατζάρ να τον πληρώσουν. Όμως οι μάγοι είναι πολυθεϊστές και δεν διαθέτουν Γραφή Αποκάλυψης. Τους θεωρούμε μη Άραβες και δεν παντρευόμαστε τις γυναίκες της φυλής τους, ούτε τρώμε τα ζώα που σφάζουν.
Ο Ομάρ Ιμπν αλ-Χατάμπ επέβαλλε στους μη Άραβες άνδρες πολυθεϊστές του Ιράκ κεφαλικό φόρο χωρισμένο σε τρεις κατηγορίες: φτωχούς, πλούσιους και μεσαίας τάξης.
Στην περίπτωση Αράβων και μη Αράβων αποστατών, πρέπει να αντιμετωπίζονται ως Άραβες ειδωλολάτρες: έχουν την επιλογή μεταξύ μετατροπής ή θανάτου και δεν υπόκεινται στον κεφαλικό φόρο. [σελ. 100-101]
Οι κάτοικοι χωριών και της υπαίθρου, καθώς και οι πόλεις, οι κάτοικοί τους και όλα όσα περιέχουν, μπορούν να μείνουν στη γη τους, στις κατοικίες τους ή στα σπίτια τους, όπως αποφασίζει ο ιμάμης, και μπορεί να συνεχίζουν να απολαμβάνουν την περιουσία τους ως αντάλλαγμα για την πληρωμή του κεφαλικού φόρου και του χαράτζ <ή όλα μπορούν να μοιραστούν μεταξύ των κατακτητών>. Η μόνη εξαίρεση είναι οι άνδρες Άραβες ειδωλολάτρες, στους οποίους δεν επιτρέπεται να πληρώνουν τον κεφαλικό φόρο και πρέπει να επιλέξουν μεταξύ μετατροπής ή θανάτου. […]
Έτσι ο ιμάμης έχει την επιλογή ανάμεσα σε δύο λύσεις, καθεμιά από τις οποίες είναι εξίσου αποδεκτή: είτε να χωρίσει όπως έκανε ο Προφήτης, είτε να αφήσει τα πράγματα όπως ήσαν, όπως συνέβη αλλού εκτός από το Χαϊμπάρ. Ο Ομάρ Ιμπν αλ-Χατάμπ δεν έκανε αλλαγές στο Σαουάντ [Ιράκ]. Το μεγαλύτερο μέρος της υπαίθρου της Συρίας και της Αιγύπτου καταλήφθηκε με τη βία και συνθήκες απαιτούνταν μόνο κατά τη διαπραγμάτευση με τους κατοίκους οχυρωμένων τόπων. Καθώς η ύπαιθρος είχε καταληφθεί από τους κατακτητές και είχε παρθεί με τη βία, ο Ομάρ την παραχώρησε στη μουσουλμανική συλλογικότητα που υπήρχε τότε, καθώς και σε εκείνους που θα ακολουθούσαν. Προτίμησε να υιοθετήσει αυτήν την επιλογή και ομοίως ο ιμάμης είναι ελεύθερος να ενεργεί όπως θέλει, εφόσον λαμβάνονται οι απαραίτητες προφυλάξεις <για την ασφάλεια> των πιστών και της θρησκείας [Ισλάμ]. [σελ. 103-4]
Διαδικασίες μάχης
Φαίνεται ότι η πιο ικανοποιητική πρόταση που έχουμε ακούσει σχετικά, είναι ότι δεν υπάρχει καμία αντίρρηση στη χρήση κάθε είδους όπλων εναντίον των πολυθεϊστών, για να καταστρέφουμε και να καίμε τα σπίτια τους, να κόβουμε τα δέντρα τους και τα άλση με τις χουρμαδιές τους, και να χρησιμοποιούμε καταπέλτες, χωρίς όμως σκόπιμη επίθεση σε γυναίκες, παιδιά ή γέρους ανθρώπους. Ότι μπορεί κανείς να καταδιώκει ακόμη και εκείνους που τρέχουν μακριά, να αποτελειώνει τους τραυματισμένους, να σκοτώνει αιχμαλώτους που μπορεί να αποδειχθούν επικίνδυνοι για τους μουσουλμάνους, αλλά αυτό ισχύει μόνο για εκείνους από το πηγούνι των οποίων έχει περάσει ξυράφι, γιατί οι άλλοι είναι παιδιά και δεν πρέπει να εκτελούνται.
Όσο για τους αιχμαλώτους που οδηγούνται ενώπιον του ιμάμη, εκείνος έχει την επιλογή, όπως θέλει, να τους εκτελέσει ή να τους βάλει να πληρώσουν λύτρα, επιλέγοντας την πιο συμφέρουσα επιλογή για τους μουσουλμάνους και τη σοφότερη για το Ισλάμ. Τα λύτρα που τους επιβάλλονται δεν πρέπει να αποτελούνται από χρυσό, ασήμι ή αντικείμενα, αλλά είναι μόνο ανταλλαγή για μουσουλμάνους αιχμαλώτους.
