ch_10

<-9. Χαρακτηριστικά της ντίμμι-δουλείας Έγγραφα: i. Τζιχάντ->

10. Συμπέρασμα

Ο ισλαμικός πολιτισμός είναι τόσο τεράστιος, πλούσιος, σύνθετος και ποικίλος, που είναι παράλογο να τον περιορίζουμε σε μια απλοποιημένη εκτίμηση. Αυτό το κεφάλαιο θα περιοριστεί στην εξέταση ορισμένων επιχειρημάτων στη διαμάχη σχετικά με την κατάσταση ντίμμι. Από την αρχή, είναι απαραίτητο να αναγνωρίσουμε ότι η ντίμμι-δουλεία αντιμετωπίζει δύο αντίθετες αντιλήψεις. Η μία, τοποθετημένη σε θεολογικό επίπεδο, επικαλείται την ενσάρκωση μιας θεϊκής θέλησης στους σκοπούς και τη στρατηγική της τζιχάντ. Η τζιχάντ και η ντίμμα, που πηγάζουν από το θέλημα του Δημιουργού, επενδύονται με θεϊκές ιδιότητες: αμετάβλητο, τελειότητα, δικαιοσύνη, αλάθητο. Θεωρούμενες ως τέλεια συστήματα, δεν επιδέχονται κριτική. Η υποταγή των χριστιανών και των Εβραίων στον ισλαμικό νόμο, σύμφωνα με τη θεϊκή βούληση, επιτυγχάνεται με την τελειότητα της ντίμμα. Οποιαδήποτε κριτική για τη τζιχάντ και τη ντίμμα —δηλαδή για το κοσμικό πεδίο— γίνεται ιεροσυλία, λόγω της ενότητας κοσμικού και πνευματικού.

Η άλλη αντίληψη θέτει τη τζιχάντ στο γενικό πλαίσιο του κοινού πολέμου, με τον οποίο μπορεί να συγκριθεί σύμφωνα με κριτήρια που βασίζονται σε ορθολογικά επιχειρήματα και όχι στην πίστη. Ως αποτέλεσμα κατάκτησης η οποία —σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη— δεν είναι ούτε δίκαιη ούτε ιερή, η ντίμμα αντιπροσωπεύει πολιτική, που από ορισμένες απόψεις θυμίζει ή διαφέρει από άλλα συστήματα διακυβέρνησης. Κάθε πτυχή αυτού του ιστορικού πλαισίου μπορεί να εξεταστεί, να επιδοκιμαστεί ή να αποδοκιμαστεί, ευνοϊκά ή δυσμενώς, συγκρινόμενη με άλλα πλαίσια πολέμου και κυβέρνησης, χωρίς αναφορά σε αιτιολογήσεις θεολογικής φύσης. Αυτή είναι η ορθολογιστική κριτική στάση, που επικρατεί στους κλάδους της ιστορίας στη Δύση.

Η συζήτηση δεν γίνεται μεταξύ αυτών των δύο αντιλήψεων που ανήκουν σε διαφορετικούς τύπους, αλλά μάλλον μέσα στην ορθολογιστική αντίληψη, της οποίας τα κύρια αμφιλεγόμενα επιχειρήματα θα ομαδοποιηθούν σε διάφορα θέματα.

Γενικά, τα γεγονότα είναι γνωστά. Μουσουλμάνοι και μη μουσουλμάνοι χρονικογράφοι έχουν αναφέρει και σχολιάσει πολλές πληροφορίες, η σύγκλιση των οποίων επιβεβαιώνει —εντός των ορίων της ιστορικής αξιοπιστίας— χρονολογίες και γεγονότα που σχετίζονται με τις συγκρούσεις και με τη ντίμμα. Τα προβλήματα έγκεινται στον καθορισμό των όρων, στην ερμηνεία των γεγονότων και στην αξιολογική κρίση που γίνεται σχετικά με τη ντίμμα. Μήπως δεν είχαν εθνικά χαρακτηριστικά (γλώσσα, ιστορία και συγκεκριμένους πολιτισμούς) οι κατακτημένοι λαοί που είχαν υποβληθεί σε εθνοθρησκευτικές ομάδες ή θρησκευτικές μειονότητες ντίμμι-δουλείας;

Μήπως είναι η ντίμμα μεταπολεμική συνθήκη, την οποία ο κατακτητής ανανεώνει κάθε χρόνο σε αντάλλαγμα για την εκπλήρωση των καθηκόντων που επιβάλλονται στους κατακτημένους λαούς; Μήπως είναι καθεστώς που παρέχει εξαιρετικά προνόμια; Σε σύγκριση με άλλα, το σύστημα αυτό είναι μη ανεκτικό ή εξαιρετικά ανεκτικό σύστημα;

Κατακτημένοι λαοί ή ανεκτές θρησκευτικές μειονότητες;

Άραγε περιγράφει επαρκώς τους ντίμμι λαούς η έκφραση «προστατευόμενες θρησκευτικές μειονότητες» ή «ανεκτές θρησκευτικές μειονότητες»; Κατ’ αρχάς οι όροι «προστατευόμενος» ή «ανεκτός» συνεπάγονται διαφορετικές έννοιες. Χρησιμοποιούμενοι χωριστά είναι ανεπαρκείς, γιατί οι ντίμμι ήσαν ταυτόχρονα προστατευόμενοι και ανεκτοί. Εκτός από αυτές τις δύο λέξεις, η ασάφεια βρίσκεται στους όρους «μειονότητα» και «θρησκευτική».

Στα εδάφη που κατέκτησε η τζιχάντ (δηλαδή σε όλες τις μουσουλμανικές χώρες εκτός της Αραβίας), οι Λαοί του Βιβλίου σχημάτιζαν πλειοψηφία, μεταξύ της οποίας οι Άραβες του πρώτου κύματος εξισλαμισμού και οι Τούρκοι του δεύτερου κύματος ήσαν μειοψηφία. Πιθανώς οι σύνθετες και ελάχιστα γνωστές διαδικασίες που μετέτρεψαν αυτές τις πλειοψηφίες σε μειονότητες κάλυψαν περίπου τρεις ή τέσσερις αιώνες για κάθε κύμα εξισλαμισμού. Όταν συστέλλουμε αυτή την περίοδο, η έκφραση «θρησκευτικές μειονότητες» αντιστρέφει μια χρονολογική διαδικασία που είχε εξαπλωθεί στη διάρκεια αιώνων, της οποίας το αποτέλεσμα —η κατάσταση μειονότητας— λαμβάνεται ως αφετηρία.

Αυτή η παρεμβολή, η οποία παραλείπει την ουσιαστική φάση όταν συνέβησαν μη αναστρέψιμες αλλαγές, αποκρύπτει την πολιτική όψη της ντίμμι-δουλείας και την περιορίζει αποκλειστικά σε καθεστώς θρησκευτικής μειονότητας. Επιπλέον, η διατύπωση καθίσταται ανεπαρκής για ορισμένες περιοχές, όπως τα Βαλκάνια, όπου οι μη μουσουλμάνοι ήσαν πλειοψηφία μέχρι τον 19ο αιώνα. Ωστόσο οι συνθήκες της κατάκτησης, καθώς και η νομοθεσία που ίσχυε για τους κατακτημένους, τους τοποθετούσε στην κατηγορία των ντίμμι. Κατά συνέπεια ο παράγοντας «πλειοψηφία» ή «μειονότητα» δεν αποτελεί τον απαραίτητο καθοριστικό παράγοντα της ντίμμι-δουλείας αλλά αντιπροσωπεύει μια συγκυριακή του πτυχή, ανεπαρκή για τον καθορισμό αυτής της πολιτικής κατηγορίας.

Σήμερα θα ήταν παράλογο να περιγράψουμε το ρουμανικό, το σερβικό, το βουλγαρικό, το ελληνικό και το ισραηλιτικό έθνος ως πρώην «ανεκτή θρησκευτική μειονότητα». Ομοίως, το κοινό κλισέ «πολίτες δεύτερης κατηγορίας» δεν έχει νόημα, επειδή οι ντίμμι δεν ήσαν πολίτες και ο όρος «δεύτερης κατηγορίας» στερείται των ιστορικών και νομικών υποστρωμάτων της ντίμμα.

Πολιτικός χαρακτήρας της ντίμμι-δουλείας

Ο συσχετισμός μεταξύ του νόμου της γης και του πολέμου της τζιχάντ καθόριζε την κατάσταση των τόπων λατρείας των ντόπιων πληθυσμών. Αυτός ο συσχετισμός προκαλούσε συνεχείς συζητήσεις από τη Μεσοποταμία μέχρι την Ανδαλουσία σχετικά με τη νομιμότητα εκκλησιών και συναγωγών, των οποίων το καθεστώς συζητιόταν από τους ειδικούς του δικαίου σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά μιας κατάκτησης που είχε συμβεί αιώνες νωρίτερα. Το ζήτημα της γνώσης, για παράδειγμα, του αν η Αίγυπτος ή κάποια συγκεκριμένη πόλη είχε κατακτηθεί με συνθηκολόγηση ή με όπλα, αποκτούσε κρίσιμη σημασία, επειδή καθόριζε οριστικά τα δικαιώματα των ντίμμι. Αυτή ακριβώς η προϋπόθεση του να είναι κανείς νικημένος, διαιωνιζόμενος σε ντίμμι-δουλεία, είναι εκείνη που παρακινεί τις πολυάριθμες αναφορές σε εκείνους τους γραπτούς όρους παράδοσης —γνήσιους ή πλαστούς— που χρονολογούνται από τις κατακτήσεις και ορίζουν δικαιώματα και εγγυήσεις που τα αντίπαλα μέρη προσπαθούσαν να υπερασπιστούν ή να αμφισβητήσουν. Αυτοί οι γραπτοί όροι, ευλαβικά διατηρούμενοι στα εσωτερικά ιερά των μοναστηριών, εκκλησιών και συναγωγών, χρησίμευαν ως αξιολύπητη προστασία, για να θωρακίζουν αυτά τα τελευταία απομεινάρια από την καταστροφή.

Αυτή η νομοθεσία σχετικά με τη γη, γεννημένη από την κατάκτηση, δεν καταργούνταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, μέχρι την περίοδο που η τανζιμάτ και το Χάτι Χουμαγιούν (18 Φεβρουαρίου 1856) δημοσίευσαν νέα δικαιώματα για πρόσωπα και περιουσίες.

Image
Ιτσογλάνι ή υπηρέτες (1720)
Costumes turcs
«Αυτά τα παιδιά κατανέμονται όπως θέλει ο Άρχοντας [Σουλτάνος], άλλα στο Σεράι, άλλα αλλού, ανάλογα με το αν κάποιο ελπίζει ότι κάποια μέρα θα είναι σε θέση να υπηρετήσει, λόγω της φυσιογνωμίας του, στον στρατό ή με άλλον τρόπο. Αλλά δεν μπαίνουν όλα στο Σεράι […]. Γιατί αν όλα τα παιδιά έμπαιναν στο Σεράι, ο Τούρκος θα χρειαζόταν [χώρο για] πάνω από τρεις χιλιάδες, με δεδομένο τον μεγάλο αριθμό παιδιών, όλων γιων χριστιανών, και κανενός άλλου, που φέρνουν κάθε χρόνο και διασκορπίζονται εδώ κι εκεί, είτε για [εργασία σε] κήπους, είτε για να μάθουν τοξοβολία, ενώ μια μέρα μπαίνουν στην υπηρεσία του Άρχοντα και φέρουν τον τίτλο του Γενίτσαρου, στον οποίο προσχωρούν, έχοντας δουλέψει πολύ καιρό και κοιμηθεί για δεκαοκτώ ή είκοσι χρόνια στο γυμνό έδαφος, με λίγο μόνο άχυρο, σαν σκυλιά και άλογα».
Thevet (1575), τομ. 2, bk. 18, fol. 817-818.

Το ντεβσιρμέ (παιδομάζωμα), η επιβολή ανθρώπινου φόρου του ενός πέμπτου στον χριστιανικό πληθυσμό των Βαλκανίων και αργότερα της Ανατολίας —συμπεριλαμβανομένων των Ελλήνων και των Αρμενίων— αποτελεί ένα άλλο συστατικό του πολιτικού-στρατιωτικού πλαισίου της ντίμμι-δουλείας. Το ντεβσιρμέ διαιώνιζε το δικαίωμα της κατάκτησης, το οποίο επέτρεπε στους κατακτητές να επιβάλλουν εισφορά ενός πέμπτου στην ανθρώπινη λεία, της οποίας οι απόγονοι θεωρούνταν ως αιώνια αιχμάλωτος πληθυσμός.

