| <-5. Σχέσεις μεταξύ ντίμμι κοινοτήτων | 7. Εθνικισμοί (1820-1918)-> |
6. Από τη χειραφέτηση στον εθνικισμό (1820-1876)
Το ευρωπαϊκό ανθρωπιστικό κίνημα
Η χειραφέτηση των ντίμμι, που τρεφόταν από τις ευρωπαϊκές επαναστατικές ιδέες, ήταν ένα από τα πολλά επιτεύγματα αυτής της γόνιμης Ευρώπης του 19ου αιώνα. Συνδεδεμένη με περιστάσεις έξω από το νταρ αλ-Ισλάμ, η χειραφέτηση μπορούσε να επιβληθεί, θέλοντας και μη, χάρη στην ασυνήθιστη σύγκλιση πολλών πολιτιστικών, κοινωνικών, επιστημονικών και οικονομικών παραγόντων, σε περίοδο που η Ευρώπη ήταν στρατιωτικά ισχυρή.
Τα κινήματα για την εθνική ανεξαρτησία και για τα κοινωνικά δικαιώματα, εμπνεόμενα από την Αμερικανική και τη Γαλλική Επανάσταση, δημιουργούσαν πολιτικές θεωρίες στην Ευρώπη βασισμένες σε αξίες ισονομίας και κοσμικότητας. Ταυτόχρονα, το πάθος για την ιστορία, την αρχαιολογία και την ανακάλυψη του αρχαίου κόσμου ενθάρρυνε ταξίδια σε μακρινές χώρες. Ο σιδηρόδρομος και ο ατμός μείωναν τις αποστάσεις. Η τηλεγραφία επιτάχυνε την επικοινωνία, δημιουργούσε αμεσότητα και έτσι διεύρυνε τον ρόλο των εφημερίδων. Γεννημένη από τη βιομηχανική επανάσταση, μια πλούσια και εγγράμματη ευρωπαϊκή αστική τάξη, που ενδιαφερόταν να εξερευνήσει νέους ορίζοντες, έμπαινε τώρα σε εκείνες τις επικίνδυνες μέχρι τότε περιοχές, εχθρικές προς χριστιανούς. Μάλιστα ακόμη και αν χρειαζόταν ένοπλη συνοδεία σε περιοχές όπου κυριαρχούσαν νομαδικές φυλές —όπως η Παλαιστίνη, η Συρία και το Ιράκ— οι ευρωπαϊκές δυνάμεις μπορούσαν στο εξής να φιμώνουν τον φανατισμό και να επιβάλλουν το απαραβίαστο του προσώπου και της περιουσίας των υπηκόων τους.
Σε αυτά τα προσκυνήματα και τα ταξίδια πίσω στις πολιτιστικές τους ρίζες, Ευρωπαίοι και Αμερικανοί ανακάλυπταν τα ερείπια της αρχαίας Ελλάδας, του Ισραήλ και των εκκλησιών του πρώιμου Χριστιανισμού. Μπορούσαν να παρατηρούν τη φθορά αυτών των λαών, κληρονόμων μεγάλων πολιτισμών, αλλά τώρα ταπεινωμένων και καταφρονημένων κάτω από ξένο ζυγό στις δικές τους χώρες. Τους έβλεπαν να τους στοιχειώνουν επικριτικά τα συντριμμένα κατάλοιπα ενός ένδοξου παρελθόντος. Προωθούμενοι σε εποχή επιστήμης και εκμηχανισμού, αυτοί οι περιηγητές ανακάλυπταν, στις ίδιες τις πύλες της Ευρώπης, έναν κόσμο στασιμότητας και σκοταδισμού με μάζες ευνούχων και σκλάβων, χαρέμια, προκατειλημμένη και συνοπτική δικαιοσύνη και εξαθλιωμένους ντίμμι που υποβάλλονταν σε κεφαλικό φόρο και ενδυμασίες διακρίσεων. Μέσα σε αυτό το πολιτικό και πολιτιστικό κλίμα αναπτυσσόταν στις τάξεις της ευρωπαϊκής διανόησης ένας δεσμός συμπόνιας και συμπάθειας για τα θύματα μιας χιλιετίας καταπίεσης.
Η πολιτική των Δυτικών δυνάμεων
Κατά τη διάρκεια αυτού του αιώνα ευρωπαϊκής επέκτασης, τα ανταγωνιζόμενα συμφέροντα των δυτικών δυνάμεων συνδυάζονταν, έτσι ώστε να συμβιβάσουν τη ρεαλιστική πολιτική (ρεαλπολιτίκ) του κράτους με εκείνην ακριβώς την ανθρωπιστική τάση της κοινής γνώμης. Κάποιες φορές, ιδιαίτερα στην περίπτωση της Ελλάδας, η πίεση από το ανθρωπιστικό ρεύμα υποχρέωνε τη Γαλλία και την Αγγλία να ξεπερνούν τις επιφυλάξεις τους και να βοηθούν στρατιωτικά τους ραγιάδες.
Επιπλέον, η αδυναμία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ενθάρρυνε τους άμεσους γείτονές της —τη Ρωσία και την Αυστρο-Ουγγρική Αυτοκρατορία— να τρέφουν επεκτατικές φιλοδοξίες που ανησυχούσαν τη Γαλλία και την Αγγλία, που ενδιαφέρονταν να διατηρήσουν την ισορροπία δυνάμεων στην Ευρώπη. Τα ευρωπαϊκά κράτη, τα οποία παρακολουθούσαν το ένα το άλλο στενά και δεν ομοφωνούσαν για τη διαίρεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προτιμούσαν να παγώνουν την κατάσταση και να ματαιώνουν τυχόν ρωσικά ή αυστριακά σχέδια υποβοήθησης των χριστιανικών πληθυσμών στις τουρκικές παραμεθόριες επαρχίες.
Ως υποκινητής αυτής της πολιτικής, η Μεγάλη Βρετανία υπερασπιζόταν την αρχή της εδαφικής ακεραιότητας της Τουρκικής Αυτοκρατορίας. Εκμεταλλευόμενη την αδυναμία της Πύλης, λειτουργούσε ως παρασκηνιακή εξουσία στην Κωνσταντινούπολη και έλεγχε τους θαλάσσιους δρόμους για το εμπόριο με τις Ινδίες. Ακριβώς όπως η Βρετανία δεν ανεχόταν ρωσική ή αυστριακή επέκταση σε βάρος της Τουρκίας, έτσι αντιτασσόταν στην εμφάνιση ανεξάρτητων μικρο-βαλκανικών κρατών, που θα μπορούσαν να προσελκυστούν σε σφαίρες επιρροής άλλων δυνάμεων.
Στο μεταξύ οι εκβιασμοί, η τυραννία και ο θρησκευτικός φανατισμός προκαλούσαν εξεγέρσεις από ραγιάδες, οι οποίες οδηγούσαν σε αιματηρή τουρκική καταστολή και στρατιωτικές επεμβάσεις από τη Ρωσία και την Αυστρία. Για να εξαλείψει κάθε πρόσχημα παρέμβασης, η Ευρώπη προσπαθούσε να καταργήσει τις καταχρήσεις εισάγοντας μεταρρυθμίσεις στην Τουρκία. Αυτές οι ανατροπές αφορούσαν σειρά αλλαγών που αποσκοπούσαν, ειδικότερα, στην αναδιοργάνωση των οικονομικών της τουρκικής κυβέρνησης, στην ενίσχυση της στρατιωτικής της δύναμης και στην εγγύηση της νομικής ισότητας μουσουλμάνων και μη μουσουλμάνων.