Όλα όσα φέρνουν τα θύματα πίσω στο στρατόπεδο, ή τα υπάρχοντα και τα αγαθά των θυμάτων τους, γίνονται φάι που πρέπει να χωριστεί σε πέντε μέρη. Ένα μέρος πρέπει να δοθεί σε εκείνους που αριθμούνται στο Ιερό Βιβλίο και τα τέσσερα υπόλοιπα μέρη μοιράζονται στους στρατιώτες που κατέλαβαν τα λάφυρα, σε αναλογία δύο μερίδων για κάθε ιππέα και μιας για κάθε πεζό στρατιώτη. Όταν κατακτιέται κάποιο έδαφος, η απόφαση αφήνεται στον ιμάμη ως προς την καλύτερη πορεία που πρέπει να ακολουθήσει προς το συμφέρον των μουσουλμάνων. Αν αποφασίσει να το αφήσει, όπως αποφάσισε ο Ομάρ Ιμπν αλ-Χατάμπ, ο οποίος άφησε το Σαουάντ [Ιράκ] στους γηγενείς πληθυσμούς —τους ντόπιους κατοίκους— με αντάλλαγμα το χαράτζ, τότε μπορεί να το κάνει. Και αν νομίζει ότι πρέπει να αφεθεί στους νικητές, μοιράζει τη γη ανάμεσά τους, αφού αφαιρέσει ένα πέμπτο. [σελ. 301-2]
Από την πλευρά μου λέω ότι η απόφαση σχετικά με τους αιχμαλώτους είναι στα χέρια του ιμάμη. Σύμφωνα με ό,τι πιστεύει ότι είναι προς όφελος του Ισλάμ και των μουσουλμάνων, μπορεί να τους εκτελέσει ή να τους ανταλλάξει με μουσουλμάνους αιχμαλώτους. [σελ. 302-3]
Κάθε φορά που οι μουσουλμάνοι πολιορκούν ένα εχθρικό προπύργιο, θεσπίζουν συνθήκη με τους πολιορκούμενους, που συμφωνούν να παραδοθούν υπό ορισμένους όρους οι οποίοι θα αποφασιστούν από εξουσιοδοτημένο. Και αν αυτός ο άνδρας αποφασίσει ότι πρέπει να εκτελεστούν οι στρατιώτες τους και να παρθούν αιχμάλωτες οι γυναίκες και τα παιδιά τους, αυτή η απόφαση είναι νόμιμη. Αυτή ήταν η απόφαση του Σαάντ μπιν Μουάντ σε σχέση με τους Μπάνου Κουράιζα.43 [σελ. 310]
Θα ήταν επίσης νόμιμη η απόφαση του επιλεγμένου διαιτητή, αν δεν προσδιόριζε τη θανάτωση των εχθρικών μαχητών και την υποδούλωση των γυναικών και των παιδιών τους, αλλά θέσπιζε κεφαλικό φόρο. Αν όριζε ότι οι νικημένοι θα καλούνταν να ασπαστούν το Ισλάμ, θα ήταν επίσης έγκυρη και συνεπώς εκείνοι θα γίνονταν μουσουλμάνοι και ελεύθεροι. [σελ. 311]
Εναπόκειται στον ιμάμη να αποφασίσει ποια αντιμετώπιση θα τους δοθεί και θα επιλέξει αυτό που είναι προτιμότερο για τη θρησκεία και για το Ισλάμ. Αν εκτιμά ότι η εκτέλεση των μάχιμων ανδρών και η υποδούλωση των γυναικών και των παιδιών τους είναι καλύτερη για το Ισλάμ και τους οπαδούς του, τότε θα ενεργήσει έτσι, μιμούμενος το παράδειγμα του Σαάντ μπιν Μουάντ. Αν, αντίθετα, αισθάνεται ότι θα ήταν πιο συμφέρουσα η επιβολή του χαράτζ σε αυτούς και ότι αυτό είναι προτιμότερο για να αυξηθεί το φάι, το οποίο αυξάνει τους πόρους των μουσουλμάνων εναντίον αυτών και των άλλων πολυθεϊστών, τότε πρέπει να υιοθετήσει αυτό το μέτρο απέναντί τους. Μήπως δεν είναι σωστό ότι ο Αλλάχ έχει πει στο βιβλίο του: «<Πολεμήστε εκείνους> …μέχρι να πληρώσουν τον φόρο από τα χέρια και να ταπεινωθούν» <Κοράνι 9: 29>; Και ότι ο Προφήτης κάλεσε τους πολυθεϊστές να ασπαστούν το Ισλάμ, ή, αν αρνούνταν, τότε να πληρώνουν τον κεφαλικό φόρο; Και ότι ο Ομάρ Ιμπν αλ-Χατάμπ, αφού υπέταξε τους κατοίκους του Σαουάντ, δεν έχυσε το αίμα τους αλλά τους έκανε υποτελείς; [σελ. 312]
Αν προσφερθούν να παραδοθούν και να αποδεχτούν τη μεσολάβηση μουσουλμάνου της επιλογής τους μαζί με έναν από τους δικούς τους, αυτό πρέπει να απορριφθεί, γιατί είναι απαράδεκτο ένας πιστός να συνεργάζεται με έναν άπιστο για να καταλήξουν σε απόφαση για θρησκευτικά ζητήματα. Αν από λάθος ο εκπρόσωπος του ηγεμόνα αποδέχεται και προτείνεται απόφαση και από τους δύο άνδρες, ο ιμάμης δεν θα την κηρύξει δεσμευτική, εκτός αν ορίζει ότι οι εχθροί θα είναι φόρου υποτελείς ή θα εξισλαμιστούν. Αν αυτός ο όρος υιοθετείται από εκείνους, τότε είναι μη επιλήψιμοι και αν αναγνωρίζουν ότι είναι φόρου υποτελείς, τότε θα γίνονται δεκτοί ως τέτοιοι, χωρίς να απαιτείται απόφαση. [σελ. 314-15]
Αμπού Γιουσούφ
| <-10. Συμπέρασμα | Έγγραφα: ii. Η κατάσταση της αγροτιάς-> |