Το πρόβλημα της ανεκτικότητας

Η ισλαμική ανεκτικότητα στη χριστιανική και την εβραϊκή θρησκεία μπορεί να εξεταστεί σε δύο επίπεδα. Το θεολογικό πεδίο βρίσκει έκφραση στο κορανικό δόγμα και το πολιτικό στη διακυβέρνηση των Λαών του Βιβλίου. Παρόλο που αυτά τα δύο πεδία είναι αλληλένδετα, ιδιαίτερα όπως αντικατοπτρίζονται στη σούρα 9: 29 που ενώνει τη θρησκευτική εντολή με την πολιτική, όμως τα χωρίζουν σημαντικές διαφορές. Μάλιστα η νομοθεσία που αφορά τους Λαούς του Βιβλίου αναπτύχθηκε σε λίγους αιώνες μετά τον θάνατο του Προφήτη και εδραιώθηκε σε μεταγενέστερες ερμηνείες του Κορανίου και των χαντίθ και από τον εξισλαμισμό προϋπαρχουσών πρακτικών που εισήχθησαν στο Ισλάμ από προσηλυτισμένους.

Μόνο ο πολιτικός τομέας θα εξεταστεί εδώ, ξεκινώντας με το σχόλιο ότι ο όρος «ανεκτικότητα» είναι ακατάλληλος επειδή είναι διφορούμενος.

Ανεκτικότητα στο πολιτικό πλαίσιο

Η πολιτική της ισλαμικής κυβέρνησης απέναντι στους Λαούς του Βιβλίου διέφερε, ανάλογα με το αν προωθούνταν στη Χιτζάζ —την αρχική γη του Ισλάμ— ή στο νταρ αλ-χαρμπ, τις περιοχές του πολέμου και της λείας. Στη Χιτζάζ έπρεπε να επικρατεί μόνο το Ισλάμ. Οι ντόπιοι Λαοί του Βιβλίου εξορίζονται και οι ειδωλολάτρες φονεύονται ή αναγκάζονται να προσηλυτιστούν.

Στα κατακτημένα εδάφη του πολέμου, οι μονοθεϊστικές θρησκείες των περισσότερων ντόπιων πληθυσμών είναι ανεκτές, αλλά μόνο σε ντίμμι-δουλεία. Αυτή η σημαντική διάκριση μεταξύ αραβικών εδαφών και εδαφών πολέμου αντικατοπτρίζει το πολιτικό, κοινωνικό, θρησκευτικό και οικονομικό επίπεδο.

Η ανεκτικότητα εκτιμάται από τη χρήση περιορισμών που εφαρμόζει μια ομάδα πάνω σε άλλη. Βρίσκεται σε σχέση ανισότητας. Η άποψη που αποδίδει ηθική αξία σε αυτήν την άνιση σχέση (είναι ανεκτική) δικαιολογεί σιωπηρά τη δύναμη δυσφημώντας το θύμα, του οποίου η δυστροπία είναι ακριβώς εκείνη που ενισχύει την ανεκτικότητα. Αντιστρόφως, αν η άνιση σχέση που προκύπτει από βία και πόλεμο συνιστά αδικία —όπως σε όλους τους πολέμους και τις εισβολές που έχουν συγκλονίσει τον κόσμο— η ηθική έννοια της ανεκτικότητας διαλύεται.

Μια αξιολογική κρίση για ένα πολιτικό σύστημα πρέπει πρώτα να καθορίζει τα κριτήριά της. Άραγε πρέπει κανείς να κρίνει με βάση δόγματα που υπόκεινται σε ποικίλες ερμηνείες, ή με βάση ιστορικά γεγονότα που διαμορφώνονται από σύνθετα περιστασιακά και παροδικά στοιχεία; Δεχόμενος τη δυνατότητα καθορισμού των κριτηρίων ανεκτικότητας, άραγε μιλάει κανείς για σχετική ανεκτικότητα σε σχέση με έναν μόνο ή με πολλούς λαούς;

Σχετική ανεκτικότητα ή απόλυτη ανεκτικότητα;

Το πρόβλημα των κριτηρίων σχετικής ή απόλυτης ανεκτικότητας προκύπτει στο πλαίσιο μιας πολυεθνικής ή πολυθρησκευτικής αυτοκρατορίας. Στη σφαίρα της ντίμμι-δουλείας, το επίμαχο ερώτημα σχετίζεται με τη φύση και τα αίτια μιας επιλεκτικής ανεκτικότητας σε αντίθεση με την ίση ανεκτικότητα για όλους.

Επομένως, πώς άραγε να συμβιβαστούν μέσα στα κριτήρια ανεκτικότητας, αφενός η υποδοχή στην Οθωμανική Αυτοκρατορία των διωγμένων από την Ισπανία Εβραίων και αφετέρου οι σφαγές, οι εκτοπίσεις, οι αναγκαστικές μετατροπές, η υποδούλωση και το ντεβσιρμέ (παιδομάζωμα) που εφαρμόζονταν από αυτούς τους ίδιους Οθωμανούς εναντίον άλλων πληθυσμών; Η ίδια αμφιθυμία εμφανίζεται τον 18ο και τον 19ο αιώνα, όταν οι ανώτεροι Έλληνες και Αρμένιοι δημόσιοι υπάλληλοι είχαν μεγάλη οικονομική δύναμη, ενώ ταυτόχρονα σφαγιάζονταν πληθυσμοί Ελλήνων και Σλάβων, που είχαν ξεσηκωθεί ενάντια στη ντίμμα. Πώς μπορεί η ίδια ετικέτα «ισλαμικής ανεκτικότητας» να περιλαμβάνει τη γενοκτονία των Αρμενίων;

Η αμφισημία οφείλεται στη συρρίκνωση ενός εξαιρετικά σύνθετου ιστορικού συστήματος, που περιορίζεται σε αξιολογική κρίση: την ανεκτικότητα. Όμως η ντίμμι-δουλεία αγκαλιάζει αντικρουόμενες καταστάσεις, όπου το καλύτερο και το χειρότερο συνυπάρχουν, καθώς και περιόδους αλλαγής που καθορίζονται από συγκυριακές παροδικές αιτίες, στις οποίες οι γεωγραφικοί, οικονομικοί, πολιτικοί και θρησκευτικοί παράγοντες επικαλύπτονται. Οι Εβραίοι ήσαν ευπρόσδεκτοι από τον Οθωμανό σουλτάνο Βαγιαζήτ Β’, επειδή αποτελούσαν σημαντικό εργατικό δυναμικό για την οικονομική ανάπτυξη στην ερημωμένη Ανατολία του 15ου αιώνα. Δύο αιώνες αργότερα το αστέρι τους έδυε, προς όφελος των Ελλήνων και των Αρμενίων. Σε αυτή την τεράστια ιστορική τοιχογραφία η έννοια της ανεκτικότητας εξαφανίζεται και μοιάζει με όρο που εφευρέθηκε από Ευρωπαίους του 19ου αιώνα για πολιτικούς λόγους: τη διατήρηση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ή, αργότερα, την πολιτική του αραβικού κατευνασμού.

Απαλλαγμένη από την εκτός θέματος παγίδα της ανεκτικότητας και από τη συζήτηση σχετικά με τους βαθμούς και τις λεπτές διακρίσεις αυτής της ανεκτικότητας —τόσο απατηλές όσο οι συγκρίσεις μεταξύ Ανατολής και Ευρώπης— η ντίμμι-δουλεία επιστρέφει στο πραγματικό της πολιτικό πλαίσιο. Γιατί σε αυτό ακριβώς το καλούπι σχεδιάστηκε, εξορθολογίστηκε και παγιώθηκε σε δόγματα, κανόνες και νόμους. Η ντίμμι-δουλεία, θρησκευτικό έργο χαραγμένο στα βασικά θρησκευτικά κείμενα και επιτυγχανόμενο στη γη από κυβερνητικούς και νομικούς θεσμούς, είναι η ιστορία των λαών των οποίων ο μετασχηματισμός προετοιμάζει έτσι το επίγειο επίτευγμα αυτού του έργου. Το πεδίο εφαρμογής της αγκαλιάζει τη γεωγραφία (τη σημασία του ανάγλυφου της γης), την κοινωνιολογία (τη σύγκρουση και συγχώνευση των νομαδικών και καθιστικών πολιτισμών), τις ιδιαιτερότητες των διαφορετικών ντίμμι λαών, τις εχθρικές ή συμφιλιωτικές αντιδράσεις τους και την αλληλεπίδραση της πολιτικής και των εξωτερικών επιρροών. Σε αυτό το μεταβαλλόμενο πεδίο στρατιωτικών, πολιτικών, ιδεολογικών και οικονομικών μηχανισμών που κυβερνούν τις ανθρώπινες κοινωνίες, η ιστορία των ντίμμι λαών —απαλλαγμένη από ηθικολογική και απολιθωμένη κρίση— μπαίνει στο πεδίο της ιστορίας.

Στη μελέτη του για την ανθρώπινη γεωγραφία στις αρχές του αιώνα, ο Γιόβαν Κβίτζιτς χρησιμοποιεί πολυάριθμους χάρτες και σχέδια της βαλκανικής χερσονήσου για να εξετάσει τη σφαίρα της ντίμμι-δουλείας —των ντίμμι που ονομάζει ραγιάδες— σε σχέση με το φυσικό ανάγλυφο, το κλίμα και τη βλάστηση, τις κοινωνιολογικές της εκφράσεις, τη λαογραφία της, τον πολιτισμό της, ακόμη και την αρχιτεκτονική και τον τρόπο ζωής της. Οι έρευνές του από πρώτο χέρι μετά την τουρκική υποχώρηση και η έρευνά του μεταξύ των πρεσβυτέρων τών χωριών συμβάλλουν στη γνώση των δομών ραγιάδων που προορίζονται να εξαφανιστούν με τον εκσυγχρονισμό.

Η ιστορική τάση παγκοσμιοποίησης

Ο όρος «τάση παγκοσμιοποίησης» αναφέρεται στην άποψη σύμφωνα με την οποία «ανεκτές θρησκευτικές μειονότητες» επωφελούνταν από προνομιακό καθεστώς, πράγμα που πιστοποιεί την ισλαμική θρησκευτική ανεκτικότητα. Αυτή η άποψη περιλαμβάνει τρία αλληλεπικαλυπτόμενα επίπεδα σκέψης: το κοσμικό επίπεδο (πολιτική ανάλυση), το θεολογικό επίπεδο (Ισλάμ) και την αξιολογική κρίση (την αξιολόγηση της ανεκτικότητας).

Η τάση παγκοσμιοποίησης προβάλλει σιωπηρά μια στατική αντίληψη της ιστορίας. Κατά τη διάρκεια δεκατριών αιώνων και σε τρεις ηπείρους, οι λαοί ντίμμι παρουσιάζονται ότι απολάμβαναν ομοιόμορφα και επ’ αόριστον ένα καθεστώς καλοπροαίρετης ανεκτικότητας. Οι εκρήξεις φανατισμού και τα κύματα διώξεων, όταν δεν συσκοτίζονται, ερμηνεύονται ως εξαιρετικές καταστάσεις, που συχνά αποδίδονται στα ίδια τα θύματα ή σε ξένες προκλήσεις, στιγμιαία και τυχαία ρήξη μιας ιστορίας, της οποίας η ομοιομορφία στην πραγματικότητα απλώς αντικατοπτρίζει την άρνηση της ιστορίας. Αυτή η παιδαριώδης ερμηνεία της ζωής ντίμμι —που μοιάζει με εξιδανικευμένες εικόνες— προσδίδει στο Ισλάμ εξαιρετική αύρα. Αυτή τη συλλογική παραδεισιακή κατάσταση, η οποία, δήθεν, αγκάλιαζε επί δεκατρείς αιώνες εκατομμύρια άτομα, ουσιαστικά δεν τη βίωσε ποτέ κανένας λαός, σε καμία περίοδο, πουθενά στον κόσμο, επειδή δυστυχώς είναι ασυμβίβαστη με την ανθρώπινη κατάσταση. Οι «ευτυχισμένοι άνθρωποι» —όπως λέγεται— δεν έχουν ιστορία. Έτσι, σαν ευτυχισμένοι άνθρωποι, οι ομάδες ντίμμι που εισέρχονται στην ιερή μακαριότητα της ντίμμι-δουλείας είναι άνθρωποι των παραμυθιών χωρίς ιστορία. Αυτή η αντίληψη ενισχύει τους μουσουλμάνους θεολόγους στην άποψή τους ότι ο ισλαμικός νόμος, η έκφραση της θεϊκής βούλησης, θεσπίζει το καλύτερο δυνατό καθεστώς για τη διακυβέρνηση των Λαών του Βιβλίου.