Αυτά ήσαν τα πολιτικά κίνητρα —υπήρχαν και άλλα οικονομικά— που ενοποιούσαν την ευρωπαϊκή πολιτική και το ανθρωπιστικό ρεύμα, προκειμένου να αναγκάσουν την Τουρκία να υιοθετήσει την αρχή της ισότητας των δικαιωμάτων για τους μουσουλμάνους και τους ραγιάδες. Αλλά η χειραφέτηση των ντίμμι προϋπέθετε θεμελιώδη μετασχηματισμό αξιών. Μια νέα, καθολική έννοια —δικαιώματα— αντικαθιστούσε την προηγούμενη έννοια της ανεκτικότητας, που προερχόταν από υποκειμενική και ιεραρχική σχέση μεταξύ ανώτερου και κατώτερου, έννοια που είχε δημιουργήσει, διατηρήσει και διαιωνίσει μια κατάσταση ανισότητας. Τα δικαιώματα είναι αναφαίρετα, αλλά η ανεκτικότητα, που βασίζεται στην καλή θέληση ή στον πολιτικό οπορτουνισμό, μπορεί να αποσύρεται κατά βούληση. Τα δικαιώματα εγγυώνται αξιοπρέπεια και ασφάλεια, αλλά η ανεκτικότητα, η άρνηση των δικαιωμάτων, δημιουργεί δόλο, μηχανορραφία και διαφθορά ως το μοναδικό δυνατό μέσο επιβίωσης σε συνθήκες μόνιμης ανασφάλειας. Εδώ είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η λέξη «χειραφέτηση» για τους ραγιάδες σχετίζεται με πολύ διαφορετική διαδικασία από εκείνη της χειραφέτησης των Προτεσταντών και Εβραίων στις ευρωπαϊκές χώρες. Μάλιστα οι ντίμμι δεν μπορούν να εξομοιωθούν ιδεολογικά και πολιτικά με τις θρησκευτικές μειονότητες της Ευρώπης, αλλά παρ’ όλα αυτά ο όρος «χειραφέτηση» θα υιοθετηθεί, λόγω έλλειψης καλύτερης λέξης, ακόμη και αν εκφράζει πλαίσιο διαφορετικό από την ευρωπαϊκή διαδικασία.
Μια σημαντική διαφορά διέκρινε την αρχή της ευρωπαϊκής προστασίας από εκείνη της χειραφέτησης. Η προστασία προέκυπτε από συλλογή εμπορικών συμφωνιών μεταξύ κρατών, προκειμένου να προωθείται το εμπόριο σε βάση αμοιβαιότητας. Αυτές οι συμβάσεις αφορούσαν Οθωμανούς εμπόρους που πήγαιναν στην Ευρώπη και ξένους εμπόρους που εγκαθίσταντο στην Τουρκική Αυτοκρατορία, με τη μετέπειτα προσθήκη ραγιάδων που απασχολούνταν στα προξενεία, ο αριθμός των οποίων παρέμενε περιορισμένος και αμφισβητούμενος. Όμως, αναγκάζοντας την Τουρκία να ανακαλέσει τη ντίμμα, η Ευρώπη υιοθετούσε εντελώς διαφορετική προσέγγιση. Όχι μόνο παρενέβαινε άμεσα στην κυβέρνηση ενός κυρίαρχου κράτους, αλλά, επιπλέον, το κράτος αυτό καταργούσε, με τη δική του εξουσία, μια θεμελιώδη αρχή της ισλαμικής πολιτικής: τις διακρίσεις και ανισότητες σε κάθε πτυχή της ζωής των κατακτημένων, μη μουσουλμανικών, ντόπιων λαών. Δεν επρόκειτο πια για συμφωνίες που αφορούσαν περιορισμένο αριθμό ατόμων, όπως στην περίπτωση της προστασίας, αλλά για πρωτοβουλία που περιλάμβανε εκατομμύρια χριστιανούς ραγιάδες που ζούσαν στις δικές τους χώρες —σε μεταβαλλόμενη πυκνότητα, σύμφωνα με ιστορικές ή γεωγραφικές περιπέτειες— και υπόκεινταν σε εκείνους τους νόμους που απέρρεαν από την αραβο-ισλαμική κατάκτηση. Επιβάλλοντας στην Πύλη την αρχή των ίσων δικαιωμάτων, η Ευρώπη έλπιζε να ειρηνεύσει τα Βαλκάνια, ενώ δικαιολογούσε στην κοινή γνώμη την υποστήριξή της σε μια μεταρρυθμισμένη Τουρκική Αυτοκρατορία, η οποία θα είχε καταργήσει τις διακρίσεις εις βάρος χριστιανών.
Στις 3 Νοεμβρίου 1839 ο σουλτάνος Αμπντ αλ-Ματζίντ διακήρυξε το Χατ-ι Σάριφ της Γκιούλχανε. Ύστερα από συντριπτική στρατιωτική ήττα λίγους μήνες νωρίτερα στο Νεζίμπ, η οποία προκλήθηκε από τον υποτελή του, τον Μοχάμεντ Άλη, ηγεμόνα της Αιγύπτου, ο αυτοκρατορικός θρόνος είχε μόλις σωθεί χάρη στην επέμβαση των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Σε αυτό το φιρμάνι ο σουλτάνος ανακοίνωνε την πρόθεσή του να πραγματοποιήσει σειρά μεταρρυθμίσεων (τανζιμάτ), που θα βελτίωναν την κατάσταση των υπηκόων του, ανεξάρτητα από τη θρησκεία τους.
Κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου (1853-56) η Τουρκία αντιλήφθηκε ξανά την αδυναμία της απέναντι στη Ρωσία και την εξάρτησή της από την αγγλο-γαλλική στρατιωτική βοήθεια. Στις 18 Φεβρουαρίου 1856 ο σουλτάνος Αμπντ αλ-Ματζίντ εκφώνησε το Χατ-ι Χουμαγιούν σε επίσημη τελετή. Ανακοίνωσε μεταρρυθμίσεις που θα καταργούσαν την κατάχρηση και την αδικία και θα εγγυούνταν την ασφάλεια περιουσίας και προσώπων και την ισότητα όλων των υπηκόων του ενώπιον του νόμου, ανεξαρτήτως θρησκείας.
Αυτά τα δύο φιρμάνια διακηρύχθηκαν στο τέλος δύο πολέμων, που θα ήσαν μοιραίοι για την Πύλη χωρίς τη βοήθεια της Ευρώπης. Υποστηρίχθηκαν από τη Μεγάλη Βρετανία: το πρώτο από τον υπουργό Εξωτερικών, τον Λόρδο Πάλμερστον και το δεύτερο από τον Λόρδο Στράτφορντ ντε Ρέντκλιφ, Βρετανό πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη και υπέρμαχο του τουρκόφιλου κινήματος. Το άρθρο 7 της Συνθήκης του Παρισιού, που υπογράφηκε λίγες εβδομάδες μετά το Χατ-ι Χουμαγιούν, καθόριζε ότι οι πέντε ευρωπαϊκές υπογράφουσες δυνάμεις —Γαλλία, Αυστρία, Μεγάλη Βρετανία, Πρωσία, Ρωσία και Σαρδηνία— αποδέχονταν την Υψηλή Πύλη ως συμμετέχουσα στα πλεονεκτήματα του διεθνούς δημοσίου δικαίου. Δεσμεύονταν επίσης ότι «θα σέβονταν την ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας». Το άρθρο 8 επιβεβαίωνε το προηγούμενο σημείο και διευκρίνιζε ότι οι συγκρούσεις με την Υψηλή Πύλη έπρεπε να επιλύονται με κοινή διαβούλευση και όχι με τη βία. Σαν να ήθελε να συσχετίσει τη χειραφέτηση των ραγιάδων με τον σεβασμό της τουρκικής εδαφικής ακεραιότητας, το ακόλουθο άρθρο αναφερόταν απευθείας στο Χατ του 1856 και επιβεβαίωνε την πρόθεση του σουλτάνου να θεμελιώσει την ισότητα των υπηκόων του «χωρίς διάκριση ως προς τη θρησκεία ή τη φυλή». Η θέση της Ευρώπης καθοριζόταν με σαφήνεια ως εξής: ο σεβασμός της εδαφικής ακεραιότητας της Τουρκίας συνδεόταν με ένα άθροισμα διοικητικών μεταρρυθμίσεων, συμπεριλαμβανομένης της ισότητας δικαιωμάτων που είχε υποσχεθεί ο σουλτάνος.

