glossary

<-Παράρτημα Γ: Βρετανοί υπουργοί, πρέσβεις και διπλωμάτες Βιβλιογραφία->

Γλωσσάρι

αλίμ

(πληθ.: ουλαμά, αγγλ. ουλεμά, ελλην. ουλεμάδες). Λόγιος ισλαμικών θρησκευτικών και νομικών σπουδών.

αμάν

Ασφάλεια και προστασία που χορηγείται στον χάρμπι σε μουσουλμανικό έδαφος, χωρίς την οποία η ζωή και η περιουσία του θα βρίσκονταν στο έλεος οποιουδήποτε επιτιθέμενου. Επίσης, έλεος που δόθηκε σε μάχη.

αουαρίντ

Ειδικοί φόροι, λύτρα ή αποσπάσεις, δηλαδή αβανιέ. Εξευτελιστική μεταχείριση και απόσπαση χρημάτων.

ατά

Στρατιωτική αμοιβή.

αχλ αλ-κιτάμπ

Οι Λαοί του Βιβλίου (Βίβλου): Εβραίοι και Χριστιανοί. Άλλες εθνο-θρησκευτικές ομάδες συμπεριλαμβάνονταν επίσης κάτω από αυτόν τον όρο.

αχλ αλ-ντίμα

Οι λαοί που νικήθηκαν από τους μουσουλμάνους και θεωρούνταν προστατευόμενοι από τη συνθήκη παράδοσής τους.

βεζίρ

Δυτική εκδοχή του ουαζίρ.

γαζή

Πολεμιστής για την πίστη, που ασχολείται με τη τζιχάντ. Εφαρμόζεται επίσης σε παραμεθόριους επιδρομείς.

γάζουα

Επιδρομή (ράζζια) φυλών Βεδουΐνων.

Γενίτσαρος

Οθωμανός στρατιώτης, στρατολογημένος από ντίμμι- χριστιανικούς πληθυσμούς και, σε μεταγενέστερους χρόνους, από μουσουλμάνους. Βλέπε ντεβσιρμέ.

γούλαμ

Νεαρός άνδρας σκλάβος, που έχει ανατεθεί στην υπηρεσία του σουλτάνου.

Διομολογήσεις

Διατάγματα ή συνθήκες μεταξύ του σουλτάνου και διαφόρων ευρωπαϊκών χωρών, που ορίζουν εμπορικές ή θρησκευτικές ρήτρες.

echelle

(σκάλα). Εμπορικός σταθμός στην Ανατολική Μεσόγειο.

ζακάτ

Κορανικός φόρος ελεημοσύνης.

ζαπτιέ

Στρατιώτης.

ζίμμι

Βλέπε ντίμμι-.

Ιακωβίτης

Χριστιανός που ανήκει στο μονοφυσικό δόγμα, κοπτικό, αραμαϊκό (συριακό), αρμενικό ή αιθιοπικό.

ιμάμης

Θρησκευτικός και πολιτικός επικεφαλής της μουσουλμανικής κοινότητας (ούμμα). Χρησιμοποιείται επίσης για πνευματική εξουσία.

ιτσογλάνι

(«εσωτερικό αγόρι»). Χριστιανόπουλο που στρατολογήθηκε μέσω του ντεβσιρμέ, για υπηρεσία στην αυλή του Οθωμανού σουλτάνου.

καντί

(καδής). Δικαστής που εφαρμόζει τον ισλαμικό νόμο.

μαμλούκ

(μαμελούκος). Σκλάβος σε στρατιωτική υπηρεσία και στην κυβέρνηση.

μάουλα

(πληθ. μαουάλι). Αρχικά «πελάτης», ο οποίος ήταν συχνά μη Άραβας αραβικής φυλής. Την εποχή των πρώτων κατακτήσεων αντιπροσώπευαν απελευθερωμένους ντόπιους σκλάβους.

Μελχίτης

Χριστιανός που ανήκει στο ελληνορθόδοξο δόγμα.

μιλλιέτ

Εθνο-θρησκευτική (εθνική) κοινότητα.

Μοζαράμπ

Χριστιανός ή Εβραίος ντόπιος κάτοικος της μουσουλμανικής Ισπανίας.

Μονοφυσίτης

Βλέπε Ιακωβίτης.

μουαλάντ

Νεο-μουσουλμάνοι από την Ισπανία. Αρχικά μη Άραβας σκλάβος ή παιδί μη Αραβών προσήλυτων.

μουραμπίτ

(πληθ. μουραμπίτουν). Εθελοντής που κατοικεί σε ριμπάτ, αφιερωμένος στη τζιχάντ.

Μπάσι-Μποζούκ

(βασιβουζούκοι). Άτακτοι στρατιώτες, αστυνομική δύναμη.