Η τάση παγκοσμιοποίησης ομαδοποιεί πολλές πολιτικές τάσεις. Η προέλευσή της ανάγεται στον 19ο αιώνα, όταν χρησίμευε ως βάση για επιχειρήματα απολογητικής προπαγάνδας υπέρ της διατήρησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προκειμένου να προστατευθούν οι χριστιανικές επαρχίες της από σχέδια των Ρώσων και των Αυστριακών. Το δόγμα της ισλαμικής ανεκτικότητας και της ευτυχίας των ραγιάδων έγιναν ο ακρογωνιαίος λίθος τόσο της ευρωπαϊκής πολιτικής όσο και της ισορροπίας των δυνάμεών της. Η εθνοτική πτυχή των λαών ντίμμι απορρίπτονταν και περιφρονούνταν, επειδή μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσει εθνικές διεκδικήσεις που χειραγωγούνταν από ξένο ιμπεριαλισμό. Εκείνη την εποχή, η σκληρή και αιματηρή πορεία προς την ελευθερία των Σέρβων, των Ελλήνων, των Ρουμάνων, των Βουλγάρων, των Αρμενίων —που όλοι χαρακτηρίζονταν ως «προστατευόμενες θρησκευτικές μειονότητες»— προκαλούσε αγανάκτηση παρόμοια με την εχθρότητα που επιδεικνύεται σήμερα για άλλες ομάδες ντίμμι.

Η τάση παγκοσμιοποίησης συνδεόταν με τις θέσεις των Τούρκων εθνικιστών, των οποίων το κύριο επιχείρημα αναιρούσε τον εθνικό χαρακτήρα των ραγιάδων και κατά συνέπεια αμφισβητούσε τη διεκδίκηση της ανεξαρτησίας τους στην πατρογονική τους γη. Οριζόμενοι αποκλειστικά ως «θρησκευτικές μειονότητες», έχοντας επωφεληθεί από ένα ιδιαίτερα προνομιακό καθεστώς ανεκτικότητας, οι ντίμμι θα γνώριζαν για άλλη μια φορά την ευτυχισμένη εμπειρία της ντίμμι-δουλείας που είχε επικρατήσει στο παρελθόν, με την προϋπόθεση ότι θα απαρνούνταν τις εθνικιστικές τους σκευωρίες και θα αποδέχονταν τον οθωμανισμό.

Το εξιδανικευμένο θέμα της ισλαμικής ανεκτικότητας —πολιτικό ρεύμα, αλλά και διέξοδος για θρησκευτικές προκαταλήψεις— χρησιμοποιήθηκε από τους Λατίνους εναντίον των Σλάβων και των Ελλήνων και από τους Καθολικούς εναντίον των Ορθοδόξων. Η τάση της παγκοσμιοποίησης αντανακλούσε πολιτικές και πολιτιστικές τάσεις του 19ου και του 20ού αιώνα. Απαξιώνοντας τα δικαιώματα των ντίμμι λαών στη βάση ευρωπαϊκών πολιτικών συμφερόντων, γινόταν φορέας ρατσιστικών προκαταλήψεων εναντίον ανθρώπινων ομάδων, των οποίων η θεωρούμενη κατωτερότητα εμπόδιζε την εθνική κυριαρχία και των οποίων η δουλεία θεωρούνταν ως προνομιακό καθεστώς. Η ντίμμι-δουλεία αποτελεί επομένως την περιοχή όπου θρησκευτικές και εθνικές συγκρούσεις —εγγενείς και αδιάσπαστες συνιστώσες της γεωπολιτικής της δομής και της ιστορίας της— συνέκλιναν και αντιμετώπιζαν η μία την άλλη.

Η εβραϊκή εκδοχή της παγκοσμιοποιημένης ερμηνείας απεικονίζει τον τρόπο με τον οποίο η ντίμμι-δουλεία χρησιμοποιήθηκε για να διευθετήσει παλαιές διαφορές με την Εκκλησία, αντιμετωπίζοντάς την με την ανεκτικότητα του παραδοσιακού της εχθρού, του Ισλάμ.1 Σε πολιτικό επίπεδο, οι σιωνιστές — επιθυμώντας να ευαρεστήσουν την τουρκική κυβέρνηση στην Παλαιστίνη— επέκτειναν την έννοια της ισπανικής και τουρκικής «Ιουδαιο-Ισλαμικής Χρυσής Εποχής», ώστε να καλύπτει δεκατρείς αιώνες και τρεις ηπείρους, ανεξαρτήτως χρόνου και τόπου. Ορισμένες ισραηλινές τάσεις, στις ειρηνευτικές τους προσπάθειες με τα αραβικά κράτη, μετέτρεπαν αυτό το ευσεβές ψέμα σε ιερό πολιτικό αξίωμα και εργαλείο προπαγάνδας.

Το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου απαξίωσε πλήρως την αρχή των εθνικοτήτων. Οι Αρμένιοι —θύματα της αναγκαστικής τους συμμαχίας με τη Ρωσία— θυσιάστηκαν από τους Συμμάχους, που δεν ενδιαφέρονταν καθόλου για τη διεύρυνση της Σοβιετικής Αρμενίας σε βάρος της Τουρκίας, η οποία ήταν τώρα ο νότιος προμαχώνας ενάντια στον κομμουνισμό. Η ανάπτυξη του παναραβισμού, η εμφάνιση των αραβικών και μουσουλμανικών λαών στο διεθνές γεωπολιτικό πλαίσιο, η απόκτηση της ανεξαρτησίας τους και ο σχηματισμός ενός ηγεμονικού ισλαμικού μπλοκ έχουν εκσυγχρονίσει και αναζωογονήσει την τάση παγκοσμιοποίησης μέσω της ροής πετροδολαρίων, της βιομηχανίας και του εμπορίου.

Σήμερα, ορισμένα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα —για να μην αναφέρουμε τα ισλαμιστικά κινήματα— χρησιμοποιούν τα κλισέ της τάσης παγκοσμιοποίησης για να επικρίνουν την Ευρώπη για τις Σταυροφορίες και τον ιμπεριαλισμό, ενώ οι αιώνες της τζιχάντ, της ντίμμι-δουλείας και του ντεβσιρμέ —που γενικά χαρακτηρίζονται ως «ισλαμική ανεκτικότητα»— δεν προκαλούν την παραμικρή αποδοκιμασία από αυτούς τους ηθικολόγους.

Καθώς η υπερβολική συνθετότητα των συμβιωτικών σχέσεων μεταξύ του ισλαμικού πολιτισμού και εκείνου της ιουδαιο-χριστιανικής ντίμμι-δουλείας δεν αξίζει να περιορίζεται σε παιδαριώδη κρίση για ανεκτικότητα ή αδιαλλαξία, κρίση η οποία θα παραμένει πάντοτε υποκειμενική, κάθε συζήτηση για αυτό το θέμα θα φαινόταν συνεπώς μάταιη, αφού τόσο η απλοϊκή πρόθεσή του όσο και οι μέθοδοί του απορρίπτονται εδώ. Όμως, παρ’ όλα αυτά, η σχέση των πιο κλασικών επιχειρημάτων του θα συζητηθεί σε αναλυτικό επίπεδο.

Η πρακτική της υπεκφυγής ή συγχώνευσης

Η υπεκφυγή συνίσταται στη σύγκριση, επί ίσοις όροις, δύο όρων που φέρονται ότι είναι ίσοι, ενώ στην πραγματικότητα είναι ουσιαστικά άνισοι και μάλιστα αντικρουόμενοι. Η σύγκριση αυτή γίνεται αποφεύγοντας ακριβώς εκείνα τα στοιχεία ή τις παραμέτρους που συνιστούν τις διαφορές.

Η πρακτική της υπεκφυγής είναι κοινή στο κίνημα των τουρκόφιλων πολιτικών απολογητών. Η τουρκική προπαγάνδα προσπαθούσε να πείσει την κοινή γνώμη ότι η μοίρα των ραγιάδων ήταν ακόμη καλύτερη κι από εκείνη των μουσουλμάνων. Το επιχείρημα βασιζόταν σε διάφορους ισχυρισμούς: παραδοσιακή ισλαμική ανεκτικότητα στις «θρησκευτικές μειονότητες», προσφυγή των ραγιάδων στην προξενική προστασία, απαλλαγή τους από στρατιωτική θητεία, πλούτος των προκρίτων τους και άλλα τέτοια επιχειρήματα.2

Αυτές οι συγκρίσεις τοποθετούν σε ίσους όρους λαούς που βρίσκονται σε θεμελιωδώς αντίθετες θέσεις στο νομικό, εθνικό και ιστορικό επίπεδο. Όλα τα επίμαχα ζητήματα της ντίμμι-δουλείας —και ιδιαίτερα η νομική και οικονομική ανισότητα που καθιστούσε απαραίτητη την προξενική προστασία— αποφεύγονται.3 Μάλιστα αν και οι μουσουλμάνοι καταπιέζονταν από τη διοίκηση, ζούσαν κάτω από ισλαμική κυβέρνηση, της οποίας ο εθνικός πολιτισμός ήταν τουρκικός ή αραβικός. Αλλά οι Έλληνες ή οι Σλάβοι —για να αναφέρουμε μόνο τις ευρωπαϊκές επαρχίες— βρίσκονταν στη θέση λαών υποκείμενων σε ξένη νομοθεσία. Η απροθυμία των χριστιανών από τα Βαλκάνια να καταταγούν στον οθωμανικό στρατό μετά την τανζιμάτ —απροθυμία την οποία προσπερνάει η ευρωπαϊκή τουρκόφιλη τάση— μπορεί να εξηγηθεί από την άρνηση αυτών των ανθρώπων να συνεργαστούν για να διατηρήσουν τα δεσμά τους στην ίδια τους τη χώρα, δεσμά που είχαν φέρει αιώνες ταλαιπωρίας, που είχε χαραχτεί στην ίδια τη σάρκα και το πνεύμα τους.4

Η συγχώνευση συνίσταται επίσης στην αντίκρουση ολόκληρου του πλαίσιου της ντίμμι-δουλείας και στη μεταμφίεσή του με αναφορά στις δύσκολες συνθήκες που επέβαλλε στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς η κυβερνητική τυραννία, οι λιμοί και οι πόλεμοι. Κανείς δεν θα ονειρευόταν να αρνηθεί αυτήν την κατάσταση, η οποία όμως είναι εντελώς ανεξάρτητη από το πρόβλημα των ντίμμι, όπως κανένας σοβαρός ιστορικός δεν θα τσουβάλιαζε τα αντιεβραϊκά πογκρόμ με τη φτώχεια και την εκμετάλλευση των μουζίκων στη Ρωσία, την Ιερά Εξέταση με τη δυστυχία της ισπανικής αγροτιάς και τη σφαγή του Αγίου Βαρθολομαίου με τη φτώχεια των Γάλλων αγροτών. Αν τα δεινά που έπλητταν τους μουσουλμάνους και τους Λαούς του Βιβλίου είχαν πράγματι μοιραστεί εξίσου, οι αρχικές δημογραφικές αναλογίες των δύο ομάδων θα είχαν διατηρηθεί σε ολόκληρη τη λεκάνη της Μεσογείου με τη μορφή μειονότητας μουσουλμάνων μέσα σε πληθυσμό χριστιανικής πλειοψηφίας και σημαντικής εβραϊκής παρουσίας. Δεδομένου ότι οι φυσικοί κατακλυσμοί δεν επιλέγουν ανθρώπους σύμφωνα με τη θρησκεία τους, δεν μπορούν να προταθούν για να εξηγήσουν πώς αντιστράφηκαν οι αναλογίες και πώς οι Λαοί του Βιβλίου μειώθηκαν στα περισσότερα μέρη σε μικροσκοπικές μειονότητες. Δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί την ανθρώπινη ευθύνη σε μια συλλογή επιλεκτικών παραγόντων —ακριβώς εκείνων της ντίμμι-δουλείας — που εμπόδιζαν την ανάπτυξη αυτών των ομάδων, ωφελώντας έτσι την ανάπτυξη της ούμμα.