Εκκλησία Παναγίου Τάφου. Ιερουσαλήμ
Σημειώστε την απουσία σταυρού
Pierotti ( 1864), τομ. 2, εικ. 31
Σε αντίθεση με ό,τι φαινόταν, αυτή η πολιτική προωθούσε τα τουρκικά συμφέροντα και ήταν επιζήμια για τις φιλοδοξίες των βαλκανικών λαών που ισχυριζόταν ότι προστάτευε. Είναι αλήθεια ότι μόνο οι Έλληνες, οι Σέρβοι και οι Ρουμάνοι έδειχναν οποιαδήποτε τάση για ανεξαρτησία στις αρχές του 19ου αιώνα. Αιώνες ταπεινωτικής υποτέλειας είχαν καταστρέψει —ακόμη και μεταξύ των καλύτερα μορφωμένων ραγιάδων— τις ιδιότητες που χρειάζονταν για να ενωθούν και να απελευθερωθούν. Η κοινωνικοπολιτική τους φθορά επιδεινωνόταν από χρόνια διχόνοια και εσωτερικές καταγγελίες. Παρατηρούμενοι από τους ισχυρούς γείτονές τους, οι ραγιάδες των Βαλκανίων κινδύνευαν να ανταλλάξουν τον τουρκικό δεσποτισμό με έναν αυστριακό ή ρωσικό ζυγό.
Για τα δικά της συμφέροντα, η Ευρώπη είχε καθορίσει ότι η Τουρκική Αυτοκρατορία —όταν μεταρρυθμιζόταν— θα ήταν απαραβίαστη. Έτσι η ευρωπαϊκή προπαγάνδα χρησιμοποιούσε περίεργα επιχειρήματα για να αποδείξει την ανεκτικότητα της τουρκικής κυβέρνησης απέναντι στους ραγιάδες της, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να απεικονίζει την κατάστασή τους ως καλύτερη, ακόμη και προτιμότερη, από εκείνη των μουσουλμάνων. Το ευρωπαϊκό τουρκόφιλο κίνημα εξυμνούσε τα προνόμια και τις ελευθερίες που ευνοούσαν τους ραγιάδες, οι οποίοι περιγράφονταν εκτενώς ως έχοντες αρνητικά χαρακτηριστικά. Τέτοια επιχειρήματα, που έχουν γίνει συνηθισμένα ακόμη και σε ορισμένες σύγχρονες μελέτες, έπρεπε να αντικατασταθούν στο πλαίσιο της αγγλο-γαλλικής πολιτικής που αφορούσε τη διατήρηση της ισορροπίας δυνάμεων στην Ευρώπη.1
Αν και κρίσιμης σημασίας, η κατάργηση των διακρίσεων και της ανασφάλειας από την οποία υπέφεραν όλοι οι πληθυσμοί ραγιάδων ήταν, στην πραγματικότητα, μόνο προκαταρκτικό μέτρο. Κάθε μιλλιέτ αναδιοργανώθηκε σε προσπάθεια εξάλειψης, από την κορυφή της παντοδύναμης θρησκευτικής ιεραρχίας, των αιτιών που ευθύνονταν για κατάχρηση, διαφθορά, νεποτισμό και άγνοια. Τα μέτρα αυτά συνοδεύονταν από πρόγραμμα εκπαιδευτικής και πολιτιστικής ανάπτυξης. Στον τομέα της διοίκησης επιτρεπόταν στους ραγιάδες να μοιράζονται με τους μουσουλμάνους τις τοπικές αρμοδιότητες της επαρχιακής κυβέρνησης, καθώς και την αναλογική εκπροσώπηση κάθε κοινότητας στην κεντρική κυβέρνηση. Τα ίσα δικαιώματα συνεπάγονταν επίσης στρατιωτικά καθήκοντα. Η Βρετανία θεωρούσε τη συμμετοχή των ραγιάδων στις δυσκολίες και τους κινδύνους του πολέμου ως μέσο σκλήρυνσης πληθυσμών, στους οποίους είχε απαγορευτεί η οπλοφορία και τους οποίους οι νόμοι είχαν οδηγήσει σε δειλία.
Αυτός ο μετασχηματισμός των φόρου υποτελών λαών σε πολίτες ίσους με τους μουσουλμάνους ενσωματώθηκε σε ένα τεράστιο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού (τανζιμάτ) της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, που πραγματοποιήθηκε με τη συνεργασία Ευρωπαίων εμπειρογνωμόνων. Περιλάμβανε την εισαγωγή στο νταρ αλ-Ισλάμ των δυτικών διοικητικών τεχνικών, μαζί με ολόκληρο τον αντίστοιχο νομικό, πολιτιστικό και επιστημονικό μηχανισμό.2 Ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’ (1808-39), εντυπωσιασμένος από τη βιομηχανική επέκταση της Ευρώπης, είχε ήδη αναλάβει να μεταρρυθμίσει την αυτοκρατορία του. Κατά μείζονα λόγο, η αύξηση της στρατιωτικής δύναμης των γειτονικών δυνάμεων της Αυστρίας και της Ρωσίας μπορούσε μόνο να παρακινήσει περαιτέρω την Πύλη να εξασφαλίσει τη νομιμοφροσύνη των ραγιάδων υπηκόων της.
Το τουρκικό μεταρρυθμιστικό κίνημα, λοιπόν, ξεκινούσε να εξαλείψει τις θρησκευτικές διαιρέσεις και να ενώσει όλους τους διαφορετικούς λαούς της αυτοκρατορίας γύρω από μια νέα ιδεολογία: τον Οθωμανισμό. Αυτή η εθνικιστική ιδεολογία υποστήριζε την ισότητα όλων των Οθωμανών υπηκόων. Η κοσμική αντίληψή της για την κοινωνία ερχόταν σε πλήρη σύγκρουση με τις αξίες της ούμμα, η οποία βασιζόταν στη θρησκευτική αλληλεγγύη. Ωστόσο ο Οθωμανισμός υποτιμούσε τη βασική ιδιαιτερότητα των ραγιάδων, των οποίων τα αιτήματα για θρησκευτική χειραφέτηση συνέπιπταν με τις εθνικές τους επιδιώξεις. Οι Έλληνες, Σέρβοι, Ρουμάνοι, Βούλγαροι και Αρμένιοι αγωνίζονταν περισσότερο για τη γη, τη γλώσσα, τον πολιτισμό και την ιστορία τους παρά για τη θρησκεία τους.
Εμπνευσμένος από αφηρημένες έννοιες που εισάγονταν από το εξωτερικό, ο Οθωμανισμός παρέμενε επιφανειακός και περιοριζόταν σε περιορισμένο αριθμό πολιτικών. Ως όχημα χειραφέτησης, πρότεινε μια μεταρρυθμιστική πολιτική που θα μεταμόρφωνε πλήρως τις πολιτικές και ιεραρχικές παραδόσεις της ούμμα. Ένα προκαταρκτικό βήμα για αυτή τη νέα κοινωνία, που προβλεπόταν από ρεαλιστές Οθωμανούς πολιτικούς που ήσαν πρόθυμοι να βελτιώσουν το πολιτιστικό και οικονομικό επίπεδο των λαών τους, απαιτούσε πρώτα την κατάργηση της αρχαϊκής κοινωνικής δομής, η οποία, υποβιβάζοντας τον άπιστο, είχε ενθαρρύνει την καταπίεση και τη νομική διαφθορά.