Νεστοριανός

Χριστιανός υποστηρικτής των διαφωνουσών πεποιθήσεων του επισκόπου Νεστορίου, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως (428-31).

νταρ αλ-Ισλάμ

«Επικράτεια του Ισλάμ», ο μουσουλμανικός κόσμος όπου κυβερνά ο ισλαμικός νόμος.

νταρ αλ-χαρμπ

«Επικράτεια του πολέμου», ο μη μουσουλμανικός κόσμος, όπου δεν κυβερνά ο ισλαμικός νόμος.

ντεβσιρμέ

(παιδομάζωμα). Τουρκικό σύστημα στρατολόγησης χριστιανόπουλων από τους ντίμμι- πληθυσμούς στα Βαλκάνια: για θρησκευτική μεταστροφή, υποδούλωση και διορισμό στον στρατό ως γενίτσαροι ή για υπηρεσία στο αυτοκρατορικό νοικοκυριό και σε διοικητικά καθήκοντα του οθωμανικού κράτους.

ντίμμα

Αρχικά σύμφωνο προστασίας ή συνθήκη που χορηγήθηκε από τον Προφήτη Μωάμεθ στους εβραϊκούς και χριστιανικούς πληθυσμούς που είχε υποτάξει. Βλέπε αχλ αλ-ντίμα.

ντίμμι

(ζίμμι, ραγιά). Αυτόχθονες Εβραίοι, χριστιανοί και ζωροαστρικοί οι οποίοι —υποκείμενοι στον ισλαμικό νόμο μετά την αραβική ή τουρκική κατάκτηση— επωφελούνταν από τη ντίμμα.

ντιουάν

(ντιβάν). Δημόσια μητρώα, κυβερνητικά γραφεία.

ντραγκομάν

Διερμηνέας με γνώση αραβικής, τουρκικής και ευρωπαϊκών γλωσσών.

ουαζίρ

(βεζίρης). Αξιωματούχος —συνήθως πολιτικός— με εξουσίες που ποίκιλλαν, ανάλογα με τις περιόδους και τα καθεστώτα.

ουάκφ

(βακούφιο, πληθ. αουκάφ). Περιουσία αφιερωμένη σε αμετάκλητο κληροδότημα ή καταπίστευμα, συνήθως θρησκευτικό.

ούμμα

Η ισλαμική κοινότητα, γενικά τόσο στη θρησκευτική όσο και στην εθνική της σημασία.

ραγιά

Βλέπε ντίμμι.

ριμπάτ

Μοναστήρι-φρούριο φτιαγμένο στα σύνορα του νταρ αλ-χαρμπ.

σαρία

Ισλαμικός ιερός νόμος. Νομική ανθολογία βασισμένη στο Κοράνι και τη σούννα.

σούννα

Tα παραληφθέντα λόγια και πράξεις που αποδίδονται στον Προφήτη Μωάμεθ και ενσωματώνονται σε χαντίθ.

σουργκούν

(εξορία). Εκτοπισμός πληθυσμών.

τανζιμάτ

Μεταρρυθμιστικό και ανανεωτικό κίνημα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τον 19ο αιώνα.

τζίζγια

Σταθερός κεφαλικός φόρος Κορανίου που πληρώνεται από τους ντίμμι- στο μουσουλμανικό κράτος.

τζιχάντ

Ιερός πόλεμος εναντίον μη μουσουλμάνων. Οι στόχοι, η στρατηγική και οι τακτικές του συνθέτουν θεολογικο-νομικό δόγμα. Εφαρμόζεται επίσης στον εσωτερικό αγώνα ενός ατόμου για την εκπλήρωση των εντολών του Αλλάχ.

φάι

Πολεμικό λάφυρο παρμένο από τους απίστους, στο εξής περιουσία της ούμμα και διοικούμενο από τον χαλίφη.

φατουά

(φετβά). Νομική γνώμη που εκδίδεται από ειδικό δικαίου με βάση το Κοράνι και τη σούννα.

φουντούκ

Καραβανσεράι προοριζόμενο για ξένους εμπόρους.

χαντίθ

Ρητό ή πράξη (παράδοση), που αποδίδεται στον Προφήτη Μωάμεθ.

χαράτζ

Φόρος γης, που παλαιότερα σήμαινε γενικό φόρο ή φόρο υποτέλειας. Συχνά συγχεόταν από τους ξένους με τον φόρο τζίζγια ή κεφαλικό.

χάρμπι

Κάτοικος της νταρ αλ-χαρμπ, της επικράτειας του πολέμου.

<-Παράρτημα Γ: Βρετανοί υπουργοί, πρέσβεις και διπλωμάτες Βιβλιογραφία->
Scroll to Top