Αυτό το ρεύμα, που κατακρίνει την Ευρώπη για τη «μεγαλομανία» της και τον «μεσαιωνικό θρησκευτικό φανατισμό» της, το επαναφέρει ο Τύπος και πολιτικοί που «διαμαρτύρονται» για τον σχετικά χαμηλό αριθμό θανάτων χριστιανών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ενώ δεν λέγεται τίποτε για τις μεγάλης κλίμακας σφαγές μουσουλμάνων στα Βαλκάνια και αλλού.5 Μάλιστα αυτή η τοξική καταγγελία μιας προκατειλημμένης Ευρώπης —αδιάφορης για τις συμφορές των μουσουλμάνων— δεν αναφέρει καν αν υπάρχει κάποια ισλαμική άποψη που καταδικάζει τον ιμπεριαλισμό της τζιχάντ, την καταπίεση και τη σκληρότητα της ντίμμα, και αναγνωρίζει τη νομιμότητα των διεκδικήσεων των ραγιάδων στην ίδια τους τη χώρα.

Το τουρκόφιλο ρεύμα που καταγγέλλει τον δυτικό ιμπεριαλισμό —χρησιμοποιώντας μονομερή κριτική ηθικολογίας αλλά αθωώνοντας τον ιμπεριαλισμό της τζιχάντ— προβάλλει μια αντίθεση μεταξύ των διωγμών, της αγριότητας και της καταπίεσης των ευρωπαϊκών κρατών επί των μουσουλμάνων υπηκόων τους αφενός και της ανεκτικότητας και «καλής μεταχείρισης» των μη μουσουλμάνων στις μεγάλες ισλαμικές αυτοκρατορίες, συμπεριλαμβανομένης εκείνης των Οθωμανών.6 Χωρίς καμία επιστημονική ουσία, η ιστορία αυτών των ευτυχισμένων ντίμμι δεν είναι προφανώς τίποτε περισσότερο από όργανο για αντιδυτική προπαγάνδα. Αυτές οι προκαταλήψεις, που διαδίδονται στα πιο επιστημονικά κείμενα, υποδηλώνουν ότι οι ακαδημαϊκοί, όσο επιφανείς και φρόνιμοι και αν είναι, δεν εξαιρούνται αναπόφευκτα από προκατάληψη ή κλισέ.

Πρακτική και θεωρία: Νόμοι και έθιμα

Το κλασικό επιχείρημα της απολογητικής σχολής σκέψης υποστηρίζει ότι οι κανόνες της τζιχάντ είναι εντελώς θεωρητικοί και σπάνια εφαρμόζονταν, ή σε εξαιρετικές περιστάσεις, ενώ γενικά προέρχονταν από την πρόκληση από τον ευρωπαϊκό φανατισμό ή από τους ίδιους τους ντίμμι. Ωστόσο όλες οι ιστορικές πηγές αντικρούουν αυτές τις ερμηνείες. Οι Άραβες, οι Τούρκοι, οι Αρμένιοι, οι Λατίνοι, οι Βυζαντινοί και οι Σλαβόνοι χρονικογράφοι μαρτυρούν ότι η τζιχάντ γινόταν πάντοτε σύμφωνα με τους κανόνες: ράζζια (επιδρομές), λεηλασίες, εμπρησμοί, σφαγές, υποδούλωση της ανθρώπινης λείας. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι βυζαντινοί και οι ευρωπαϊκοί πόλεμοι σπάνια ήσαν λιγότερο σκληροί. Σίγουρα δεν ήσαν… αλλά κανένας δεν το αμφισβήτησε αυτό, ποτέ.

Απλώς διαβάζοντας μουσουλμάνους χρονικογράφους πριν από τις Σταυροφορίες —ή τα βιβλία του Ζαν-Πολ Σαρνέ σχετικά με αυτό το θέμα— συνειδητοποιεί κανείς σε πόσο βαθμό παραλογισμού έχει παρασύρει αυτό το ρεύμα τους πιο ικανούς ιστορικούς. Το να προικίζουμε την αραβική κατάκτηση με ειρηνικό χαρακτήρα, παρά το πλήθος των εγγράφων που αποδεικνύουν το αντίθετο, δεν μπορεί παρά να εκπλήσσει.7 Το να γράφουμε ότι «η Συρία στα τέλη του 11ου αιώνα [… βρίσκεται] σε απόλυτη άγνοια κάθε παράδοσης ιερού πολέμου»,8 ισοδυναμεί με το να αποκρύπτουμε τέσσερις αιώνες τζιχάντ σε όλα τα μέτωπα ή με το να φανταζόμαστε ότι η διαδικασία εξισλαμισμού πριν από τον 11ο αιώνα μεταδιδόταν στο κενό και σε εντελώς ακατοίκητη περιοχή. Το ντεβσιρμέ, η απαγωγή και υποδούλωση χριστιανόπουλων, περιγράφεται ως «καινοτόμος διαδικασία»9 και οι μαζικές απελάσεις που πραγματοποιούνταν από τους Οθωμανούς ως «ανταλλαγές πληθυσμού».10

Σύμφωνα με το ίδιο ρεύμα, οι αποκλεισμοί της ντίμμα έπεσαν σε αχρησία από νωρίς και επιβάλλονταν μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις. Πρώτον, σημειώνει κανείς τη γενίκευση που υπονοείται από αυτόν τον ισχυρισμό, η οποία θα απαιτούσε να διαθέτει ο ιστορικός ακριβή ιστορικά δεδομένα για όλους τους μη μουσουλμανικούς οικισμούς στις κατακτημένες χώρες της Αφρικής, της Ασίας και της Ευρώπης. Μια τέτοια απογραφή, που υποτίθεται ότι θα κάλυπτε χρονικό διάστημα πέντε έως δώδεκα αιώνων, ανάλογα με την περιοχή, θα επέτρεπε στη συνέχεια στον ιστορικό να καθορίσει με ακρίβεια τις περιόδους κατά τις οποίες αυτοί οι κανόνες τηρούνταν ή χαλάρωναν. Το ανέφικτο μιας τέτοιας απογραφής υποβιβάζει αυτόν τον ισχυρισμό σε καθαρή εικασία.

Από την άλλη πλευρά, σε πολλά μέρη και σε πολλές περιόδους μέχρι τον 19ο αιώνα, παρατηρητές περιέγραψαν τη χρήση ενδυμάτων που εισήγαγαν διακρίσεις, την απόρριψη μαρτυριών ντίμμι, τις απαγορεύσεις που αφορούσαν χώρους λατρείας και ίππευσης ζώων, καθώς και φορολογικές επιβαρύνσεις —ιδιαίτερα τα τέλη προστασίας που επιβάλλονταν από αρχηγούς νομάδων— και την πληρωμή της τζίζγια, της οποίας το καμουφλάζ πριν από τους νόμους της τανζιμάτ ως φόρου που σχετιζόταν με την απαλλαγή από στρατιωτική θητεία αντιπροσωπεύει κατάφωρη παρεμβολή, εντελώς αντίθετη με την κορανική σούρα 9: 29 ή με τη γνώμη των ιδρυτών των τεσσάρων σχολών του κορανικού δικαίου.

Όχι μόνο η ντίμμα επιβαλλόταν σχεδόν συνεχώς, γιατί κάποιος τη βρίσκει να εφαρμόζεται στην Οθωμανική Αυτοκρατορία του 19ου αιώνα —την πιο πολιτισμένη στον ισλαμικό κόσμο— και στην Περσία, το Μαγρέμπ και την Υεμένη στις αρχές του 20ού αιώνα, αλλά και άλλες πρόσθετες καταχρήσεις, που δεν ήσαν γραμμένες στους νόμους, απορροφήθηκαν από τα έθιμα, όπως το ντεβσιρμέ, οι εξευτελιστικές υποχρεωτικές εργασίες (ως δήμιοι απαγχονισμού ή εκσκαφείς τάφων), η αρπαγή ορφανών Εβραιόπουλων (Υεμένη), η υποχρεωτική αφαίρεση υποδημάτων (Μαρόκο, Υεμένη) και άλλες ταπεινώσεις.

Δεν μπορεί κανείς να αποφύγει την αναφορά στον ψυχικό επηρεασμό του ντίμμι ο οποίος, έχοντας επίγνωση της ευάλωτης θέσης του, έπεφτε στο στερεότυπο που του επέβαλλε το περιβάλλον του. Κατά συνέπεια, εμφανίζεται κι άλλος ένας παράγοντας εκτός από τους νομικούς περιορισμούς: η συναίσθηση από τον ντίμμι των ορίων του επιτρεπόμενου, που συνοψίζεται στη διατύπωση (που εξακολουθεί να ισχύει): «να υπερβαίνει τα δικαιώματα κάποιου». Αυτή η επίγνωση, που μεταδίδεται σε όλη τη συλλογική νοοτροπία των Λαών του Βιβλίου, εμφανίζεται σε ένα σύνολο προτύπων συμπεριφοράς. Αυτός ο ψυχολογικός επηρεασμός εμποτίζει όλες τις πτυχές της ζωής, διαπερνά το άτομο από το λίκνο μέχρι τον τάφο, επηρεάζει την εσωτερική του ύπαρξη, διαμορφώνει τη στάση του, τη συμπεριφορά του, την εξωτερική του εμφάνιση και τις δραστηριότητές του. Οι διάφορες όψεις της ντίμμι-δουλείας και η διαδικασία με την οποία η νομοθεσία ταυτίζεται με το έθιμο προκύπτουν από τις διάφορες πηγές.

Image
Η τιμωρία φυγάδων χριστιανών σκλάβων που ξανασυνελήφθησαν. Βαλκάνια (1575)
«Επιπλέον, όταν κάποιος άθλιος ανάμεσα σε αυτούς τους φυγάδες συλλαμβάνεται ξανά, βασανίζεται με εκατό τρόπους, λαμβάνοντας υπόψη ότι εκτός από τους ξυλοδαρμούς, τους κρεμούν από τα πόδια και μερικές φορές από τις μασχάλες τους, επίσης πασπαλίζουν τις πληγές τους με αλάτι και άλλα αφόρητα μείγματα, για να τους προκαλούν μεγαλύτερο μαρτύριο. Πολλές φορές, όσοι έχουν ξανασυλληφθεί δύο ή τρεις φορές έχουν τόσο αυστηρούς κυρίους, που δεν έχουν κανέναν ενδοιασμό για το κρέμασμά τους, ενώ πολλές φορές τους παλουκώνουν τον πισινό».
Thevet (1575), τόμ. 1, βιβλ. 8, φυλ. 265r.-v

Η καταγραφή, σε πολλαπλές πηγές, καταθέσεων αυτοπτών μαρτύρων που αφορούν σταθερούς κανονισμούς οι οποίοι επηρέαζαν τους Λαούς του Βιβλίου, κανονισμούς που διαιωνίζονταν ανά τους αιώνες από το ένα άκρο του νταρ αλ-Ισλάμ μέχρι το άλλο (στην περιοχή που μελετήθηκε εδώ), αποδεικνύει επαρκώς την εδραίωσή τους σε εθιμα. Ακόμη κι αν ο χαλίφης αγνοούσε μερικές φορές αυτές τις προκαταλήψεις, η πίεση των θεολόγων και ο λαϊκός φανατισμός τον υποχρέωναν να συμμορφωθεί με αυτές. Δεν μπορούν να γίνουν γενικεύσεις με βάση μεμονωμένες περιπτώσεις ευνοιοκρατίας, γιατί τα προβλήματα της ντίμμι-δουλείας δεν αφορούν την ειδική ή μεμονωμένη περίπτωση ενός προκρίτου ή τον καλοπροαίρετο ή τυραννικό χαρακτήρα ενός μουσουλμάνου ηγέτη, αλλά αποτελούν γεγονός πολιτισμού, ιδεολογίας, και εθίμου. Οι περίοδοι ανακούφισης της ντίμμα —τα αίτια και οι λεπτομέρειες της οποίας παραμένουν προς προσδιορισμό— αποτελούσαν εξαιρέσεις, και σίγουρα όχι το αντίστροφο, όπως βεβαιώνει η απολογητική τάση με έξυπνο τρόπο και χωρίς καμία απόδειξη.