Οι Ευρωπαίοι πρόξενοι αναφέρουν συχνά τις ελλείψεις της οθωμανικής δικαιοσύνης. Ο Ουίλιαμ Χολμς, ο Βρετανός πρόξενος στο Μπόσνα Σεράι (Σεράγεβο), συνοψίζει αυτήν την κατάσταση σε επιστολή της 24ης Φεβρουαρίου 1871 προς τον Υπουργό Εξωτερικών κόμη Γκράνβιλ:
Η άσκοπη καθυστέρηση και παραμέληση, με προκατάληψη συχνά απέναντι σε αθώους, η ανοιχτή δωροδοκία και διαφθορά, η αμετάβλητη και άδικη εύνοια που επιδεικνύεται προς τους μουσουλμάνους σε όλες τις περιπτώσεις μεταξύ Τούρκων και χριστιανών, γεγονός που ξεχωρίζει την τουρκική διοίκηση για εκείνο που ονομάζεται «δικαιοσύνη» σε ολόκληρη την Αυτοκρατορία, δεν μπορεί παρά να θέτει το ερώτημα: Τι θα γίνονταν οι ξένοι στην Τουρκία, αν οι Ευρωπαϊκές Δυνάμεις εγκατέλειπαν τις Διομολογήσεις; Είμαι πεπεισμένος ότι η θέση τους στις επαρχίες, σε κάθε περίπτωση, θα ήταν ανυπόφορη και ότι θα εγκατέλειπαν τη χώρα μέχρι τον τελευταίο άνδρα, ενώ η κατακραυγή και το αίσθημα στην Ευρώπη εναντίον της Τουρκίας θα προκαλούσε τελικά την καταστροφή της. Η καθολική άγνοια, η διαφθορά και ο φανατισμός όλων των τάξεων αποκλείει κάθε ελπίδα για αποτελεσματική απονομή δικαιοσύνης για τουλάχιστον μία ακόμη γενιά.3
Ένας νέος παράγοντας αναδύεται εδώ: η κοινή γνώμη, ένα στοιχείο που επηρέαζε την ευρωπαϊκή ηθική και πολιτική υποστήριξη για την Τουρκία και την έσωζε από κατάρρευση. Εξηγεί το πρωταρχικό μέλημα των ευρωπαϊκών κυβερνητικών γραφείων, ιδιαίτερα του βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών (Φόρεϊν Όφις), να χρησιμοποιούν το τουρκόφιλο κίνημα για να παρουσιάζουν μια ειδυλλιακή εικόνα της ζωής των ραγιάδων, η οποία —όσο αναγκαία κι αν ήταν για τη διατήρηση της ισορροπίας δυνάμεων στην Ευρώπη— δεν συμφωνούσε σχεδόν καθόλου με την πραγματικότητα.
Καθώς η κατάσταση των χριστιανών στη βαλκανική χερσόνησο είχε πάρει διεθνή διάσταση που κινδύνευε να προκαλέσει ευρωπαϊκή σύγκρουση, την Ευρώπη απασχολούσε το ζήτημα των μεταρρυθμίσεων μέχρι τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αμέτρητοι τόμοι εκθέσεων, αναλύσεων και επιστολών συσσωρεύονταν στα κυβερνητικά γραφεία ως αποτέλεσμα αυτής της διπλωματικής δραστηριότητας. Εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να αποτελούν ανεκτίμητη πηγή πληροφοριών για τους χριστιανούς ραγιάδες. Οι μεταρρυθμίσεις —η τελευταία ελπίδα της Ευρώπης να αποφύγει τον διαμελισμό μιας αυτοκρατορίας, την οποία υπερασπιζόταν απεγνωσμένα— συναντούσαν έντονη αντίσταση από μουσουλμανικούς κύκλους.
Η ισλαμική αντίδραση
Στις ισλαμικές κοινωνίες του 19ου αιώνα η ανισότητα μεταξύ ντίμμι και μουσουλμάνων δεν αποτελούσε μόνο ιδεολογικό και νομικό δόγμα, αλλά επίσης διέστρεφε ολόκληρο το σύστημα σχέσεων στην καθημερινή ζωή. Οι μουσουλμάνοι, λοιπόν, ερμήνευαν τις έννοιες των δικαιωμάτων και της ισότητας ως ανατρεπτική αίρεση που τους επέβαλλε ο χριστιανικός κόσμος προκειμένου να αποδυναμώσει το Ισλάμ. Οι μεταρρυθμίσεις, ιδιαίτερα εκείνες που αφορούσαν τη θρησκευτική ισότητα, συναντούσαν βίαιη αντίθεση.
Αντίθεση στην Ευρώπη
Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η υιοθέτηση των δυτικών αρχών της ισότητας των ανθρώπων και της ελευθερίας των λαών προκαλούσε θρησκευτικά και πολιτικά προβλήματα σχετικά με τη νομιμότητα και ακόμη και την ασφάλεια της αυτοκρατορίας. Μάλιστα η χειραφέτηση των ραγιάδων ήταν ενσωματωμένη σε ένα τεράστιο πλαίσιο συνεργασίας, ανταλλαγών και πολιτιστικών αλληλεπιδράσεων μεταξύ του χριστιανικού κόσμου (νταρ αλ-χαρμπ) και του νταρ αλ-Ισλάμ. Ωστόσο η τροποποίηση των σχέσεων μεταξύ αυτών των δύο οντοτήτων αποτελούσε από μόνη της ζύμωση για ιδεολογική, κοινωνική και πολιτική επανάσταση. Η έννοια του μόνιμου και υποχρεωτικού πολέμου εναντίον ενός σατανικού νταρ αλ-χαρμπ αντικαθίστατο από μια ειρηνική σχέση που ενθάρρυνε την υιοθέτηση μεταρρυθμίσεων και ιδεών εμπνευσμένων από έναν μη-μουσουλμανικό κόσμο, απαλλαγμένων από περιφρόνηση και θεολογική απόρριψη. Αυτή η επανένταξη άνοιγε τον δρόμο για τη χειραφέτηση των ραγιάδων, που ήσαν οι ίδιοι πρώην χάρμπι, τα εδάφη των οποίων είχαν απορροφηθεί στο νταρ αλ-Ισλάμ. Αναπόφευκτα, αυτή η διαδικασία χειραφέτησης περιείχε τα μικρόβια της εδαφικής σύγκρουσης, αφού οι οπαδοί των «ανεκτών θρησκειών» ήσαν στην πραγματικότητα λαοί που τους είχε αφαιρεθεί η ιδιοκτησία. Επομένως η εσωτερική λογική της τζιχάντ απαγόρευε τη θρησκευτική χειραφέτηση. Ο συνεχής πόλεμος, η διαστροφή του νταρ αλ-χαρμπ και η κατωτερότητα των κατακτημένων χάρμπι σχημάτιζαν τους τρεις θεμελιώδεις και αλληλεξαρτώμενους πόλους στους οποίους βασιζόταν η επέκταση και η θρησκευτική και πολιτική κυριαρχία της ούμμα.
Η πολιτική κατάσταση αύξανε τη θρησκευτική αδιαλλαξία. Η Γαλλία, που είχε διακηρύξει τη φιλία της για τους μουσουλμάνους, εισέβαλε παρ’ όλα αυτά στην Αίγυπτο (1798) και στην Αλγερία (1830). Η Βρετανία, ο στενός σύμμαχος της Τουρκίας, είχε υποτάξει τους μουσουλμάνους στην Ινδία. Αυτές οι δύο δυνάμεις σκόρπισαν τον αιγυπτιακό-τουρκικό στόλο στο Ναυαρίνο (1827) και διευκόλυναν την ανεξαρτησία των Ελλήνων, αν και με στόχο να αποδυναμώσουν την εξάρτησή τους από τη Ρωσία. Η Ρωσία, από την πλευρά της, είχε καταλάβει τεράστιες περιοχές στη Μαύρη Θάλασσα: την Κριμαία (1783), τη Γεωργία (1800) και τη Βεσσαραβία (1812) και, ενώ ονειρευόταν μια βυζαντινή αναγέννηση στην Κωνσταντινούπολη, βοηθούσε τις εξεγέρσεις στη Σερβία, τη Μακεδονία, και τη Ρουμανία. Απέκτησε αρμενικό έδαφος στην Περσία και ανέλαβε το δικαίωμα επιθεώρησης ολόκληρου του αρμενικού πληθυσμού της Τουρκικής Αυτοκρατορίας (Συνθήκη Αγίου Στεφάνου, 1878). Ο χριστιανικός κόσμος, που θεωρούνταν στο σύνολό του ως νταρ αλ-χαρμπ, ανεξάρτητα από χώρα ή πολιτική, αντιπροσώπευε τον κληρονομικό εχθρό, τον οποίο το Ισλάμ είχε πολεμήσει από την εποχή της θριαμβευτικής πορείας του από την Αραβία και τον οποίο είχε υποτάξει στην Αφρική, την Ασία και την Ευρώπη. Τα ηρωικά κατορθώματα αυτής της τζιχάντ, η οποία εξαπολυόταν επί δώδεκα αιώνες, διατηρούνταν ζωντανά σε διδακτικές αφηγήσεις και λαϊκούς θρύλους.
Αντίθεση στον Οθωμανισμό
Η μουσουλμανική θρησκευτική τάξη κατηγορούσε τον σουλτάνο για υπακοή σε ξένα δικαστήρια και παράβαση των ισλαμικών νόμων που είχαν εξασφαλίσει τις αστραπιαίες νίκες του θριαμβευτικού Ισλάμ. Το δόγμα του πανισλαμισμού, το οποίο κήρυσσαν οι ουλεμάδες, ζητούσε την επιστροφή στην ισλαμική πολιτική των πρώτων χαλίφηδων και συμμαχία όλων των μουσουλμάνων σε τζιχάντ εναντίον των εκσυγχρονιστών ομοθρήσκων τους και εναντίον του χριστιανικού κόσμου. Σε αντίθεση με τον οθωμανισμό, ο οποίος εξέφραζε έναν ενιαίο, κοσμικό εθνικισμό, ο πανισλαμισμός δόξαζε την υπεροχή του Ισλάμ και τις αξίες της τζιχάντ.
Το δόγμα των Οθωμανιστών παρείχε στους Τούρκους μεταρρυθμιστές μια κοσμική διατύπωση που θα διευκόλυνε την ένταξη των χριστιανών υπηκόων τους και τον εκσυγχρονισμό της αυτοκρατορίας με βάση τον διαχωρισμό της πνευματικής και της κοσμικής εξουσίας. Από την άλλη πλευρά, οι ουλεμάδες κήρυσσαν τον πανισλαμισμό, ο οποίος δίδασκε ακριβώς το αντίθετο και διακήρυσσε την υπεροχή της θρησκείας. Αυτό το θρησκευτικό κίνημα, βαθιά ριζωμένο στην ιστορία, την παράδοση και το δίκαιο, αναπτυσσόταν έντονα σε όλες τις τάξεις του πληθυσμού.
Τις τελευταίες δεκαετίες του 18ου αιώνα και καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου, ενδημικές εξεγέρσεις των χριστιανών ντίμμι στα Βαλκάνια, τις ελληνικές περιοχές και στην Ανατολία αύξαναν το θρησκευτικό μίσος και από τις δύο πλευρές. Η βία των συγκρούσεων και η εκδίωξη των μουσουλμάνων από τις απελευθερωμένες περιοχές ξυπνούσε τον παλιό φόβο της ούμμα ότι θα έχανε τις κατακτήσεις της και ότι θα υφίστατο εκδίκηση από τους λεηλατημένους λαούς, που είχαν καταπιεστεί τόσον καιρό. Σε πυκνοκατοικημένες περιοχές οι δερβίσηδες κήρυσσαν ιερό πόλεμο, επιβεβαιώνοντας έτσι το γενικό αίσθημα μιας επικείμενης καταστροφής που θα έπληττε το Ισλάμ: την τιμωρία του Αλλάχ για την κοινότητά του, η οποία είχε εγκαταλείψει τον Θείο Νόμο υιοθετώντας εκείνον της Ευρώπης.
Αυτή η απαισιοδοξία τροφοδοτούνταν από ένα αδιάκοπο ρεύμα μουσουλμάνων προσφύγων που διέφευγαν από τη χριστιανική κυριαρχία στις χαμένες τουρκικές επαρχίες της Ευρώπης. Θύματα πολέμου, ταπεινωμένοι από την ήττα, απογυμνωμένοι από την παντοδυναμία τους από τους περιφρονημένους χριστιανούς υπηκόους τους, αυτοί οι πρόσφυγες συντηρούσαν το λαϊκό μίσος για τον χριστιανικό κόσμο.
Η οθωμανική κυβέρνηση εγκαθιστούσε αυτό το πλήθος μουσουλμάνων μεταναστών (μουχατζιρούν) σε προβληματικές περιοχές, ενισχύοντας έτσι τον έλεγχό της μέσω μιας πολιτικής μουσουλμανικού αποικισμού. Κατεύθυναν τους μουχατζιρούν από τις βαλκανικές επαρχίες στην Αρμενία. Το 1874-75 εγκατέστησαν εκείνους από τον Καύκασο στις επαρχίες του Δούναβη, που βρίσκονταν τότε στον πλήρη πυρετό του εθνικισμού, στη Γαλιλαία, στο Γκολάν στην Παλαιστίνη και στις πύλες ενός ισχυρά εκχριστιανισμένου Λιβάνου. Το 1878, μετά την προσάρτηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης από την Αυστρία, Βόσνιοι μουσουλμάνοι άποικοι έφτασαν στη Μακεδονία και στην Παλαιστίνη. Το 1912 η Ρωσία προσπαθούσε να αποτρέψει τη μετανάστευσή τους στην Αρμενία. Από τον 19ο αιώνα μέχρι τον 20ό τρία περίπου εκατομμύρια μουσουλμάνοι γύριζαν πίσω, κύμα μετά το κύμα, από τις απελευθερωμένες ευρωπαϊκές χώρες, εγκαθιστάμενοι στην ασιατική Τουρκία και τις αραβικές της επαρχίες.4
Αντίθεση στη χειραφέτηση
Το 1841 ο Χιου Ρόουζ, ο Βρετανός γενικός πρόξενος στη Βηρυτό σημείωνε:
Είναι περίεργο το γεγονός ότι μόλις λίγο περισσότερο από μισό χρόνο μετά την ανάγνωση και διακήρυξη του Χατ-ι Σάριφ της Γκιούλχανε σε αυτή τη χώρα, υπήρξε γενική αντίδραση υπέρ του Κορανίου και των αποκλειστικών προνομίων των μωαμεθανών έναντι των χριστιανών, σε διαμετρική αντίθεση με το δόγμα της ισότητας όλων ενώπιον του νόμου, που είναι η ουσία του Χατ-ι Σάριφ.5
Η χειραφέτηση των υποτελών υπηκόων δεν είχε μόνο θρησκευτικές και πολιτικές επιπτώσεις, εγγενείς στη δυαδική φύση της ντίμμι-δουλείας. Επιπλέον, η ένωση θρησκευτικών και κοσμικών δυνάμεων στην ισλαμική κυβέρνηση αναμείγνυε άρρηκτα τον εξομολογητισμό με την πολιτική σφαίρα. Οι νόμοι της τζιχάντ —η βάση της κυβέρνησης των κατακτημένων λαών— ανέχονταν μόνο την ύπαρξη ντίμμι σε ένα πλαίσιο διακρίσεων, μέσα στο οποίο η πληρωμή της τζίζγια συμβόλιζε την υποταγή των απίστων λαών στην ισλαμική υπεροχή.