Το άλλοθι του από μηχανής θεού

Η απολογητική τάση αποδίδει τις περιόδους φανατισμού σε εξωτερικά αίτια, σαν να ανήκε η ανεκτικότητα, με την ευρεία έννοια της ειρηνικής συνύπαρξης με αμοιβαία εκτίμηση, σε έναν ιδανικό, κλειστό κόσμο μουσουλμάνων-ντίμμι, απομακρυσμένον από τη μόνιμη αναταραχή των ανθρώπινων συγκρούσεων. Οι σταυροφορίες, οι πόλεμοι του χριστιανικού κόσμου, η Reconquista, οι εισβολές των Μογγόλων, η ευρωπαϊκή παρέμβαση, η αποικιοκρατία, ο ιμπεριαλισμός —και αργότερα, ο ντίμμι εθνικισμός— θα ήσαν έτσι υπεύθυνοι για τις σκοτεινές περιόδους της ντίμμι ιστορίας. Εγκαταλείποντας τον ρόλο του παρατηρητή για εκείνον του δικαστή (αναθέτοντας ευθύνη), ο απολογητής παραμελεί τη σφαίρα της ντίμμι-δουλείας. Ωστόσο είναι ακριβώς αυτό το πεδίο εκείνο που περιλαμβάνει και καθορίζει αυτούς τους παράγοντες. Εξηγεί τη χειραγώγηση των ντίμμι από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, τη σύμπραξή τους με τους σταυροφόρους ή τους ευρωπαϊκούς στρατούς και τις εθνικιστικές τους εξεγέρσεις που προκαλούσαν τα αντίστοιχα αντίποινα από την ούμμα, η οποία υπερασπιζόταν τα κέρδη των τζιχάντ. Αυτές οι αλληλεπιδράσεις συνιστούν, στην πραγματικότητα, το συγκεκριμένο έδαφος της ντίμμι-δουλείας —ακριβώς εκείνο το σημείο όπου οι μοίρες των ομάδων συγκρούονται και αποφασίζονται. Κατά συνέπεια, οι προβληματισμοί σχετικά με τις σχέσεις προσαρμογής ή σύγκρουσης μεταξύ των υποταγμένων λαών και της κυρίαρχης ισλαμικής κοινωνίας θα έπρεπε να υποστηρίζονται από την ενσωμάτωση όλων αυτών των συνιστωσών της ντίμμι-δουλείας.

Με άλλα λόγια, όποιοι κι αν είναι οι εξωτερικοί παράγοντες (Δύση, Ρωσία κ.λπ.), τα αντίποινα μέσα στο νταρ αλ-Ισλάμ καθορίζονται από τη σχέση ούμμαντίμμι. Αν τα ευρωπαϊκά κράτη ή η Ρωσία επωφελούνταν από τις ατυχίες των ντίμμι να επεκταθούν, αν οι ντίμμι επέτρεπαν στους εαυτούς τους να χειραγωγηθούν για να απελευθερωθούν, αυτά δεν είναι παρά οι αναπόφευκτες συνέπειες της ντίμμι-δουλείας. Όμως ο όρος «προστατευόμενες θρησκευτικές μειονότητες» επιτρέπει τη συσκότιση αυτού του κρίσιμου παράγοντα, αντικαθιστώντας τον από μια μηχανορραφούσα και ιμπεριαλιστική χριστιανική εξουσία. Συγκριτικά, θα ήταν σαν να χρησίμευε το ευρωπαϊκό ιστορικό πλαίσιο της Καθολικής Ιεράς Εξέτασης στην Ευρώπη (ο εξισλαμισμός της χριστιανικής Ανατολίας και των Βαλκανίων, η ανάπτυξη της Προτεσταντικής Μεταρρύθμισης και οι Θρησκευτικοί Πόλεμοι μέσα στον Χριστιανισμό) ως δικαιολογία για να αποφεύγεται μια λεπτομερή μελέτη των αρχών και των κανονισμών της Ιεράς Εξέτασης.

Συνολικά, οι μόνιμες δομές των πολιτικών συστημάτων αποκρύπτονται από τις παροδικές καταστάσεις που μπολιάζονται πάνω τους και αυξάνουν τις εντάσεις. Ωστόσο τα δύο πλαίσια —το ένα καθοριζόμενο από μόνιμους θεσμούς, το άλλο προκύπτον από συγκυριακούς παράγοντες— δεν μπορούν να συγχωνευθούν.

Η μέθοδος της συγκριτικής ιστορίας

Η ιστορία των ντίμμι προκαλεί μερικές φορές συγκεχυμένες συγκρίσεις μεταξύ Χριστιανισμού και Ισλάμ. Η μέθοδος της συγκριτικής ιστορίας απαιτεί ακρίβεια. Πρέπει να καθοριστούν οι τομείς σύγκρισης, τα τμήματα της ιστορίας (περιοδολόγηση) ή συγκεκριμένες κατηγορίες (νομικοί, πολιτικοί και θρησκευτικοί θεσμοί) και να ληφθούν υπόψη βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα, το δόγμα ή η εφαρμογή του. Η σύγκριση συνεπάγεται να ληφθούν υπόψη διάφορες παράμετροι, όχι μόνο χρονικές και γεωγραφικές (ημερομηνίες και τόποι), αλλά και ιστορικές (συγκυριακές).

Η περιοδολόγηση —η σύγκριση τμημάτων ιστορίας από οριοθετημένη περιοχή— απαγορεύει τις γενικεύσεις μεγαλύτερης διάρκειας και σχετικές με άλλες περιοχές (π.χ. μουσουλμανική Ισπανία και ναζιστική Γερμανία). Τέτοιες γενικεύσεις θα συνεπάγονταν μια στατική και ομοιόμορφη αντίληψη της ιστορίας, ενώ αυτή είναι δυναμική και πολύμορφη. Καθώς οι κοινωνίες είναι ζωντανοί οργανισμοί, οι θεσμοί και τα έθιμα εξελίσσονται και αλλάζουν μέσω αλληλεπιδράσεων μεταξύ μόνιμων, σταθερών παραγόντων (νόμων) και συγκυριακών παραγόντων (γεγονότων και πολιτικών προσαρμογών). Είναι λοιπόν σημαντικό να διαχωρίζονται μεταβατικές καταστάσεις που προκύπτουν από περιστασιακούς παράγοντες, από μόνιμες καταστάσεις που καθορίζονται από κανόνες σταθερούς σε ένα θεολογικό-νομικό σώμα. Μια γενική εκτίμηση της κατάστασης των Εβραίων του Ισλάμ που θα βασιζόταν στην κατάστασή τους στην Ισπανία των Ουμαγιάντ του 10ου αιώνα, για παράδειγμα, θα ήταν ασυμβίβαστη με μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα στην Υεμένη την ίδια περίοδο, ή ακόμη και στην Ανδαλουσία μία ή δύο γενιές αργότερα. Αυτή η συναγωγή από αλληλουχίες που βρίσκονται εντός καθορισμένων χωρικών και χρονικών παραμέτρων αποτελεί κλασικό παράδειγμα της τάσης παγκοσμιοποίησης.

Πρέπει να σημειωθεί ότι κοινωνικο-πολιτισμική συμβίωση, συμμαχίες που βασίζονται σε αμοιβαία συμφέροντα (μεταξύ Τούρκων και Βυζαντινών) και στενή συνεργασία στη διοίκηση (Φαναριώτες) και στον στρατό (χριστιανικές πολιτοφυλακές που υπηρετούν τους Οθωμανούς) μπορούν να υπάρξουν ταυτόχρονα στην ίδια ή σε άλλες περιοχές, παράλληλα με την καταπίεση άλλων κοινωνικών τάξεων (π.χ. αγροτιάς και ντίμμι αστικών τεχνιτών). Η επιρροή των Φαναριωτών και των οσποδάρων δεν απέκλειε τη δουλοπρεπή κατάσταση του ελληνικού λαού. Ήταν ακόμη και συνέπεια αυτής. Ο πλούτος των Αρμενίων προκρίτων στην Κωνσταντινούπολη δεν εμπόδιζε την καταπίεση των ομοθρήσκων τους στην περιοχή της Κιλικίας Αρμενίας, ούτε αργότερα το μοιραίο του πεπρωμένου των ντίμμι μέσω της γενοκτονίας του έθνους τους.

Όσον αφορά τη σύγκριση των αντίστοιχων πολιτικών της Χριστιανοσύνης και του Ισλάμ απέναντι στον Ιουδαϊσμό, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της πολιτικής και της θεολογικής σφαίρας και της εξέλιξης των ιδεών και των θεσμών. Πρέπει να λάβουμε υπόψη την αρχή του διαχωρισμού της θρησκευτικής και της κοσμικής εξουσίας στον Χριστιανισμό —που δεν υπάρχει στο Ισλάμ— καθώς και τη μετέπειτα κοσμική αρχή των ίσων δικαιωμάτων για άτομα και για λαούς.

Σε κοινωνιολογικό επίπεδο, θα μπορούσε κανείς να επισημάνει ότι ο Χριστιανισμός ξεπήδησε από εβραϊκό περιβάλλον και φαινόταν στην αρχή ως σύγκρουση μεταξύ Εβραίων. Καθώς αναπτυσσόταν σε ειδωλολατρικό περιβάλλον, αφομοίωνε ελληνιστικά στοιχεία αλλά διατηρούσε τα ουσιώδη των εβραϊκών του ριζών. Οι δύο θρησκείες όχι μόνο μοιράζονται κοινή πνευματική βάση, αλλά η γεωγραφική τους θέση τις εντάσσει στην κατηγορία των πολιτισμών, των οποίων οι θεσμοί, οι αξίες, η καλλιέργεια και οι τέχνες χτίστηκαν και αναπτύχθηκαν μέσω εδραιοποίησης (sedentarization). Αυτοί οι κοινοί παράγοντες δεν αποκλείουν, φυσικά, καταστάσεις απόρριψης, διώξεων και αδιαλλαξίας.

Το Ισλάμ από την άλλη πλευρά, δεν τοποθετείται σε χρονολογική συνέχεια, αλλά διεκδικεί προτεραιότητα έναντι του Ιουδαϊσμού και του Χριστιανισμού. Ο Προφήτης, μέσω του Κορανίου, αποκατέστησε τη θεϊκή αποκάλυψη που δόθηκε από τους Εβραίους και χριστιανούς προκατόχους του, των οποίων οι αποκαλυφθείσες Γραφές φέρονται ότι αποτελούν παραποιήσεις. Εδώ δεν πρόκειται για ζήτημα ερμηνείας ενός κοινού κειμένου αλλά για αναίρεση του ίδιου εκείνου του κειμένου. Επιπλέον το Ισλάμ —το οποίο αναπτύχθηκε σε πολύ διαφορετικό περιβάλλον από τον κόσμο της Μεσογείου— έχει ενσωματώσει τα έθιμα και τις αξίες των Αράβων Βεδουΐνων και του νομαδισμού, ιδιαίτερα στην αντίληψή του για τζιχάντ. Ωστόσο πρέπει να αναγνωρίσει κανείς το πολύ εκτεταμένο κοινό έδαφος που μοιράζονται οι τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες στο θρησκευτικό, ηθικό και κοινωνιολογικό επίπεδο, το οποίο είναι πιθανώς μεγαλύτερο από τις διαφορές τους. Για το Ισλάμ το καθεστώς των Εβραίων είναι πανομοιότυπο με εκείνο των χριστιανών σε δογματικό και πολιτικό επίπεδο, και αυτή η κοινή κατάσταση διέπεται από τη τζιχάντ, μια έννοια χωρίς το ισοδύναμό της στον χριστιανικό κόσμο, αυξάνοντας έτσι τη συνθετότητα των συγκρίσεων.