Επομένως οι παραδοσιακοί ερμήνευαν ως παραβίαση της ντίμμα την κατάργηση της τζίζγια από τους μεταρρυθμιστές και την αναγνώριση της ισότητας μουσουλμάνων και ραγιάδων. Σύμφωνα με αυτούς, αυτή η παραβίαση επανέφερε έτσι στην ούμμα το αρχικό της δικαίωμα επί της ζωής και της περιουσίας των ντίμμι, της υποδούλωσης των γυναικόπαιδων ή της απέλασής τους —μέτρα που είχαν απλώς ανασταλεί με το σύμφωνο υποταγής (βλέπε σελ. 322). Στο εξής τα αντίποινα εναντίον των χειραφετημένων ντίμμι δεν ήσαν μόνο δικαιολογημένα, αλλά γίνονταν και υποχρεωτικά και αξιέπαινα, αφού οι οπαδοί των ανεκτών θρησκειών γλίτωναν μόνο στο πλαίσιο μιας πολιτικοθρησκευτικής ιδεολογίας κατάκτησης. Καθώς ακόμη και η ίδια η αρχή των ίσων δικαιωμάτων θεωρούνταν ιεροσυλία, μπορούσε να επιβληθεί μόνο από εξωτερική δύναμη, υποστηριζόμενη από στρατιωτική ισχύ. Όσο δειλά κι αν εφαρμόζονταν οι μεταρρυθμίσεις, σκανδάλιζαν τους παραδοσιακούς. Κατά συνέπεια, οι ντίμμι δέχονταν επιθέσεις, μερικές φορές σκοτώνονταν, συχνά με τη σιωπηρή υποστήριξη των αρχών, οι οποίες έσπευδαν να ανακαλούν μη δημοφιλή μέτρα με το πρόσχημα της αποτροπής λουτρού αίματος.
Έτσι ο ντίμμι βρέθηκε και πάλι στο επίκεντρο μιας σύγκρουσης μεταξύ ενός αντιδραστικού θρησκευτικού κινήματος και ενός φιλελεύθερου μουσουλμανικού κινήματος, πρόθυμου να εκσυγχρονίσει τη στρατιωτική δύναμη της χώρας και να κερδίσει ευρωπαϊκή υποστήριξη εναντίον της ρωσικής καταπάτησης. Αυτή η σύγκρουση μεταξύ μεταρρυθμιστικών και συντηρητικών δυνάμεων —και μερικές φορές η σύμπραξή τους— δίνει στον 19ο αιώνα τον αντιφατικό του χαρακτήρα ως περίοδο ελπίδας αλλά και πένθους, αιώνα χειραφέτησης αλλά και αιώνα διωγμών και σφαγών (Ελλάδα, Λίβανος-Συρία, Σερβία, Βουλγαρία, Αρμενία).
Αντιδραστικές δυνάμεις διατηρούνταν ζωντανές όχι μόνο από θρησκευτικές προκαταλήψεις αλλά και από πολιτιστικό ιμπεριαλισμό. Το ενδιαφέρον των Ευρωπαίων λογίων για τον Αρχαίο Κόσμο ξυπνούσε την υπερηφάνεια και την επιθυμία για ελευθερία των ραγιάδων, και αυτό ακριβώς σε μια εποχή που οι τουρκικές μεταρρυθμίσεις στερούσαν από τους μουσουλμάνους τα παραδοσιακά τους προνόμια. Τόσο οι Εβραίοι όσο και οι χριστιανοί (Έλληνες, Κόπτες, Αρμένιοι, Σέρβοι, Βούλγαροι, Ρουμάνοι) θυμούνταν ότι δεν ήσαν πάντοτε υποβαθμισμένες θρησκευτικές μειονότητες, αλλά παλαιότερα μεγάλα έθνη, ανεκτά —μετά την κατάκτηση των εδαφών τους— μόνο σε θρησκευτικό πλαίσιο, που συνεπαγόταν φόρο υποτέλειας και ταπείνωση. Ο αφανισμός των κοινοτήτων συνοδεύτηκε από την εξάλειψη του πολιτισμού, της γλώσσας και της τέχνης τους, που συμβόλιζαν την εθνική τους δημιουργικότητα. Η ούμμα λοιπόν έβλεπε με βαθιά εχθρότητα τις εθνικές κληρονομιές από το προ-αραβικό παρελθόν, οι οποίες αναδύονταν από τα ερείπια και τη λήθη. Αυτές οι πολιτισμικές επιπτώσεις της διαδικασίας χειραφέτησης προκαλούσαν την καταστροφή μνημείων και τη μετατροπή εκκλησιών σε τζαμιά, όπως στην περίπτωση των Αρμενίων.
Χειραφέτηση
Αυτές οι περιπέτειες, που αναλύθηκαν εν συντομία εδώ, εξηγούν τους λόγους για τους οποίους οι αγώνες για τη χειραφέτηση και την απελευθέρωση των λαών ντίμμι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία προσέλαβαν τον φανατικό και βίαιο χαρακτήρα των θρησκευτικών πολέμων. Η προξενική αλληλογραφία και οι αναφορές παρέχουν ζωηρή, σχεδόν καθημερινή περιγραφή της μάχης για τη χειραφέτηση των ραγιάδων. Παρόμοιο πολιτικό μοτίβο προκύπτει εμφανώς παντού. Οι ουλεμάδες, θεματοφύλακες πολιτικο-θρησκευτικών αξιών, ξεσήκωναν λαϊκά αντίποινα. Τα κίνητρα για αυτές τις εξεγέρσεις ήσαν θρησκευτικά: οι ραγιάδες κατηγορούνταν ότι είχαν παραβιάσει το σύμφωνό τους με αγενή και αλαζονική συμπεριφορά, αλλά οι στόχοι τους ήσαν πολιτικοί: να εκφοβίσουν τους Τούρκους διοικητές που ήσαν υπεύθυνοι για την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων. Στην Αρμενία, τη Συρία, τον Λίβανο, την Παλαιστίνη, τη Μακεδονία, τη Βοσνία και την Ερζεγοβίνη, οι Τούρκοι αξιωματούχοι αγνοούσαν τις μεταρρυθμίσεις, φοβούμενοι τη δολοφονία. Όταν συλλογικά ή ατομικά αντίποινα εναντίον των ραγιάδων μπορούσαν να εξοργίσουν τις χριστιανικές προστάτιδες δυνάμεις, ασκούνταν πιέσεις και απειλές σε εκείνους τους ντίμμι που επιδίωκαν χειραφέτηση.
Οι Εβραίοι, οι οποίοι ούτε δημογραφικά ούτε θρησκευτικά είχαν ποτέ αντιπροσωπεύσει πολιτικό πλεονέκτημα για αυστριακές ή ρωσικές φιλοδοξίες, είχαν κατά κάποιον τρόπο επωφεληθεί από την οπισθοδρόμηση της χειραφέτησης. Σε μουσουλμανικές χώρες όπως η Βόρεια Αφρική και η Υεμένη —που δεν είχαν χριστιανούς και σε καμία περίπτωση δεν απειλούνταν από ρωσική προσάρτηση— η ντίμμα που αφορούσε τους Εβραίους διατηρούνταν, χωρίς να ενοχλεί υπερβολικά τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, παρά μόνο για τις αξιοθρήνητες οικονομικές συνέπειές της. Αυτή η κατάσταση ωθούσε τους Οθωμανούς Εβραίους να χρησιμοποιούν τα νέα τους δικαιώματα με προσοχή και μέτρο.
Κατά συνέπεια η χειραφέτηση των χριστιανών και Εβραίων ραγιάδων τίθετο σε διαφορετικά πολιτικά πλαίσια, ανάλογα με τη θρησκεία. Και μεταξύ των ίδιων των διαφόρων χριστιανικών ομάδων, τίθετο στη βάση της εγγύτητας και της δύναμης κάθε κράτους-προστάτη και των πολιτικών του συμφερόντων.
Οι μορφές δύναμης που ήσαν διαθέσιμες στους προστάτες των δύο ομάδων ήσαν επίσης διαφορετικές. Τα χριστιανικά έθνη μπορούσαν να ασκήσουν πολιτική πίεση υποστηριζόμενη από στρατιωτική δύναμη: Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774). Αγγλο-γαλλο-ρωσικός στόλος στο πλευρό των Ελλήνων (Ναβαρίνο, 1827). Ευρωπαϊκό προτεκτοράτο επί των χριστιανών στην Τουρκία (Συνθήκη του Παρισιού, 1856). Στρατιωτική βοήθεια στους Μαρωνίτες (Συρία, 1860). Ρωσικός στρατός προστατεύει τους Αρμένιους (κατάληψη του Καρς, 1878) και υποστήριξη για τις εξεγέρσεις των Σλάβων (1877-78). Αυστριακό προτεκτοράτο στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη (1878). Και ρωσική προστασία των Αρμενίων (Άγιος Στέφανος, 1878).

Συναγωγή Κφαρ Ναούμ (3ος-8ος αιώνας). Θάλασσα της Γαλιλαίας, Ισραήλ
Εγκαταλείφθηκε, μαζί με την παρακείμενη εκκλησία, περί το έτος 700
Όσο για τους Εβραίους της Ευρώπης (και αργότερα των Ηνωμένων Πολιτειών), μπορούσαν να ενεργήσουν μόνο στο όνομα μιας καθολικής ηθικής για τη χειραφέτηση των ομοθρήσκων τους. Κατήγγειλαν φανατικές υπερβολές ενώπιον της κοινής γνώμης στα κοινοβούλιά τους και στον Τύπο. Τέτοιες υπερβολές δυσφημούσαν τα μουσουλμανικά καθεστώτα που τις υποκινούσαν ή τις ανέχονταν —ή τις Ανατολικές Εκκλησίες όταν ήσαν υπεύθυνες. Είτε από ανάγκη είτε από ειλικρινή πεποίθηση —είναι δύσκολο να διαχωριστούν οι δύο στους λαβύρινθους της εξουσίας— οι μουσουλμανικές αρχές έπαιρναν μέτρα για να περιορίσουν τον φανατισμό. Οι ηγέτες της εκκλησίας απέρριπταν κατηγορίες για τελετουργικές δολοφονίες και άλλες δημόσιες αντισημιτικές πρακτικές ιδιαίτερα κοινές μεταξύ των ελληνορθόδοξων κοινοτήτων,6 και μουσουλμάνοι πολιτικοί ηγέτες εξέδιδαν διατάγματα που προστάτευαν τους Εβραίους υπηκόους τους.7 Μετά το 1860 εβραϊκές οργανώσεις στη Βρετανία και τη Γαλλία, συνεργαζόμενες με ξένους προξένους, εργάζονταν αδιάκοπα για την ένταξη των Εβραίων στη διαδικασία χειραφέτησης, η οποία προοριζόταν αρχικά για τους χριστιανούς ντίμμι.
Αυτές οι προσπάθειες για την προώθηση της θρησκευτικής ισότητας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αν και σημαντικές, λειτουργούσαν μόνο στο υψηλότατο πολιτικό επίπεδο. Κύριο καθήκον παρέμενε ένα: να υποχρεωθούν οι περιφερειακοί διοικητές και ο λαός να σεβαστούν τις εντολές του σουλτάνου. Στην πραγματικότητα οι τουρκικές αρχές συχνά δεν κατάφερναν να επιβάλλουν τις μεταρρυθμίσεις από φόβο για λαϊκές προκαταλήψεις, εξεγέρσεις και εχθρότητα των ουλεμάδων. Ανίσχυρη να ελέγξει τη διαφθορά και τη γενική αστάθεια των επαρχιών, η κεντρική οθωμανική διοίκηση εγκατέλειπε τις μειονότητες στην τυραννία τοπικών διοικητών ή αρχηγών φυλών. Το 1875 ο Βρετανός πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη Σερ Χένρι Έλιοτ ανέφερε ότι ο μεγάλος βεζίρης Μαχμούτ Πασάς αναγνώριζε την αδυναμία να επιτρέψει να καταθέτουν χριστιανοί μάρτυρες στα δικαστήρια της Βοσνίας. Έτσι σημείωνε ότι:
Η διακήρυξη της ισότητας χριστιανών και μουσουλμάνων είναι, ωστόσο, τόσο απατηλή όσο διατηρείται αυτή η διάκριση, που θα εκμεταλλευτώ την πρώτη ευκαιρία να επιστρέψω στο θέμα με τον Μεγάλο Βεζίρη.8
Αυτή η νομική κατάσταση είχε σοβαρές συνέπειες λόγω του συστήματος δικαιοσύνης, όπως εξηγούσε:
Αυτό [η άρνηση μαρτυρίας] είναι σημείο μεγάλης σημασίας για τους χριστιανούς, επειδή, καθώς τα θρησκευτικά δικαστήρια ούτε παραδέχονται έγγραφα ούτε γραπτά στοιχεία, ούτε λαμβάνουν χριστιανικά στοιχεία, σε λίγη δικαιοσύνη θα μπορούσαν να ελπίζουν από αυτά.9
Στην πραγματικότητα αυτή η αδιαλλαξία αφορούσε όλες τις κοινωνικές και επαγγελματικές σχέσεις, όπως δείχνει αυτό το ασήμαντο περιστατικό που περιγράφεται ένα χρόνο αργότερα από τον Έντουαρντ Φρίμαν, Βρετανό Πρόξενο στο Μπόσνα Σεράι (Σεράγεβο):
Πριν από έναν περίπου μήνα, ένας Αυστριακός υπήκοος ονόματι Ζαν Ουντίλακ δέχθηκε επίθεση και ληστεύτηκε μεταξύ Σεράγεβο και Βισόκα από εννέα Βασιβουζούκους. Την πράξη παρακολούθησε ένας αξιοσέβαστος μουσουλμάνος αυτής της εποχής, ο Νούρι Αγάς Βαρινίκα, και κλήθηκε ως μάρτυρας όταν η υπόθεση οδηγήθηκε ενώπιον του δικαστηρίου του Σεράγεβο. Η κατάθεσή του ήταν υπέρ του Αυστριακού, και την επόμενη ημέρα τον φώναξαν ο αντιπρόεδρος και ένα από τα μέλη του δικαστηρίου και απειλήθηκε με φυλάκιση, επειδή τόλμησε να καταθέσει εναντίον ομοθρήσκων του.10
Η δυσκολία επιβολής των μεταρρυθμίσεων σε μια τόσο εκτεταμένη αυτοκρατορία προκάλεσε αυτό το απογοητευμένο σχόλιο του Σερ Π. Φράνσις, γενικού προξένου και δικαστή στο Βρετανικό Προξενικό Δικαστήριο στην Κωνσταντινούπολη:
Η Πύλη μέχρι τώρα δεν έχει ορίσει ανεξάρτητους δικαστές. Μάλιστα η σύγχρονη διαστροφή της ανατολίτικης ιδέας της δικαιοσύνης αποτελεί παραχώρηση σε έναν ενάγοντα μέσω χάρης και εύνοιας, και όχι διακήρυξη δικαιώματος με βάση τις αρχές του δικαίου και με επιδίωξη ισότητας. Οι τελευταίοι διορισμοί στη δικαστική εξουσία, από τότε που δημοσιεύτηκε το φιρμάνι [12 Δεκεμβρίου 1875], δεν εμπνέουν εμπιστοσύνη σε ό, τι αφορά την πραγματική επιθυμία της κυβέρνησης για ανεξάρτητο και αδιάφθορο δικαστικό όργανο.11.

Τοιχογραφία (13ος αιώνας). Μοναστήρι Σοπότσανι, Σερβία
Εν συντομία, μπορεί κανείς να διακρίνει τρεις διαφορετικές αλλά ταυτόχρονες δυνάμεις που αποσταθεροποιούσαν το νταρ αλ-Ισλάμ: τη χειραφέτηση, τα κινήματα απελευθέρωσης των ντίμμι και τον ευρωπαϊκό αποικισμό. Αυτά τα τρία κινήματα, που συνδέονταν με τη στρατιωτική, πνευματική και οικονομική ανάπτυξη της Ευρώπης, συγκλόνιζαν τις παραδοσιακές ισλαμικές κοινωνίες και επιτάχυναν τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Χωρίς να παραμελούνται οι περιφερειακές διαφορές, είναι σαφές ότι η διαδικασία χειραφέτησης των ντίμμι ακολουθούσε το ίδιο μοτίβο τόσο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία όσο και αργότερα στο Μαγρέμπ και την Περσία. Όπου η αποδυνάμωση των ισλαμικών κοινωνιών ευνοούσε την ευρωπαϊκή πολιτική για τη χειραφέτηση των ντίμμι, η προσπάθεια τερματισμού των θρησκευτικών διακρίσεων προκαλούσε συγκρούσεις μεταξύ της μουσουλμανικής μεταρρυθμιστικής αρχής, όσο αδύναμη και αν ήταν, και την εχθρότητα των ουλεμάδων.