Οποιαδήποτε μελέτη που αφορά πολιτικές απέναντι σε θρησκευτικές μειονότητες, στον χριστιανικό κόσμο αφενός και τους λαούς ντίμμι στο Ισλάμ αφετέρου, πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ουσιαστικές διαφορές που ξεχωρίζουν αυτές τις δύο ομάδες. Συγκεκριμένα, οι θρησκευτικές μειονότητες στον χριστιανικό κόσμο δεν εκπροσωπούσαν ποτέ τα υπολείμματα εθνικών πλειοψηφιών. Μάλιστα η έκφραση «θρησκευτικές μειονότητες» για να περιγραφούν οι λαοί ντίμμι αποτελεί παρεκβολή από το ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Η εξέλιξη κατά τις δύο ή τρεις τελευταίες δεκαετίες των μουσουλμανικών κοινοτήτων, που τώρα υπολογίζονται σε εκατομμύρια —ιδιαίτερα στη Γαλλία— μερικές φορές προκαλεί περίεργες συγκρίσεις. Ο Γάλλος αραβιστής Μπρούνο Ετιέν σχολιάζει ότι «οι μουσουλμάνοι στη Γαλλία [βρίσκονται] σε κατάσταση ισοδύναμη με εκείνη των ντίμμι στις αραβο-μουσουλμανικές χώρες».11Αν οι μουσουλμάνοι στη Γαλλία ήσαν παρόμοιοι με τους ντίμμι, τότε θα ήσαν τα απομεινάρια των ντόπιων, πρώην πλειοψηφικών πληθυσμών, υποβαθμισμένων από διώξεις και εξορία σε καθεστώς μειοψηφίας. Ωστόσο οι μουσουλμάνοι της Γαλλίας, όπως και αλλού στην Ευρώπη, είναι εθελοντικοί, οικονομικοί μετανάστες. Στερημένοι από ορισμένα δικαιώματα που προορίζονται για τους υπηκόους και δυστυχώς εκτεθειμένοι σε εκτεταμένη και ξενοφοβική εχθρότητα, προέρχονται από πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένων ακριβώς εκείνων όπου οι ντίμμι καταπιέζονταν. Επομένως η σύγκριση με τους ντίμμι, εμπνευσμένη από τον χαρακτηρισμό «μειοψηφία» —που χρησιμοποιήθηκε λανθασμένα για να περιγράψει τους ντίμμι— αποκρύπτει εντελώς διαφορετικά πολιτιστικά και ιστορικά υποστρώματα.

Η επιλογή πηγών και η αξιοπιστία τους

Ενώ υπάρχουν πάρα πολλές μελέτες για τον ισλαμικό πολιτισμό, εκείνες που είναι αφιερωμένες στους λαούς ντίμμι είναι λίγες. Μάλιστα οι ίδιοι οι ντίμμι χρειάστηκε να περιμένουν την απελευθέρωσή τους πριν γράψουν τη δική τους ιστορία, αφού προηγουμένως μπορούσαν να εκφράζουν μόνο ευγνωμοσύνη που γίνονταν ανεκτοί, καθώς απαγορευόταν κάθε κριτική στην ντίμμα. Για να υποστηρίξουν την υπόθεσή τους, έπρεπε να χρησιμοποιούν ξένα κανάλια, τα οποία εξυπηρετούσαν τα δικά τους ιδιαίτερα συμφέροντα. Κατά συνέπεια η ντίμμι-δουλεία έγινε το κατ’ εξοχήν πεδίο όπου συγκρούονταν πολιτικά πάθη, θρησκευτικές προκαταλήψεις και ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Για περισσότερο από έναν αιώνα η χειραφέτηση των ντίμμι, οι πόλεμοι ανεξαρτησίας τους, ακολουθούμενοι από την εμφάνιση κυρίαρχων κρατών (Ελλάδα, Βουλγαρία, Ρουμανία, Σερβία και Γιουγκοσλαβία, Λίβανος, Ισραήλ), προκαλούσαν παθιασμένη συζήτηση και αιματηρούς πολέμους, που άλλαζαν το πρόσωπο της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής. Πρέπει λοιπόν να αναγνωρίζει κανείς την προκατάληψη των πηγών που σχετίζονται με αυτόν τον τομέα —συμπεριλαμβανομένων και, κυρίως, των ισλαμικών— και τα ψευτο-αντικειμενικά επιχειρήματα των ισλαμικών μελετητών. Μάλιστα αυτά τα στοιχεία εκφράζουν τις απόψεις ανθρώπων της εποχής που βίωναν τις κοινωνικές, πολιτικές και θρησκευτικές συγκρούσεις της εποχής τους, με τις δικές τους προκαταλήψεις.

Ορισμένοι καθαρολόγοι απορρίπτουν έγγραφα που προέρχονται από Ευρωπαίους και εμπιστεύονται μόνο αραβικές και τουρκικές πηγές, σαν να μην ήσαν ακόμη πιο προκατειλημμένες.12 Αυτές οι πηγές μιλούν μέσα από το ιδεολογικό τους πρίσμα: την ιερότητα της τζιχάντ, τη δικαιοσύνη της ντίμμα, την τελειότητα του ισλαμικού νόμου. Πρόκειται για αμετάβλητο ρεύμα, που δεν προκαλεί καμία διαφωνία ούτε ερώτηση. Μια γαλήνια βεβαιότητα, έναν ιδανικό λόγο, στον οποίο οι νικημένοι υπάρχουν μόνο για να εξυπηρετούν με ευγνωμοσύνη την υπόθεση του Ισλάμ.

Οι ντίμμι πηγές, από την άλλη πλευρά, παρουσιάζουν βίαιη κακοφωνία, γεμάτη φαρμακερές αμοιβαίες κατηγορίες, αντανάκλαση του θρησκευτικού σχίσματος και του σεχταριστικού φανατισμού. Οι Εβραίοι θα χαίρονταν για τη σφαγή των χριστιανών που τους καταδίωκαν. Οι χριστιανοί θα επιδοκίμαζαν την εξάλειψη των Εβραίων που μισούσαν. Οι Κόπτες και οι Αρμένιοι θα αυτοσυγχαίρονταν για την υποδούλωση των Ελλήνων. Και οι Έλληνες θα έβρισκαν παρηγοριά για τον εξευτελισμό τους στην κατάργηση της Σερβικής και της Βουλγαρικής Εκκλησίας. Ένας επίσκοπος θα επαινούσε το Ισλάμ για την καταστροφή μιας αντίπαλης Εκκλησίας. Άλλος θα συνεργαζόταν στην καταπίεση μιας απεχθούς κοινότητας. Τέτοιες ασυμφωνίες εμφανίζονται μέσα στην ίδια κοινότητα, ανάλογα με την κοινωνική θέση και τη συμμετοχή στην εξουσία, συμπληρωμένες από τις δηλώσεις αρνησίθρησκων και λιποτακτών που θα δικαιολογούσαν τη θρησκευτική τους μεταστροφή κατηγορώντας την πρώην κοινότητά τους.

Έτσι οι ιστορικοί μπορούν, χωρίς δυσκολία, να αντλήσουν από οποιαδήποτε πηγή ντίμμι για να υποστηρίξουν την ισλαμική θεωρία της ανεκτικότητας. Οι ευρωπαϊκές πηγές περιέχουν εξίσου πολλά παράδοξα και αντιφάσεις, ανάλογα με τις πολιτικές συμμαχίες μεταξύ ευρωπαϊκών και μουσουλμανικών κρατών, την εχθρότητα και τη θρησκευτική προκατάληψη μεταξύ Καθολικών, Ορθοδόξων, Προτεσταντών, Ιακωβιτών και Νεστοριανών, και μεταξύ Εβραίων Ασκενάζι ή Σεφαραδιτών.

Η εμφάνιση των βαλκανικών κρατών —σχετικά πρόσφατο φαινόμενο— προκάλεσε σλαβονικές και βυζαντινές μελέτες. Παραμελημένες πηγές, που έχουν δυσφημιστεί με την κατηγορία της αντι-μουσουλμανικής προκατάληψης και έχουν υποστεί σύγχρονες επικρίσεις τα τελευταία χρόνια, έχουν αποκαταστήσει ένα συγκεχυμένο παρελθόν. Έλληνες και Σλάβοι ιστορικοί αμφισβητούν όλο και περισσότερο την «ανεκτικότητα» της τουρκικής εξουσίας, θέση που γενικά υπερασπίζονται πολλοί Βρετανοί, Γάλλοι και Αμερικανοί ιστορικοί. Ο Σέρβος λόγιος Γιόβαν Τσβίτζιτς περιγράφει τον μουσουλμανικό ζυγό στην περιοχή του Μοράβα ως «αξιοθρήνητο μαρτύριο».13 Η κριτική είναι σκληρότερη από Αρμένιους, Έλληνες και Βούλγαρους ιστορικούς.

Έτσι συγκρούονται δύο αντικρουόμενες ερμηνείες γεγονότων και ιστορίας: η ερμηνεία από τους ανθρώπους που βίωσαν και υπέστησαν τη ντίμμι-δουλεία και η ερμηνεία των ιστορικών, ξένη με αυτό το πλαίσιο και παρακινούμενη στην επιλογή των πηγών της από διάφορες προκαταλήψεις και συμφέροντα. Αυτές οι απόψεις πιθανότατα θα είναι πάντοτε ασυμβίβαστες, γιατί οι ιστορικοί δεν θα συσκοτίζουν με αποστασιοποιημένη αδιαφορία τις δοκιμασίες που υπέστησαν οι δικοί τους άνθρωποι.

Έτσι το ντεβσιρμέ έχει απεικονιστεί ως αγαθός θεσμός, στον οποίο οι χριστιανοί φέρονταν να συνεργάζονταν με ευγνωμοσύνη, θεωρώντας τον ως μέσο κοινωνικής προόδου. Σύμφωνα με μουσουλμάνους συγγραφείς, οι ευγνώμονες χριστιανικοί πληθυσμοί συνέρρεαν για να προσφέρουν τα παιδιά τους τα οποία, λόγω του ντεβσιρμέ, είχαν έτσι την τιμή να εξισλαμιστούν.14

Όμως άλλες πηγές προτείνουν το ακριβώς αντίθετο. Για παράδειγμα οι πληθυσμοί του Γαλατά, προάστιου της Κωνσταντινούπολης, παραδόθηκαν στα τουρκικά στρατεύματα το 1453 με την προϋπόθεση ότι θα γλίτωναν τον φόρο αίματος. Αμέτρητες μπαλάντες και δημοφιλείς αφηγήσεις εκφράζουν τη θλίψη των μητέρων των οποίων τα παιδιά αρπάχτηκαν και την εγκατάλειψη ολόκληρων χωριών από αγρότες που έφευγαν για να κρύψουν τα παιδιά τους στα δάση. Η σκληρότητα του «φόρου αίματος» έχει αφήσει ανεξίτηλη ανάμνηση φρίκης στο μυαλό των Ελλήνων, των Σλάβων και των Αρμενίων, τροφοδοτώντας τεράστια λαϊκή λογοτεχνία. Αυτά τα έγγραφα, που προέρχονται από τους λαούς ντίμμι, διαψεύδουν τη θεωρία του ενθουσιασμού των χριστιανικών οικογενειών για το ντεβσιρμέ.

Για να λυθεί το ερώτημα με αποφασιστικότητα, θα μπορούσε κανείς να ρωτήσει αν οι μουσουλμανικές οικογένειες θα έβρισκαν αυτή την πρακτική αλτρουιστική ή απεχθή. Αν αποδεικνύεται κατακριτέα για μια ανθρώπινη ομάδα, αλλά καλοήθης για άλλη ομάδα, οφείλεται στο γεγονός ότι αυτοί οι τελευταίοι, όντας ντίμμι, υποβαθμίζονται και αποκτηνώνονται σε σύγκριση με την πρώτη ομάδα, στερούμενοι φυσικών ανθρώπινων συναισθημάτων για τα παιδιά τους. Αυτή η αποκτηνωμένη εικόνα για τους ντίμμι πληθυσμούς μειώνει τη φρίκη του ντεβσιρμέ και το μεταμφιέζει ως ευεργεσία.

Εδώ μπαίνει στο προσκήνιο η σοφιστεία, η οποία συνίσταται στην εξουδετέρωση ή εξάλειψη της ηθικής στην ιστορία, στο πλαίσιο της σχετικότητας των αξιών (ιστορικισμός). Ωστόσο, αν ο ιστορικισμός είναι έγκυρος στο πλαίσιο της ντίμμι-δουλείας, πρέπει επίσης να ισχύει για ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία. Η σκληρότητα της υποδούλωσης, ο φανατισμός των μεσαιωνικών νόμων, όλη η βαρβαρότητα την οποία καταδικάζει η σύγχρονη συνείδηση σήμερα, θα χάσουν κάθε βλαβερότητα αν αντικατασταθούν στα αντίστοιχα πλαίσιά τους. Όμως οι ιστορικοί που επικαλούνται τον ιστορικισμό για να προστατεύσουν το πεδίο της ντίμμι-δουλείας από ηθική κρίση, δεν εφαρμόζουν αυτή τη διαδικασία σε άλλα ιστορικά πλαίσια. Αν η ιστορικιστική ερμηνεία εφαρμόζεται αποκλειστικά στη ντίμμι-δουλεία, μια τέτοια επιλογή χαρακτηρίζει αυτούς τους ντίμμι πληθυσμούς ως ειδικές κατηγορίες.