Στην Αίγυπτο η χειραφέτηση των χριστιανών —ακολουθούμενη από εκείνη των Εβραίων— έγινε σχετικά ομαλά. Ο Μοχάμεντ Άλη, πρόθυμος να διατηρήσει την οικονομική και στρατιωτική υποστήριξη της Γαλλίας, φίμωσε τη θρησκευτική αντιπολίτευση. Στο Μαγρέμπ η χειραφέτηση των ντίμμι —σχεδόν αποκλειστικά Εβραίων— που υποστηριζόταν από την Ευρώπη, προκαλούσε αντιπαράθεση μεταξύ των μουσουλμανικών αρχών και του φανατισμού του λαού. Η Υπόσχεση Ασφάλειας, που επιβλήθηκε από τη Γαλλία στον μπέη της Τύνιδας το 1857, χρειάστηκε να καταργηθεί το 1864, ύστερα από εξέγερση. Το ίδιο μοτίβο επαναλήφθηκε κατά το τρίτο τέταρτο του 19ου αιώνα στο Μαρόκο και την Περσία, όπου η μεταρρυθμιστική, και συχνά ανίσχυρη, εξουσία του σουλτάνου ή του σάχη ήταν ανίκανη να επιβάλλει μεταρρυθμίσεις στον λαό, τον οποίο κατεύθυναν οι ουλεμάδες. Η Αλγερία, μετά την κατοχή της Γαλλίας το 1830, ήταν ειδική περίπτωση, καθώς οι Εβραίοι απέκτησαν γαλλική υπηκοότητα με διάταγμα του 1870.
Τα έγγραφα πιστοποιούν ότι η νομοθεσία σχετικά με τους ντίμμι ήταν λιγότερο αυστηρή στην Αίγυπτο και την Τουρκία απ’ όσο στο Μαγρέμπ, την Παλαιστίνη, τη Συρία, το Ιράκ, την Υεμένη και την Περσία. Στην Παλαιστίνη και τη Συρία οι μεταρρυθμίσεις που επιβάλλονταν στον αραβικό πληθυσμό από τον Οθωμανό σουλτάνο οδηγούσαν σε βίαιες αναταραχές. Στο Μαγρέμπ ολική ανατροπή —αυτή του αποικισμού— ήταν απαραίτητη για να αλλάξει η παραδοσιακή συμπεριφορά. Στην Περσία οι μειονότητες χειραφετήθηκαν από επανάσταση (1922) και στην Υεμένη η κατάσταση παρέμενε αμετάβλητη μέχρι τη μαζική μετανάστευση των Εβραίων στο κράτος του Ισραήλ το 1948-50. Αυτά τα διαφορετικά σχέδια αντιστοιχούν στα ποικίλα ιστορικά ρεύματα και στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που διαφοροποιούσαν τους πολυάριθμους λαούς του νταρ αλ-Ισλάμ.
Παρόλο που ο εθνικισμός και η χειραφέτηση ήσαν δύο ξεχωριστές διαδικασίες —ο εθνικισμός αποσκοπούσε στην απελευθέρωση μιας πατρίδας και η χειραφέτηση επιδίωκε την κατάργηση της νομικής διάκρισης— αυτά τα δύο κινήματα ήσαν ωστόσο αλληλένδετα. Στην πραγματικότητα κάθε ομάδα ντίμμι συμμετείχε και στα δύο αυτά κινήματα, που προέρχονταν από τη διασπορά της μέσα στο νταρ αλ-Ισλάμ. Ενώ οι χριστιανοί και οι Εβραίοι απαιτούσαν ίσα δικαιώματα σε μέρη όπου τους είχε σκορπίσει η ιστορία, αυτά τα αιτήματα εξελίσσονταν όμως σε εθνικιστικά κινήματα σε εκείνες τις επαρχίες που ήσαν επίσημα οι πατρίδες τους: Ελλάδα, Βαλκάνια, Αρμενία, Παλαιστίνη. Έτσι διωγμός και σφαγή χτυπούσαν τους ντίμμι αδιακρίτως, όπου κι αν τύχαιναν να βρίσκονται. Στη συνολική απόρριψή της, η ούμμα αγκάλιαζε τόσο την Ευρώπη —η οποία υποστήριζε κινήματα απελευθέρωσης και χειραφέτησης, ενώ ασχολούνταν ταυτόχρονα με τον αποικισμό— όσο και τους προστατευόμενούς της.
Η υποχώρηση της ούμμα άφησε το σημάδι της σε πολλές κοινότητες ντίμμι. Ο Κριμαϊκός Πόλεμος (1853-56) προκάλεσε αντίποινα εναντίον των Αρμενίων, που στερήθηκαν τις ιδιοκτησίες τους προς όφελος των φυγάδων Κιρκασσίων (Τσερκέζων) μουσουλμάνων. Σφαγές στην Ελλάδα και «βουλγαρικές ιστορίες φρίκης» στα Βαλκάνια συνόδευαν τους πολέμους της απελευθέρωσης της Ελλάδας και των Βαλκανίων. Η χειραφέτηση προκάλεσε την εξόντωση είκοσι χιλιάδων χριστιανών στη Συρία και τον Λίβανο (1860).12 Πογκρόμ στην τουρκική Αρμενία το 1895-96, που προκάλεσαν τον θάνατο μεταξύ 100.000 και 200.000 Αρμενίων, παρέσυραν επίσης χριστιανούς Σύριους, των οποίων τα χωριά κάηκαν και λεηλατήθηκαν, οι άνδρες σκοτώθηκαν και οι γυναίκες απήχθησαν. Στις αρχές του 20ού αιώνα ο αρμενικός εθνικισμός καταστράφηκε για πρώτη φορά από τις σφαγές του 1909 και τη γενοκτονία που διαπράχθηκε μεταξύ 1915 και 1917, οι οποίες καταβρόχθιζαν επίσης Καθολικούς και Προτεστάντες Ιακωβίτες, Χαλδαίους και Σύρους. Ενεννηνταέξι χιλιάδες Ιακωβίτες σφαγιάστηκαν μόνο στην πόλη Μαρντίν (Μεσοποταμία).13
Μέσα σε λιγότερο από έναν αιώνα πόλεμοι απελευθέρωσης και κινήματα για τη χειραφέτηση ή την οικονομική βελτίωση των ραγιάδων είχαν προκαλέσει τον αφανισμό αυτών των ανθρώπων και τη σχεδόν πλήρη εξαφάνισή τους από το νταρ αλ-Ισλάμ. Εκτός από την Αίγυπτο, που ελεγχόταν από την Αγγλία κατά τη διάρκεια αυτής της κρίσιμης περιόδου, η αποσύνθεση των μη μουσουλμανικών ντόπιων πληθυσμών της Τουρκίας και της Ανατολικής Μεσογείου προέκυψε από την κατάργηση της ντίμμα και τη συμμαχία —που τόσο πολύ φοβούνταν και πεισματικά απέρριπταν στο παρελθόν— μεταξύ Ανατολικών χριστιανών και μιας σαγηνευτικής Ευρώπης, η οποία έκρυβε τους πολιτικούς της υπολογισμούς κάτω από βερνίκι ανθρωπισμού.
| <-5. Σχέσεις μεταξύ ντίμμι κοινοτήτων | 7. Εθνικισμοί (1820-1918)-> |