Θα μπορούσε κανείς να συγκρίνει το σύστημα ντεβσιρμέ με μερικές από τις κατάφωρες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που εφαρμόζονται τώρα στο Σουδάν. Στις δύο εκθέσεις του (1993 και 1994) που υποβλήθηκαν στην Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, ο Ειδικός Εισηγητής για το Σουδάν κ. Γκάσπαρ Μπιρό τόνιζε ότι τα παιδιά —κυρίως από εθνοτικές ή θρησκευτικές μειονότητες— που ζουν σε ανασφάλεια σε περιοχές συγκρούσεων, είναι εκτεθιμένα σε απαγωγή και πώληση. Προερχόμενα κυρίως από χριστιανικές ή ανιμιστικές οικογένειες, αυτά τα παιδιά —τα οποία υπολογίζει σε εκατοντάδες χιλιάδες— συγκεντρώνονται κάθε τρεις μήνες από τους δρόμους του Χαρτούμ και τις μεγάλες πόλεις του βόρειου Σουδάν, θύματα εκτοπισμένων οικογενειών από τον νότο και την περιοχή της οροσειράς Νούμπα.

Τα προηγούμενα ευρήματα του Ειδικού Εισηγητή ότι αυτά τα παιδιά μεταφέρονται σε ειδικά στρατόπεδα —η ύπαρξη των οποίων δεν αποκαλύπτεται σε πολλές περιπτώσεις— και υπόκεινται σε θρησκευτική μεταστροφή και ιδεολογική κατήχηση, επιβεβαιώθηκαν ξανά (παρ. 26).

Κατά την άφιξή τους στο στρατόπεδο, ξυρίζονται τα κεφάλια τους και τα ονόματά τους αλλάζουν σε αραβικά. «Όλοι οι κάτοικοι αυτών των στρατοπέδων ονομάζονται επίσημα “αμπνάα αλ-Σουντάν” (παιδιά του Σουδάν), λέξεις που είναι γραμμένες με έντονα γράμματα με κόκκινο μελάνι σε πουκάμισο στο στήθος τους» (παράγραφος 29).

Σύμφωνα με αυτές τις αναφορές, τα παιδιά, που επιλέγονται ανά ηλικία και φύλο, υπόκεινται σε στρατιωτικού στυλ, αυστηρή ομιοόμορφη διοίκηση με σκληρή τιμωρία. Φρικτές και ανθυγιεινές συνθήκες διαβίωσης, προστιθέμενες στον υποσιτισμό, προκαλούν πολλές ασθένειες. Τα παιδιά που έχουν απαχθεί είναι από τριών-τεσσάρων έως δεκατεσσάρων ετών. Η εκπαίδευσή τους αποτελείται κυρίως από κορανική και στρατιωτική εξάσκηση. Πολλά στέλνονται στο μέτωπο του πολέμου. Οι προσπάθειες απόδρασης τιμωρούνται αυστηρά.

«Η απαγωγή παιδιών και η διακίνηση παιδιών πραγματοποιούνται τακτικά σε φυλετική βάση στην περιοχή των συγκρούσεων» (παρ. 95). Παιδιά αφήνονται ελεύθερα από τους απαγωγείς τους ύστερα από την καταβολή λύτρων από συγγενείς. «Η μαζική απαγωγή και διακίνηση (συμπεριλαμβανομένης της πώλησης) φαίνεται ότι είναι οργανωμένη και πολιτικά υποκινούμενη δραστηριότητα σε επίπεδο μη τακτικών ενόπλων δυνάμεων (…) στις ζώνες σύγκρουσης στο νότιο Κορντοφάν και το Μπαρ αλ-Γαζάλ» (παρα. 97). Απαχθέντα παιδιά που δεν εκτοπίζονται σε στρατόπεδα πωλούνται ως σκλάβοι σε Άραβες.15 Ποιος θα θεωρούσε σήμερα καλοκάγαθες τέτοιες πρακτικές;

Αν και αυτή η μελέτη δεν καλύπτει τις πρακτικές τζιχάντ στη Μαύρη Αφρική, περιγραφές αυτοπτών μαρτύρων ανά τους αιώνες και από διάφορες περιοχές αντικατοπτρίζουν γεγονότα που περιγράφονται στις προηγούμενες σελίδες. Ακόμη και στα τέλη του 19ου αιώνα η αδιάκοπη τζιχάντ στο Σουδάν είναι εντυπωσιακά παρόμοια με τις περιγραφές των χρονικών των Ιακωβιτών, Αρμενίων και Ελλήνων του πρώιμου Μεσαίωνα και των μεταγενέστερων περιόδων. Το 1896 ο Ρούντολφ Σλάτιν Πασάς —που κρατήθηκε αιχμάλωτος στο Χαρτούμ για δέκα χρόνια από τον διάδοχο του Μαχντί— δημοσίευσε λεπτομερή περιγραφή των επιδρομών (ράζζια) που πραγματοποίησε ο Χαλίφα Αμπντουλάχ16 στην αναζήτησή του για λάφυρα και σκλάβους σε εκείνες τις περιοχές που κατοικούνταν από χριστιανούς και ανιμιστές.17

Οι αφρικανικές φυλές στις επαρχίες Μπαρ αλ-Γαζάλ ήσαν υποχρεωμένες να παραδίδουν στους μουσουλμάνους σουλτάνους του Νταρφούρ τακτικό φόρο υποτέλειας σε σκλάβους και ελεφαντόδοντο. Οποιαδήποτε καθυστέρηση γινόταν πρόσχημα για ράζζια (επιδρομή) και απόκτηση σημαντικής λείας. Τη δεκαετία του 1870, ο Ραχάμα Ζουμπέιρ Πασάς, διαβόητος έμπορος σκλάβων, θεωρούσε «ότι μαύροι που δεν είχαν αφέντες και ήσαν ειδωλολάτρες αποτελούσαν, σύμφωνα με τον νόμο του Προφήτη, το δίκαιο λάφυρο των μουσουλμάνων».18 Σύμφωνα με τον Σλάτιν, πρώην κυβερνήτη του Νταρφούρ, τα χωριά που υποτάσσονταν, θεωρούνταν γανίμα (λάφυρα). Οι κάτοικοι των νότιων ορεινών περιοχών, έχοντας αρνηθεί να πληρώσουν φόρο υποτέλειας, αντιμετωπίζονταν ως σκλάβοι. Οι άνδρες σκοτώνονταν, γυναίκες και παιδιά υποδουλώνονταν και πολλοί από τους πολυάριθμους εκτοπιζόμενους πληθυσμούς πέθαιναν στον δρόμο τους προς το Ομντουρμάν (απέναντι από το Χαρτούμ), αφού τους είχαν αφαιρέσει εντελώς οτιδήποτε δικό τους.

Το 1889-90 οι φυλές Σιλούκ και Ντίνκα (περιοχή Φασόντα) δέχτηκαν επιδρομή και μεγάλοι αριθμοί συνελήφθησαν αιχμάλωτοι από τον στρατηγό του Χαλίφα.

Θανάτωσαν όλους τους άνδρες αδιακρίτως, αλλά τις γυναίκες, τα νεαρά κορίτσια και τα παιδιά τα ανέβασαν σε ποταμόπλοια και τα έστειλαν στο Ομντουρμάν. Εδώ ο Χαλίφα διέταξε να αναλάβουν τα νεαρά αγόρια οι μουλαζεμίν [στρατιώτες] του, οι οποίοι έπρεπε να τα μεγαλώσουν, ενώ τα περισσότερα κορίτσια τα κράτησε για τον εαυτό του ή τα μοίρασε στους ακολούθους του και σε ειδικούς οπαδούς του. Οι υπόλοιποι στάλθηκαν στο Μπέιτ ελ Μαλ,19 όπου πωλήθηκαν δημοσίως. Όμως χιλιάδες από αυτά τα φτωχά πλάσματα υπέκυπταν στην κούραση, τις ελλείψεις και την αλλαγή του κλίματος.20

Καθώς τον Μαχντί και τον διάδοχό του περιτριγύριζαν πάντοτε θεολόγοι, οι παραδοσιακοί ισλαμικοί κανόνες της τζιχάντ εφαρμόζονταν αυστηρά, όπως περιγράφεται από τον Σλάτιν στις λεπτομερείς αναφορές του. Λαμβάνοντας υπόψη την απόσταση μεταξύ Σουδάν και Οθωμανικής Τουρκίας, εκπλήσσεται κανείς πολύ διαβάζοντας αυτήν την παρατήρηση πριν από εκατό χρόνια, που θυμίζει τόσο πολύ το σύστημα ντεβσιρμέ:

Αυτός [ο Χαλίφα] συνοδεύεται πάντοτε από δώδεκα ή δεκαπέντε μικρούς σκλάβους ως προσωπικούς του συνοδούς. Πολλοί από αυτούς είναι παιδιά χριστιανών της Αβησσυνίας που αρπάχτηκαν από τον Άμπου Άνγκα και τον Ζέκι Τουμάλ.21 Καθήκον τους είναι να παραμένουν πάντοτε κοντά του και να λειτουργούν ως αγγελιοφόροι του σε διάφορα μέρη της πόλης. Εισάγουν ενώπιόν του όλους τους επισκέπτες και πρέπει να είναι έτοιμοι μέρα και νύχτα για να διεκπεραιώσουν τις εντολές του. Όταν φτάσουν στην ηλικία των δεκαεπτά ή δεκαοκτώ ετών, κατατάσσονται στις τάξεις των μουλαζεμίν, και τις θέσεις τους παίρνουν άλλοι.22

Επίλογος

Η ντίμμι-δουλεία είναι ιστορικό, πολιτικό, κοινωνικό και γεωγραφικό γεγονός. Η χωρική της περιοχή, αν και μεταβλητή, καθορίζεται από πολύ ακριβή περιγράμματα και σύνορα. Είναι ζωντανό ιστορικό φαινόμενο με περιόδους επέκτασης και αναίρεσης. Πολλοί άνθρωποι έχουν πληγεί και εκατομμύρια άτομα έχουν βιώσει τους περιορισμούς της. Αποτελεί μέρος της γενικής ιστορίας της ανθρωπότητας. Καθορίζεται από συγκεκριμένους χαρακτήρες που την καθιστούν ξεχωριστή κατηγορία. Η διάρκειά της διαφέρει από τόπο σε τόπο, καλύπτοντας αιώνες ή περισσότερο από μια χιλιετία.

Image
Ιστιοφόρο σκλάβων στον Νείλο. Σουδάν
Slatin (1896), σελ. 430

Η ντίμμι-δουλεία είναι εξελισσόμενο και όχι στατικό σύστημα, υποχρεωμένο από την ίδια του τη δυναμική προς συνεχή ανάπτυξη. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να περιοριστεί σε τύπους όπως «προστατευόμενη θρησκευτική μειονότητα», «σύστημα ισλαμικής ανεκτικότητας» ή «πολίτες δεύτερης κατηγορίας». Η ντίμμι-δουλεία —μέσω των εκπροσώπων της, της τζιχάντ και της σαρία— έχει υπάρξει δύναμη που καθορίζει την ανθρώπινη ιστορία. Προκαλούσε συνεχείς πολέμους σε πολλές ηπείρους ξεκινώντας από την καρδιά της επέκτασής της στην Αραβία. Προκάλεσε πολλές εξεγέρσεις και ένοπλες επεμβάσεις από ευρωπαϊκά κράτη και από τη Ρωσία. Τον 19ο αιώνα κυριαρχούσε στην πολιτική αυτών των κρατών, η οποία διέφερε όσον αφορά την κατάργησή της ή τη διατήρησή της στα Βαλκάνια.

Η ντίμμι-δουλεία έχει καταβροχθίσει σε θάνατο πολλούς λαούς και λαμπρούς πολιτισμούς. Έχει διαμορφώσει και συντρίψει αμέτρητες γενιές και έχει επηρεάσει νοοτροπίες. Ακόμη και σήμερα, προωθεί παντού στον κόσμο πολιτικές και στρατιωτικές δυνάμεις. Αποτελεί πεδίο έρευνας και σύγκρισης για πολυεπιστημονικές ομάδες εμπειρογνωμόνων. Απαιτεί πολυδιάστατη προσέγγιση, λαμβάνοντας υπόψη την αλληλεπίδραση πολλών παραγόντων. Δεν είναι το είδος της ιστορίας όπου ο καλός στη μία πλευρά μπορεί να διακριθεί από τον κακό στην άλλη, γιατί, σε κάθε ανθρώπινο έπος, όλα ανακατεύονται και επικαλύπτονται καθώς εκτυλίσσεται ο χρόνος. Μόνο ωχρές αντανακλάσεις και αμυδρές αντηχήσεις αναδύονται από αυτό το κουβάρι αιώνων και πλήθους. Η παρούσα μελέτη ούτε επιβεβαιώνει ούτε αρνείται την αρχή της ισλαμικής ανεκτικότητας. Δεν προσποιείται ότι αποτελεί αξιολογική κρίση. Περιορίζεται στη διατύπωση θεμάτων για προβληματισμό και εγείρει μερικά ερωτήματα ως συμπέρασμα.

Ποιοι είναι οι πληθυσμοί στους οποίους στόχευε η ντίμμι-δουλεία; Γιατί καταβρόχθισε ολόκληρους λαούς και γιατί άλλοι πέτυχαν να ελευθερωθούν από αυτήν; Ποιες είναι οι δυνάμεις που την οργανώνουν και την επιβάλλουν, αιώνα μετά τον αιώνα, κύμα πάνω στο κύμα, διαμορφώνοντας τον εαυτό τους σε ένα αρχικό σχέδιο, ένα μακροπρόθεσμο πολιτικό πλάνο; Από την άλλη πλευρά, ποιες είναι οι παθογόνες αιτίες μέσα στον στοχευόμενο πολιτισμό, που βοηθούν και λειτουργούν για την αυτοκαταστροφή του; Μήπως είναι προσωπική φιλοδοξία, προδοσία, αλληλοκτόνος πόλεμος, ασυνείδητη επιθυμία θανάτου που νιώθουν υλιστικές και εκλεπτυσμένες κοινωνίες, ανίσχυρες και ανίκανες να πολεμήσουν για να επιβιώσουν; Η ντίμμι-δουλεία —και αυτό πρέπει να τονιστεί— είναι τόσο η ιστορία της καταπίεσης όσο και της συνεργασίας. Πιθανότατα δεν θα είχε αναπτυχθεί χωρίς αυτή τη συνεργασία —μέσω σαφώς καθορισμένων κανόνων και στόχων— μεταξύ μιας κατακτητικής μιλιταριστικής μειονότητας και των πολύ πολιτισμένων κοινωνιών πλειοψηφίας, οι οποίες εγκατέλειπαν την υπεράσπιση της κληρονομιάς και του πλούτου τους σε ξένους στρατούς. Περιλάμβανε τη μετάθεση κτήσεων από πλούσιους λαούς σε φτωχούς λαούς, αλλά και τη γέννηση πολιτισμών στις στάχτες των παλιών. Μια προσπάθεια εξισλαμισμού πλήθους λαών επί εκτεταμένων εδαφών, που απλώνονταν από τη Ρωσία μέχρι το Σουδάν, από το Μαγρέμπ μέχρι τον Ινδό ποταμό, μπορούσε να είχε αποτύχει—και μάλιστα η ιστορία φαίνεται συχνά να διστάζει. Η επιτυχία της οφείλεται τόσο στο παθιασμένο ατρόμητο των στρατιωτών του Ισλάμ όσο και στην οξυδέρκεια των πολιτικών του, όπως και στη δωροδοκία, τις προδοσίες και την ενεργό συνεργασία ντίμμι ηγετών και φιλόδοξων αποστατών.

Ενώ η ούμμα ένωνε όλο το στρατιωτικό, δημογραφικό, νομικό και οικονομικό δυναμικό της γύρω από έναν μόνο στόχο, οι ηγέτες των ντίμμι —χωρισμένοι από θρησκευτικό σεχταρισμό και οικονομικό πραγματισμό— ήσαν πρόθυμοι να συσσωρεύουν πλούτο υπό αραβική και τουρκική κυριαρχία. Στην πραγματικότητα θα ήταν εύκολο να την παρουσιάσουμε ως ιστορία διαφθοράς, δειλίας, τύφλωσης και μικροψυχίας.

Και όμως η ντίμμι-δουλεία αποκαλύπτει μια άλλη πραγματικότητα. Εδώ υπάρχουν λαοί οι οποίοι, έχοντας ενσωματώσει την ελληνιστική κληρονομιά και τη βιβλική πνευματικότητα, διέδωσαν τον εβραιο-χριστιανικό πολιτισμό μέχρι την Ευρώπη και τη Ρωσία. Εβραίοι, χριστιανοί και ζωροαστρικοί, κατακτημένοι από νομαδικές ομάδες, δίδασκαν τους καταπιεστές τους, με υπομονή αιώνων, τις λεπτές δεξιότητες της διακυβέρνησης αυτοκρατοριών, την ανάγκη για νόμο και τάξη, τη διαχείριση των οικονομικών, τη διοίκηση της πόλης και της υπαίθρου, τους κανόνες φορολόγησης αντί για εκείνους της λεηλασίας, τις επιστήμες, τη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία και τις τέχνες, την οργάνωση και τη μετάδοση της γνώσης —εν ολίγοις τα βασικά στοιχεία και τα θεμέλια του πολιτισμού.

Ήσαν οι αγρότες εκείνοι που έσπερναν, φύτευαν και καλλιεργούσαν. Που όργωναν, θέριζαν και δούλευαν στα χωράφια. Που φρόντιζαν τα περιβόλια και τα γελάδια. Οι μελισσοκόμοι και οι αμπελουργοί. Οι αγρότες και εργάτες. Στις πόλεις ήσαν οι τεχνίτες εκείνοι που δούλευαν, σφυροκοπούσαν, ύφαιναν και σχεδίαζαν αντικείμενα. Οι υαλουργοί, οι ναυτικοί και οι έμποροι. Ήσαν επίσης οι πολεοδόμοι που φαντάζονταν τις πόλεις, οι αρχιτέκτονες που σχεδίαζαν τα τζαμιά και τα ισλαμικά παλάτια, οι κτίστες που τα έχτιζαν και οι άνθρωποι που συντηρούσαν γέφυρες και υδραγωγεία. Ως καλλιτέχνες δημιουργούσαν, σμίλευαν και έδιναν απλόχερα την ιδιοφυΐα τους στην «ισλαμική τέχνη» —μια ιδιοφυΐα που είχε ζωντανέψει την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική, τα ψηφιδωτά και την απέραντη ποικιλία των μικρών τεχνών ενός προ-ισλαμικού πολιτισμού της Μεσογείου που εξακολουθούμε να θαυμάζουμε σήμερα. Ως συγγραφείς, λόγιοι, ποιητές, φιλόσοφοι και ιστορικοί, μελετούσαν επιμελώς τη γνώση που κληροδοτούνταν ανά τους αιώνες. Ως μεταφραστές και αντιγραφείς, μετέγραφαν αυτό το σύνολο γνώσης, προκειμένου να καλλιεργήσει τους άξεστους κατακτητές τους.

Αποδεκατισμένοι από επιδρομές (ράζζια) στην ύπαιθρο, αναζητούσαν καταφύγιο στις πόλεις που ανέπτυσσαν και εξωράιζαν. Στιγματισμένους με αποδοκιμασία, οι κατακτητές επέλεγαν ακόμη να τους σύρουν από περιοχή σε περιοχή, προκειμένου να ξαναδώσουν ζωή σε κατεστραμμένα εδάφη και να ξαναφτιάξουν κατεστραμμένες πόλεις. Και πάλι έχτιζαν, πάλι δούλευαν. Πάλι διώχνονταν, πάλι λεηλατούνταν και ελευθερώνονταν με πληρωμή λύτρων. Και καθώς λιγόστευαν, καθώς στέρευε το αίμα και το πνεύμα τους, ο ίδιος ο πολιτισμός εξαφανιζόταν, η παρακμή τελμάτωνε, η βαρβαρότητα βασίλευε σε εδάφη τα οποία προηγουμένως, όταν ήσαν δικά τους, ήσαν εδάφη πολιτισμού, καλλιεργειών και αφθονίας.

Οι ελίτ που διέφυγαν στην Ευρώπη πήραν μαζί τους τις πολιτιστικές αποσκευές τους, την ευρυμάθειά τους και τις γνώσεις τους για τους κλασικούς της αρχαιότητας. Στη συνέχεια, στις χριστιανικές χώρες-καταφύγια —Ισπανία, Προβηγκία, Σικελία, Ιταλία— αναπτύχθηκαν πολιτιστικά κέντρα όπου χριστιανοί και Εβραίοι από εξισλαμισμένες χώρες δίδασκαν στη νεαρή Ευρώπη τη γνώση της παλαιάς προ-ισλαμικής Ανατολής, που μεταφράστηκε παλαιότερα στα αραβικά από τους προγόνους τους. Αγκαλιάζοντας τις δύο ακτές της Μεσογείου, μεσάζοντες μεταξύ δύο πολιτισμών, εξασφάλιζαν το εμπόριο, τις ανταλλαγές, την κυκλοφορία εμπορευμάτων και ιδεών και τη μεταφορά τεχνολογίας, εμπλουτίζοντας τον εαυτό τους και άλλους με την εφευρετικότητά τους. Στη συνέχεια, κατά τον 19ο αιώνα, όταν η Ευρώπη σήκωσε την αυλαία της αποδοκιμασίας που τους έπνιγε, αντιμετώπισαν ξανά την πρόκληση της νεωτερικότητας. Σιδηρόδρομοι, τηλέγραφος, εκτύπωση, δημοσιογραφία, μεταφορές, βιομηχανία, τράπεζες: παντού ήσαν οι υποστηρικτές, το προζύμι του πολιτισμού και της εξέλιξης. Και πάλι ακούραστοι τεχνίτες της προόδου, οικοδόμοι του πολιτισμού, δημιουργούσαν την υποδομή της νεωτερικότητας από την Περσία μέχρι το Μαγρέμπ. Και πάλι διωγμένοι, λεηλατημένοι, αποδεκατισμένοι, διέφευγαν στην Αμερική, στην Ευρώπη, στο Ισραήλ, όπου Αρμένιοι, Μαρωνίτες, Σύροι, Χαλδαίοι, Κόπτες και Εβραίοι ζουν από τη δική τους εργασία και όχι από διεθνή φιλανθρωπία. Από εδώ και πέρα, από την Τουρκία μέχρι το Ιράν και τις αραβικές χώρες μικρο-μειονότητες αγωνίζονται μαζί με τα τελευταία απομεινάρια πολλών χριστιανών και Εβραίων που κατοικούσαν παλαιότερα αυτές τις περιοχές. Μόνο νεκροταφεία και ερείπια θυμίζουν το παρελθόν τους. Τα ιστορικά, πολιτικά και πολιτιστικά τους δικαιώματα διαλύονται στη μεγάλη λήθη του χρόνου και, στη σφετερισμένη ιστορία τους, αποκαλύπτεται η βαθιά αίσθηση της ντίμμι-δουλείας: εξάλειψη στην ανυπαρξία και το τίποτε.

Και έτσι αυτή η μελέτη θα προτιμούσε να ολοκληρωθεί με μια επιδοκιμασία. Μαλιστα καθώς οι αιώνες ρίχνουν τα φύλλα τους, αυτοί οι απόβλητοι της ιστορίας αποκαλύπτουν την άπειρη ποικιλία του ανθρώπινου χαρακτήρα. Δουλοπρεπής, διεφθαρμένος, δειλός, μοχθηρός και αυθάδης, αλλά και μορφωμένος, εργατικός και ηρωικός. Όλες οι όψεις αναμιγμένες και ανακατεμένες. Πρόσωπα αίματος και δακρύων, πρόσωπα σοφίας και έρευνας, διαμορφωμένα σε ανθρώπινο μάγμα χιλίων ετών, το οποίο ο ιστορικός προσεγγίζει μόνο με σεβασμό και χωρίς κρίση.

<-9. Χαρακτηριστικά της ντίμμι-δουλείας Έγγραφα: i. Τζιχάντ->
Scroll to Top